×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Η Τελευταία Βαπτιστική

Η Τελευταία Βαπτιστική

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΝ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

Αν άλλη τις χρηστή γυνή είδε ποτε καλά νοικοκυριά εις τας ημέρας της, αναντιρρήτως είδε τοιαύτα και η θεια-Σοφούλα Κωνσταντινιά, σεβασμία οικοδέσποινα εβδομηκονταετής, κάτοικος παραθαλασσίου κώμης εις μίαν των νήσων του Αιγαίου.

Την εκάλουν κοινώς Σαραντανού, και πολλοί υπέθετον ότι το επίθετον τούτο τη απεδόθη, διότι δήθεν είχεν ίσον με σαράντα γυναικών νουν, όπερ δεν ενομίζετο υπερβολή. Άλλοι όμως έλεγον ότι η λέξις εσχηματίσθη κατά συγκοπήν εκ του Σαραντανοννού, ήτοι νοννά με σαράντα βαπτιστικούς.

Το βέβαιον είναι ότι, αν δεν είχε φθάσει εις τον αριθμόν τούτον, δύο η τρεις μονάδες της έλειπον, και ήλπιζε προσεχώς να συμπληρώση την τεσσαρακοντάδα. Ομολογητέον δε ότι αυτή κατ᾽ αρχάς είχε βαπτίσει οικειοθελώς μόνον πέντε η εξ νήπια των γειτόνων της, όσα και πάσα άλλη καλή οικοκυρά συνήθως βαπτίζει. Αλλ᾽ όταν άπαξ εγνώσθη και απεδείχθη ότι είχε καλό χέρι, τότε όλαι αι γειτόνισσαι, συγγενείς, παρασυγγενείς, κολλήγισσαι, ήρχισαν να την πολιορκούν.

Είχε πάρει καλό όνομα, ότι της εζούσαν τα παιδιά, όσα ανεδέχετο εκ της κολυμβήθρας. Είναι δε τόσον σπουδαίον να ευρεθή νοννά «να της ζουν τα παιδιά», όσον και ιερεύς «να πιάνη το διάβασμά του».

Η θεια-Σοφούλα όμως υπέφερε μετά χάριτος την αγγαρείαν ταύτην. Είναι αληθές, ότι τα φωτίκια* εις την εποχήν εκείνην, χιτών και κουκούλιον μετά σταυρού, καθώς και τα μαρτυριάτικα*, εαρινή βροχή λεπτών και διλέπτων διά τους αγυιόπαιδας, εκόστιζαν εν όλω δέκα γρόσια.

Η θεια-Σοφούλα ωμοίαζε με την επιμελή ανθοκόμον, ήτις δεν αρκείται να φυτεύη μόνον τα άνθη της, αλλά τα περιθάλπει και τα καταρδεύει. Ηγάπα τα πνευματικά της τέκνα ως τέκνα της εγκαρδιακά, τα εθώπευε, τα εφίλευε, και τα επαιδαγώγει.

Ο μπαρμπα-Κωνσταντής, ο πρώτος γρινιάρης του χωρίου, δεν συνεμερίζετο την αδυναμίαν ταύτην της συζύγου του.

― Α, μπράβο! φίλευέ τα τ᾽ αναδεξίμια σου, μουρή!… εγόγγυζεν εκάστοτε, οσάκις την έβλεπε μεριμνώσαν περί των αναδεκτών της· ηύρες κι αλωνίζεις, μουρή!…

Η θεια-Σοφούλα ολίγον ανησύχει περί της ιδιοτροπίας ταύτης του συζύγου της, όστις ήτο αγαθός άνθρωπος εις τας καλάς του ώρας. Έπειτα ο μπαρμπα-Κωνσταντής σπανίως εφαίνετο εν τη πολίχνη. Αφότου έπαυσε τα θαλάσσια ταξίδια, ησχολείτο αποκλειστικώς εις την καλλιέργειαν των κτημάτων του. Κατά πάσαν πρωίαν ίππευεν επί του ευρώστου ημιόνου του, ετρέπετο εις τους αγρούς, και επανήρχετο μετά την δύσιν του ηλίου.

Κατ᾽ εκείνον τον χρόνον, περί τα 184…, η θεια-Σοφούλα είχε φθάσει εις το τριακοστόν ένατον βαπτιστικόν. Εν μόνον τη έλειπε διά να τα κάμη σαράντα, προς ανάπαυσιν της συνειδήσεώς της. Εβάπτιζεν αδιακρίτως άρρενα και θήλεα, αλλ᾽ εφρόντιζε να δίδη ακριβείς σημειώσεις εις τους ιερείς και πνευματικούς, διά να μη τυχόν γίνη κανέν συνοικέσιον εις το μέλλον μεταξύ δύο ετεροφύλων αναδεκτών, και κολασθή η ψυχή της.

Κατ᾽ έτος την Μ. Πέμπτην, μεγίστη κίνησις εγίνετο εν τη ευρυχώρω αυλή της οικίας. Η θεια-Σοφούλα ανεσφουγγώνετο* μέχρις αγκώνων, και εζύμωνε μόνη της τας τριάκοντα εννέα αυγοκουλούρας διά τους τοσούτους βαπτιστικούς της… Αλλά πλην των βαπτιστικών υπήρχον και τα εγγόνια και τα δισέγγονα, και ταύτα δεν ήσαν ολιγάριθμα.

Εν συνόλω εχρειάζετο εβδομήκοντα και πλέον κοκκώνες*, δηλ. παιδικάς κουλούρας, διά τους βαπτιστικούς, διά τους εγγόνους και τα δισέγγονα. Εις τον αριθμόν τούτον δεν συμπεριλαμβάνονται αι μεγαλύτεραι κουλούραι, τας οποίας παρεσκεύαζε διά τας συντεκνίσσας, διά τας ανεψιάς και δισεξαδέλφας της.

Μέγας δε εβόμβει ο εσμός των αναδεκτών και δισεγγόνων περί τους ανθώνας της αυλής κατ᾽ εκείνην την ημέραν. Από της τρίτης ώρας του δειλινού, καθ᾽ ην ο μπαρμπα-Κωνσταντής εξηγείρετο του μεσημβρινού ύπνου, με δριμείαν επικαθημένην της ρινός την χολήν, και εφόρει το τσόχινον βρακίον του, επύργωνεν επί της κεφαλής μεγαλοπρεπές το τυνησιακόν φέσι του, ελάμβανεν ως σκήπτρον την μεγάλην ηλεκτρόστομον τσιμπούκαν του, ανήρτα από της οσφύος βαθύκολπον την μεταξωτήν καπνοσακκούλαν, και κατήρχετο εις το καφενείον να εισπνεύση την θαλασσίαν αύραν, από της ώρας εκείνης η ευρεία και τετράγωνος αυλή παρεδίδετο εξ εφόδου εις την λεηλασίαν των βαπτιστικών και των δισεγγόνων. Μεγίστην ευτυχίαν και ανήκουστον ηδονήν ενόμιζον τότε τα παιδία της γειτονιάς, αν κατώρθωνον να παρεισδύσωσιν εις το προαύλιον της θεια-Σοφούλας, όπερ εθεωρείτο ως μυθώδες τι. Πολλά αυτών προέτεινον τας κεφαλάς διά των σχισμών της κλειστής αυλείου θύρας, ήτις εμοχλεύετο έσωθεν υπό των ζηλοτύπων βαπτιστικών διά τους μη έχοντας ένδυμα γάμου. Άλλα παιδία τολμηρότερα ανείρπον εις τον θριγκόν του τοίχου της αυλής και εύρισκον τρόπον να εισπηδήσωσιν εκείθεν εις τα ένδον. Αλλ᾽ αλλοίμονον αν παρετηρούντο υπό των αγρύπνων ευνοουμένων. Απεδιώκοντο με τσιμπήματα και με δοντιές, ως ο κηφήν υπό των μελισσών.

Την Μεγάλην Πέμπτην του έτους 185… όλοι οι αναδεκτοί ήσαν συνηγμένοι εν τη αυλή της γραίας Σοφούλας. Ο πρεσβύτερος αυτών ήτο ήδη νεανίας εικοσαετής, το δε νεώτερον ήτο κοράσιον διετές, εις ο η νοννά είχε δώσει το όνομά της. Το βρέφος τούτο ήτο το τεσσαρακοστόν πνευματικόν γέννημα της θεια-Σοφούλας.

Είχε γεννηθή τέλος το από πολλού προσδοκώμενον τούτο συμπλήρωμα του προωρισμένου αριθμού, και ήτο το χαδευμένον της θεια-Σοφούλας. Η νοννά έτρεφε φιλοδόξους σκοπούς ως προς το μέλλον του θυγατρίου τούτου. Αλλά και αυτός ο μπαρμπα-Κωνσταντής εξ όλων των αναδεκτών μόνον το μικρόν τούτο ηνείχετο. Η στοργή όμως της θεια-Σοφούλας προς αυτό έφθανε μέχρι παραφροσύνης.

Την ημέραν εκείνην η θεια-Σοφούλα ήτο κλειστή εις το ισόγειον και εζύμωνεν. Εκ των παιδίων τινά την επολιόρκουν έξωθεν της θύρας παραμονεύοντα.

Τα πλείστα όμως έπαιζον ταραχωδώς περί τον υπερμεγέθη ληνόν, πλησίον του ελαιοτριβείου, το κρυφτάκι, και άλλα εθορύβουν περί τας κιγκλίδας του κήπου και πλησίον του φρέατος.

Η μικρά Σοφούλα, ήτις ήτο μόλις διετής, ως είπομεν, εξέπεμπε χαρμοσύνους κραυγάς, εψέλλιζεν ως νεοσσός χελιδόνος, και έτρεχε και αυτή κατόπιν των άλλων παιδίων. Η νοννά της εζήτησεν κατ᾽ αρχάς να την κρατήση πλησίον της, αλλ᾽ η μικρά εστενοχωρήθη, και απήτησε να εξέλθη.

― Να πάω κ᾽ εγώ να παίξω, νοννά μου;

― Τι να παίξης εσύ;

― Το κλυφτάκι, νοννά μου! ετραύλισεν η μικρά.

― Δεν παίζουν τα κορίτσια το κρυφτάκι, τη είπεν αυστηρώς η νοννά.

Η μικρά δεν εμεμψιμοίρησε μεν, αλλά εσκυθρώπασεν. Ιδούσα τούτο η νοννά, έκραξε την Αθηνιώ, εικοσαετή την ηλικίαν, δουλεύτραν της, ήτις ήτο και αυτή μία των βαπτιστικών της και τη ενεπιστεύθη την μικράν, συστήσασα αυτή αυστηράν επαγρύπνησιν.

Αλλ᾽ η Αθηνιώ ελησμόνησεν άμα ακούσασα την σύστασιν της κυρίας της, και επειδή εις τας πεζούλας εκάθηντο τέσσαρες η πέντε γειτόνισσαι, και γνωρίζομεν πόσον περισπούδαστος είναι η συνδιάλεξις των αέργων γυναικών, εκάθισε πλησίον αυτών, και άφησε την μικράν Σοφούλαν να τρέχη.

Δεν ήρκεσε τούτο, αλλά παραγγελθείσα υπό της κυρίας της να αντλήση ύδωρ εκ του φρέατος, εγέμισε μεν την στάμνον, αλλά δεν εφρόντισε να κλείση το στόμιον του φρέατος, όπως το εύρε κεκλεισμένον, το άφησε δε ανοικτόν. Απροσεξία εις ην ουδέποτε θα υπέπιπτεν η γραία Σοφούλα η άλλη φρόνιμος γυνή. Μη τις δε αμφιβάλη ότι την σύστασιν ταύτην η γραία έκαμε χιλιάκις εις την δουλεύτραν της, αλλ᾽ η Αθηνιώ δεν ήτο εξ εκείνων των γυναικών αίτινες καθίστανται προσεκτικαί.

Εις την ακμήν λοιπόν της πλήρους ενδιαφέροντος συνδιαλέξεώς των, ήκουσαν αίφνης αι εις την πεζούλαν καθήμεναι γυναίκες κρότον τινά, ως πλατάγησιν σώματος πίπτοντος εις ύδωρ, και συγχρόνως πεπνιγμένην κραυγήν, και μετ᾽ αυτήν δευτέραν κραυγήν δυνατωτέραν.

Αι γυναίκες ανωρθώθησαν αυτομάτως.

Αλλά πριν αυταί κινηθώσιν, η θύρα του ισογείου ηνοίχθη μετά κρότου, και η θεια-Σοφούλα, έντρομος, ανυπόδητος, με τες κάλτσες μόνον, γυμνώλενος, με τας χείρας ζυμαρωμένας, έτρεξε προς το φρέαρ κράζουσα:

― Το κορίτσι! το κορίτσι!

Διά της εις την στοργήν ιδιαζούσης μαντείας, η θεια-Σοφούλα ενόησεν αμέσως ότι η μικρά της βαπτιστική είχε πέσει εντός του φρέατος. Και τω όντι δεν ηπατάτο.

Ενώ έτρεχεν η Σοφούλα, ιδούσα 〈το〉στόμιον του φρέατος ανοικτόν, επλησίασε, προσεκολλήθη επί του χθαμαλού ξυλίνου φραγμού, είδεν επί του ύδατος εικονιζομένην την αγγελικήν ξανθήν μορφήν της, ήρχισε να τη προσμειδιά, έκυψεν υπερμέτρως, ωλίσθησεν επί της στιλπνής ως εκ της συχνής προστριβής του σχοινίου σανίδος, και έπεσε κατακέφαλα εντός του φρέατος.

Αι άλλαι γυναίκες, και η Αθηνιώ μετ᾽ αυτών, καθ᾽ υπερβολήν διαστέλλουσαι τους βραχίονας, έτρεξαν κατόπιν της θεια-Σοφούλας.

―Έναν κουβά! ένα γιουρδέλι! εκραύγαζεν έκφρων η γραία Σοφούλα.

―Ένα τσιγγέλι! έκραξε και η Αθηνιώ σκοτισμένη· (ως να είχε πέσει δηλ. εις το φρέαρ το ιβάνιον, δι᾽ ου αντλούσιν ύδωρ).

― Τα τσιγγέλια να σε τραβούν, σκύλα! τη έκραξε με κεραυνοβόλον βλέμμα η θεια-Σοφούλα. Μου έπνιξες το παιδί.

Η γραία τω όντι δεν εβράδυνε να εννοήση, ότι το δυστύχημα ωφείλετο εις την απροσεξίαν της δουλεύτρας της.

― Να κατεβώ εγώ στο πηγάδι, νοννά, τη είπεν η Αθηνιώ.

Επειδή εβράδυνε να φανή πουθενά κουβάς, διότι είναι γνωστόν πόσον τα χάνουν οι άνθρωποι εις τας δεινάς περιστάσεις, και ενώ μία των γυναικών έτρεχεν απ᾽ εκεί, άλλη απ᾽ εδώ, και η μικρά εν τω μεταξύ επνίγετο, η θεια-Σοφούλα επέτρεψεν εις την Αθηνιώ την χάριν ταύτην. Ήξευρε δε άλλως, ότι εις τούτο, καθώς και εις πάσαν άλλην εργασίαν εις τους άνδρας μάλλον αρμόζουσαν, ήτο επιτηδεία.

Η Αθηνιώ λοιπόν εσήκωσε τα φουστάνια της υπεράνω του γόνατος, και πατούσα εις τας γνωστάς αυτή εσοχάς του εσωτερικού λιθοκτίστου του φρέατος, τας επίτηδες κατασκευαζομένας εις πάσαν ορυχήν φρέατος, κατήλθε μέχρι της επιφανείας του ύδατος.

Ουδαμού εφαίνετο η μικρά.

Το βάθος του ύδατος ήτο τρις ίσον με ανάστημα ανδρός, και η Αθηνιώ δεν ηδύνατο να προχωρήση κατωτέρω.

Εν τω μεταξύ ευρέθη και ο κουβάς, και κατεβιβάσθη μέχρι των χειρών της Αθηνιώς. Αύτη έλαβε το σχοινίον και ήρχισε να περιστρέφη το ιβάνιον εντός του ύδατος.

Η θεια-Σοφούλα ωλόλυζε και έσχιζε τας παρειάς της. Η καρδία της δεν ησθάνετο πλέον της ελπίδος την θαλπωρήν…

Τέλος το ιβάνιον προσέκοψεν εις σώμα τι ανερχόμενον. Η μικρά ανέβη εις την επιφάνειαν, αλλ᾽ ήτο ήδη πτώμα…

Η κεφαλή ήτο δεινώς μεμωλωπισμένη. Κατενεχθείσα σφοδρώς εις το ύδωρ είχε κτυπήσει επί του λίθου, εζαλίσθη, κατέπιε πολύ νερόν, και δεν ανήλθε ταχέως εις την επιφάνειαν…

--

Επί ζωής της δεν επαρηγορήθη η θεια-Σοφούλα διά το οικτρόν τούτο ατύχημα. Ίσα ίσα η τελευταία βαπτιστική της!…

Διετήρησε δε την προς την αθώαν νεκράν στοργήν της μέχρι ευσεβούς προλήψεως. Ζήσασα επί ικανά έτη ακόμη, κατεσκεύαζεν ανελλιπώς κατ᾽ έτος τη Μ. Πέμπτη την κοκκώνα της ατυχούς μικράς, και την Κυριακήν του Πάσχα, άμα επέστρεφε το πρωί από της λειτουργίας της Αναστάσεως ήνοιγε, τότε μόνον, το άχρηστον μείναν φρέαρ και έρριπτεν εις το ύδωρ την κοκκώναν και τα κόκκινα αυγά της μικράς Σοφούλας της.

Εβεβαίου δε η αγαθή γυνή, ότι ανεξήγητος ευωδία ανήρχετο τότε από του ύδατος, ως θυμίαμα αθώας ψυχής αναβαίνον προς τον θεάνθρωπον Πλάστην.

(1888)

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE