Η τύχη απ' την Αμέρικα (5)
Όλην την ημέραν, και μέχρι βαθείας νυκτός, διήρκεσεν η ευθυμία, και ο χορός διακοπτόμενος επανελαμβάνετο πάλιν. Είτα οι καλεσμένοι, ολίγοι-ολίγοι, εσκορπίσθησαν. Τελευταίοι έμειναν ο κουμπάρος και οι στενώτεροι οικείοι με τα βιολιά με τα λαγούτα. Πέραν του μεσονυκτίου έφαγαν νέον δείπνον. Τα γλυκοχαράματα, αφού έφεραν γύρον με τα βιολιά, ο κουμπάρος και οι οικείοι, εγύρισαν οπίσω υπό την οικίαν και έμελψαν τα πιστρόφια.
Όλην την εσπέραν, και μέχρι βαθείας νυκτός, και την πρωίαν της επιούσης ακόμη, ο Στάθης δεν ανήλθεν εις την μικράν οικίαν, όπου ευρίσκετο ο ασθενής αδελφός του. Ούτος, ενώ την νύκτα της παραμονής του γάμου είχε κοιμηθή καλά κι' επί πολλάς ώρας εφαίνετο ησυχώτερος, την νύκτα την μετά τον γάμον, και κατόπιν της ανακαλύψεως της απουσίας του χρηματοφυλακίου, την διήλθεν άυπνος και με φοβεράς εκρήξεις βηχός.
Την ώραν του μεταμεσονυκτίου δείπνου, ενώ ο κουμπάρος μετά των στενωτέρων εκ των καλεσμένων ευφραίνοντο, ο γαμβρός ενθυμήθη να ερωτήση την νεόνυμφον.
― Πού τις έχεις τις χίλιες; Απάνω σου;
Η Αφέντρα έκαμεν αδιόρατον νεύμα.
― Και δεν μου λες, είπεν ο Γρηγόρης, γιατί δεν σου έβαλε η μάννα σου, την κολλαΐνα με τις λίρες, που μου 'λεγες, πως θα σου βάλη;
Πού να τις βρούμε τις λίρες, είπε τότε η Αφέντρα, λυθείσης της γλώσσης της – επειδή η μοδίστρα της είχεν ειπεί ότι οι νύμφες που φορούν ευρωπαϊκά δεν είναι ανάγκη να σιωπούν, ούτε να καμαρώνουν, καθώς εσυνήθιζαν οι πρωτινές, που φορούσαν καβούκες κεντητές και χρυσοΰφαντα ποδογύρια – και μάλιστα ωμοίαζαν πολύ με αχελώνες, καθώς έλεγε η μοδίστρα. Πού να τις βρούμε τις λίρες· ο Στάθης μόνο συχνάτσες έφερε απ' το Βόλο…
»Κι' έπειτα, η κολλαΐνα, που έλεγε η μητέρα, θα ταίριαζε αν φορούσα νυφιάτικα ντόπια… Μ' αυτά που φόρεσα τώρα, δεν πάει.
Την πρωίαν, καθώς ο Στάθης επέστρεψεν εις το σπίτι του, και όλοι οι καλεσμένοι επήγαν τέλος να κοιμηθούν, ο γέρων πατήρ ελθών εφώναξε τον Στάθην και του είπε.
― Σύρε να ιδής τον αδερφό σου… Σε θέλει.
Ο Στάθης ήτον πλαγιασμένος, πήρε έναν ύπνον, και αργοπόρησε.
Μετ' ολίγον η Ασημίνα έτρεξε κι' εφώναξε την νύμφην της.
― Γερακίνα, πού είν' ο Στάθης; Μην κοιμάται;… Δεν είναι καλά ο Θανάσης· πες του να φθάση γλήγορα!
Ολίγω ύστερον ήλθεν η Μαργαρώ, η άλλη ύπανδρος αδελφή!...
― Στάθη! Έλα γλήγορα!... Πεθαίνη ο Θανάσης!...
Ο Στάθης είχε σηκωθή, κι' ενίπτετο, κι' εκτενίζετο, κι' αργοπορούσε.
Ευθύς κατόπιν, έφθασε μία θεία.
― Στάθη! Έλα γρήγορα!... Σε γυρεύει ο Θανάσης… την ψυχή στα δόντια!...
Τελευταίος, και πάλιν ήλθεν ο γερο-Στεφανής.
― Τρέξε γλήγορα!... Τον αδερφό σου τον μεταλαβαίνουνε.
Τέλος εξεκίνησεν ο Στάθης. Συνήντησε τον ιερέα, ασκεπή, με το Άγιον Ποτήριον, κατερχόμενον από τον οικίσκον του ασθενούς.
Ο Στάθης έβγαλε το καπέλλο του, επροσκύνησε βαθέως, και τέλος ανήλθεν εις την μικράν οικίαν.
Ο Θανάσης ήτον εις τας λοισθίας στιγμάς.
Ο Στάθης επλησίασεν εκθύμως, του έδωσε το πορτοφόλι εις τας χείρας. Εκείνος το έλαβε κι' εμειδίασε.
― Σχώρεσέ με, αδελφέ μου, για καλό τω 'καμα, να μη σε γδύσουν… Σου χρειάζονται τα λεπτά για να κυτταχθής, να γένης καλά… να ζήσης ακόμα, πολύ, πολύ!...
Ο φθισικός είπεν «ευχαριστώ», έσφιξε το πορτοφόλι εις την παλάμην του, κι' εξέπνευσε.
Μόλις απέδωκεν την τελευταίαν πνοήν ο Θανάσης, και ο Στάθης ανέλαβε πάλιν το πορτοφόλι, και το έβαλεν εις τον κόλπον του.
Η Ασημίνα έρριξε μίαν κραυγήν, είτα, μετά την συστολήν του νεκρού, απηγόρευσε τα μοιρολόγια. Είχαν χαράν εις την φαμιλιάν της, και το σπίτι της νεονύμφου ήτον εκατό βήματα παρέκει, αντικρύ εκεί. Δεν ήρμοζε ν' αμαυρωθή με θρήνους η πρώτη ημέρα του γάμου της θυγατρός της.
Ο μαστρο-Στεφανής, όστις δεν είχε μάθει, ότι ο Στάθης είχε πάρει το πορτοφόλι με τα χαρτονομίσματα, και δεν ήξευρεν αν το επέστρεψεν εις τον Θανάσην, ούτε ότι το έλαβεν οπίσω πάλιν, μόλις έμαθε το τέλος του Θανάση, έφερε μίαν γύραν εις την αγοράν, επέρασεν από το καπηλείον, κι' εφώναξε τον Αντώνην του Βλάχου.
― Πάτερ Αβράμ! Ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον!
Τα μελίμηνα του ανδρογύνου επικράνθησαν από τον θάνατον του αδελφού, του προικοδότου και χορηγητού. Ο Γρηγόρης εξηκολούθει επί πολύν καιρόν ακόμη να ζητή τας χιλίας δραχμάς, και να παραπονήται κατά της συζύγου του, ότι αύτη του είχε είπει ψεύδος. Πλην η Αφέντρα ισχυρίζετο, ότι δεν του είπε ποτέ, με το στόμα, ότι είχε λάβει τα χρήματα εκείνα.
Ο Στάθης υπεσχέθη να γηροκομήση τους γονείς του, αλλ' ουδέποτε επείσθη να δώση το «πανωπροίκι» εις τον γαμβρόν. Είχεν εύρει τώρα και άλλο επιχείρημα, ότι και ο άλλος γαμβρός, ο σύζυγος της πρεσβυτέρας αδελφής, Μαργαρώς, ήγειρεν απαίτησιν, ζητών και αυτός «πανωπροίκια», επειδή η προιξ την οποίαν είχε λάβει ούτος ήτο πολύ ευτελεστέρα.
― Και με τα πανωπροίκια, πού πάμε, και τι θα γίνουμε; είπεν ο Στάθης.
Ο γερο-Στεφανής, προσέθηκε μελαγχολικώς.
― Άλλοι σπέρνανε, κι' άλλοι θερίζουνε.