×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Έρημο μνήμα (1910)

Έρημο μνήμα (1910)

«Έρημο μνήμα κι άχαρο…», ούτω πως ήρχιζε το μοιρολόγι της μικράς Κατερίνας, της νεωτέρας κόρης του Χρήστου του Σαρρή, όταν εξήλθεν από τον σεμνόν ναΐσκον η μικρά πληθύς των ανελθόντων διά την εξοχικήν κηδείαν από την παραθαλάσσιον μεσημβρινήν πολίχνην. Ο μικρός τάφος είχε σκαφή προς ανατολάς της εκκλησίας, σύρριζα στην χηβάδα του ιερού, κι ο παπ᾿ Αποστόλης με το θυμιατόν έλεγε την τελευταίαν ευχήν του Τρισαγίου, και το Κουκλί και το Μπονακί, τα δύο αγαπημένα ψαλτουδάκια της Παναγίας από την Επάνω Ενορίαν, έμελπον σιγά και βαθιά το «Ορώντες με άφωνον», κι ο παπα-Στάμος κύψας είχεν αναλάβει έν σύντριμμα κεράμου από την παμμήτορα γην, κ᾿ επροσπάθει με το μαχαιράκι του να χαράξη επάνω ένα σταυρόν με το ΙΣ. ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ χιαστί ολόγυρα. Κ᾿ η γρια-Φλωρού εξέχυνε με λόγια και με δάκρυα τον πόνον της, ότι, αφού είχε θάψει προ πέντε ετών τον μοναχογυιόν της, είχεν επιζήσει ακόμη διά να νεκρασπασθή και τον έγγονόν της τον πρωτογέννητον. Κ᾿ η μικρά Κατερίνα ήρχιζε και δεν ετελείωνε το μοιρολόγι της:

Έρημο μνήμα κι άχαρο στα χόρτα τ᾿ ανθισμένα,

πες μου, πού πήγε το πουλί που πέταξε στα ξένα.

*

* *

Είχε μισέψει ο νέος προ τετραετίας, μόλις ήτο 17 ετών τότε, διά την Αμερικήν, όπως όλοι. Τον είχε κολλήσει από τους άλλους η μανία της μεταναστεύσεως, αν και θα ήτο χρήσιμος εις τον τόπον, όπου ο πατήρ του διετήρει καλόν μαγαζείον. Ο μικρός Νίκος είχε φύγει σχεδόν άνευ της συναινέσεως του πατρός του. Έζησεν υπέρ τα τρία έτη εργαζόμενος εκεί. Τέλος, κατ᾿ αυτό το έτος, μίαν Κυριακήν μετά το μεσοσαράκοστον, έφθασεν απροσδοκήτως εις την μικράν νήσον. Ήτο άρρωστος, ισχνός και σκελετώδης.

Έζησε πέντε εβδομάδας. Ενοσηλεύετο με απείρους τρυφεράς περιποιήσεις κατ᾿ οίκον. Είτα, περί τας τελευταίας ημέρας του Απριλίου, τον είχε πιάσει στενοχωρία αφόρητος και ακράτητος ανάγκη εκτοπισμού.

― Πατέρα, στον Αι-Λιά να με πας. Εκεί θα γένω καλά.

― Δεν είναι καιρός ακόμα, παιδί μου. Είναι ψύχρες κ᾿ υγρασία πολλή έξω.

― Και πότε θα με πας;

―Ας περάσουν ακόμα δυό μέρες.

Την άλλην ημέραν ο ασθενής πάλιν:

― Πατέρα, πότε θα με πας στον Αι-Λιά; Κοντά στη βρύση, αποκάτ᾿ απ᾿ τα πλατάνια, εκεί θα ιδώ την υγειά μου.

― Να σιάση ο καιρός, Νίκο μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ο ουρανός.

― Πότε θα σιάση;

― Σα μπη ο Μάης.

― Πότε μπαίνει;

― Μεθαύριο, το Σάββατο.

― Καλύτερα να πάμ᾿ επάνω, στο κελλί του γερο-Πέτρου, να κάμουμε την Πρωτομαγιά. Δεν είναι καλά να πάμε αύριο αποβραδύς, μάννα;

Επεκαλέσθη εις βοήθειαν τον μητρικόν πόνον. Η πονεμένη γυνή επένευσεν.

Είχε σταματήσει μίαν ημέραν η βροχή, και την παραμονήν της Πρωτομαγιάς ανεβίβασαν επί όνου τον ασθενή, μετά της αποσκευής, εις το κελλί του γερο-Πέτρου.

Το ασκηταρείον τούτο, ιδιορρύθμως κτισμένον, είχε στεγάσει δύο ερημίτας πνευματικούς, προ χρόνων αποθαμένους, και τελευταίος διάδοχός των επέζη ο γερο-Πέτρος, ιδιώτης μοναχός, και κηπουρός της μικράς περιοχής. Ήτο μέγα κτίριον ημιτελές, ακαλλώπιστον, με ολόγυμνα δωμάτια, και διαρρέουσαν στέγην.

Εδιάλεξαν έν δωμάτιον, προχείρως ευτρεπισθέν, έστρωσαν σινδόνια, και ήναψαν με πελώρια ξύλα το πυρ εις την εστίαν.

Αλλ᾿ η καπνοδόχη, κακοκτισμένη και ανεπιμέλητος, εξηρεύγετο τον καπνόν κάτω, και το δωμάτιον είχε σφλομώσει* αποβραδύς, όταν εκάθισαν εις το δείπνον. Ο γερο-Πέτρος συμμετέσχε του δείπνου, κ᾿ ήρχισε να διηγήται εις τας τρεις γυναίκας, την μητέρα, κόρην και μάμμην, κ᾿ εις τον πατέρα του ασθενούς, διάφορα συναξάρια. Πώς τα άκακα βρέφη, όσα έκοψεν άωρα ο άγγελος του θανάτου, απαιτούν δικαιωματικώς από τον Χριστόν: «Μας εστέρησες τα επίγεια αγαθά, Βασιλεύ Άγιε Κύριε, δος μας τα ουράνια». Πώς ο άγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανόν επί έν έτος, κάτω εις τον βυθόν της θαλάσσης, το παιδίον το οποίον είχον χάσει οι γονείς του. Πώς μία οικοδέσποινα είχε φιλοξενήσει το πάλαι ένα όσιον αββάν, εν τω μεταξύ δε, ενώ αυτή τον υπηρέτει εις την τράπεζαν, το παιδίον της είχε πέσει εις το φρέαρ της αυλής. Αυτή το εστοχάσθη, το επίστευσεν ως πνιγμένον, έσφιγξε τα χείλη, κατέπιε τον πόνον της, και δεν είπε τίποτε εις τον ξένον διά να μη τον λυπήση. Ο αββάς την ηρώτησε: ― Πού είναι το παιδί; Αυτή επροφασίσθη ότι είχεν αποκοιμηθή, όπως κοιμώνται ενωρίς τα παιδιά. Όταν απήλθεν ο αββάς, η πτωχή μάννα, αφήσασα να ρεύσουν ραγδαίως τα επί πολύ κρατηθέντα δάκρυά της, έκυψεν εις το φρέαρ προσπαθούσα ν᾿ ανεύρη το πτώμα του τέκνου της. Ω, θείον θαύμα! Το παιδίον ήτο ζωντανόν. Επέπλεεν εις τον αφρόν του νερού, εμειδία κ᾿ έκραζε την μητέρα του: Μαμά! μαμά! Όταν τέλος το ανέσυρε, το παιδίον διηγήθη ότι εκείνος ο γέρος με τα μαύρα ράσα και με τα άσπρα γένεια, που είχεν έλθει και άλλοτε στο σπίτι τους, το εκρατούσεν όλην την νύκτα εις τον αφρόν του νερού διά να μη βυθισθή, και του έδειχνεν ωραίους κήπους και λιβάδια, και το απεκοίμιζε με ήρεμα τροπάρια, και το παρηγόρει, και το ανέψυχε.

Τέλος, περί τα μεσάνυχτα, ο ουρανός εξανάρχισε να βρέχη. Έσταξεν αφθόνως η καπνοδόχη, έσβησεν η φωτιά, κ᾿ εξέλιπεν ο καπνός από το δωμάτιον. Το πρωί ο ασθενής, όστις δεν εκοιμάτο, κ᾿ οι οικείοι του, οπού μόλις είχον λαγοκοιμηθή ολίγον, όλοι εσηκώθησαν παγωμένοι. Ήτο Πρωτομαγιά.

Παρήλθεν η ημέρα με ολίγα άνθη άγρια και κρύους στεφάνους από αγραμπελιές, κι ο άνεμος εφύσησε σφοδρώς εις τα βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ έπαυσεν η βροχή. Την άλλην ημέραν, ήτο Κυριακή των Μυροφόρων, ο παπα-Στάμος είχεν έλθει να λειτουργήση τον Αι-Λιάν, κατά πρόσκλησιν της πονούσης και χειμαζομένης οικογενείας.

Την νύκτα της Κυριακής ο μικρός Νίκος απήτησεν αναγκαστικώς από την μητέρα του να του πη ένα τραγούδι, κ᾿ επέβαλεν εις την μάμμην του να του διηγηθή παραμύθι, ως παρηγορίαν της μοναξιάς και της μονοτονίας.

Ενώ η γραία Φλωρού είχε προχωρήσει εις την διήγησιν, κ᾿ έλεγε: «Καθώς έτρεξε η βασιλοπούλα, η όμορφη του κόσμου, σαστισμένη από την βιά και την χαρά της, ν᾿ ανοίξη την πόρτα στο βασιλόπουλο, τον Γιαννάκη, οπού είχεν αποκοιμίσει τους Σαράντα Δράκους, διά να της φέρη το χρυσό πουλί στην αγκαλιά της ― καθώς έτρεξε η βασιλοπούλα, επέταξε το πουλί από τον κόρφο της…»

Αίφνης ο μικρός Νίκος ήνοιξε μεγαλωστί το στόμα, ανένευσεν αποτόμως οπίσω την κεφαλήν, κ᾿ η ψυχή του έφυγε.

Η γερόντισσα πάραυτα το εννόησεν. Εσφράγισε με τρεις σταυρούς το στόμα του, έπιασε τα βλέφαρά του ζεστά, και τα κατεβίβασεν. Έκλεισε τα όμματα τα βασιλεμένα.

Ο γερο-Πέτρος ήλθε βοηθός και παρήγορος. Τον άλλαξαν, και τον ανέκλιναν καταμεσής επί του δαπέδου, με σταυρωμένα τα χέρια, και τον κήρινον σταυρόν εις το στόμα.

*

* *

Την πρωίαν της Δευτέρας, όλον το χωρίον το είχε μάθει κάτω. Χωρίς πρόσκλησιν και αναγγελίαν, χωρίς κρούσιν κωδώνων, μέχρι της ενάτης ώρας, πολλοί άνθρωποι του τόπου, άνδρες και γυναίκες, φίλοι, και αλλότριοι, και ξένοι, ακόμη και εχθροί, ανέβησαν τον «μεγάλον ανήφορον», όπως εκαλείτο συνήθως ο δρόμος εις τον προφήτην Ηλίαν, και ανήλθον εις το βουνόν, διά να παρευρεθούν εις την εκφοράν του ατυχούς νέου.

Ήτο ωραία, σεμνή, και περιπαθής, η εξοχική κηδεία. Άνθη και κηρία, στεναγμοί και μοσχολίβανον, τροπάρια και μοιρολόγια, του ανέμου το φύσημα εις τους πελωρίους κλώνας των πλατάνων, των αναδενδράδων το σείσιμον, και της μεγάλης κρήνης ο ρόχθος με των ρυάκων το κελάρυσμα, και το αμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα των αηδόνων, όλα συναπετέλεσαν ένα «θρήνον, και μέλος, και ουαί», διά να κλαύσουν ένα άμοιρον νέον, όστις είχε διέλθει τον κόσμον ως καπνού σκιά, και ως ενύπνιον εγειρομένου, κι ως πέταλον ρόδου οπού το επήρε στ᾿ αόρατα πτερά της, και το επήγε μακράν, μία αελλώδης ριπή ανέμου.

Και το «έρημο μνήμα κι άχαρο» εσιώπα, και δεν ήθελε να είπη πού εύρε φωλεάν το πουλί, οπού είχε πετάξει κ᾿ είχε φύγει διά πάντοτε.

(1910)

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE