×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Η Φαρμακολύτρια (2)

Η Φαρμακολύτρια (2)

― Θυμούμαι, απήντησε.

― Πες μου, σαν να μη ξέρω, γιατί το έκανες;

― Το είχα τάξιμο, γιατί ο Μανωλάκης ήτον ερωτοχτυπημένος· κ᾽ επειδής η Αγία Αναστασία είναι που λύνει τα μάγια, μεγάλ᾽ η χάρη της, έζωσα το κλησιδάκι της, και την επερικαλούσα, μην τυχόν ήτο μαγεμένο το παιδί μου, για να χαλάση τα μάγια.

― Κ᾽ ύστερα, τι απόγινε; Πες μου τα όλα, σαν να είμαι πνεματικός, γιατί εγώ, ξέρεις, τον περισσότερον καιρό έλειπα απ᾽ την πατρίδα, και δεν τα παρηκολούθησα καλά.

― Φαίνεται ότι δεν του είχαν καμωμένα μάγια, μόνο ο ίδιος είχε πέσει στον έρωτα, κ᾽ η Αγία, σαν δεν ήτον από μάγια, δεν μπορούσε με το στανιό να του αλλάξη τα μυαλά, γιατί μοναχός του και θέλοντας έβαλε σεβντά μέσα του. Το λοιπόν η Αγία έδειξε το θάμα της με άλλον τρόπο· σαν ετέλεψα το τάξιμό μου, στον μήν᾽ απάνω, το κορίτσι αρρεβωνιάστηκε με άλλον και σ᾽ ολίγον καιρό έγινεν ο γάμος. Τότε, επειδή ήτον φόβος να τρελαθή η να χτικιάση το παιδί μου, απ᾽ το κακό του, τον έταξα στην Παναγιά την Κουνίστρα, μεγάλ᾽ η χάρη της, για να τον γλυτώση απ᾽ την τρέλα κι απ᾽ την αρρώστια… Του κόστισε πολύ, επόνεσε, έχασε την όρεξή του, κιτρίνισε σαν το κερί, έλυωσε στον απάν᾽ κόσμο… Ως τόσο, η Παναγία έδειξε το θάμα της, και το παιδί δεν ετρελάθη ούτε χτίκιασε… Σ᾽ ολίγον καιρό, ήρθε στον εαυτό του.

― Και τώρα τι γίνεται;

― Τώρα ταξιδεύει με τη γολέτα μας, στα μέρη της Ανατολής… Επήρε δίπλωμα πλοιαρχίας και την κυβερνά ο ίδιος, επειδή ο πατέρας του γέρασε κ᾽ εκάθισε έξω… Φαίνεται πώς το έρριξε λιγάκι στο πιόμα, ο Μανωλάκης, μα δεν το παρακάνει πιστεύω… Άσπρισε, και δεν θέλει να παντρευτή… Καλύτερα για μένα να σου πω, εξάδελφε. Μ᾽ εβοήθησε κ᾽ οικονόμησα τα δυό κορίτσια· τώρα έχω ακόμα άλλα δυό. Καλύτερα που γλύτωσε από τα βάσανα… Δεν συμφέρει να παραπληθαίνη και πολύ ο κόσμος. Ο γείτονάς μου ο Κωσταντής ο Ρήγας, έξυπνος και κοσμογυρισμένος άνθρωπος, άμα ιδή να γεννηθή κανέν᾽ αγόρι στη γειτονιά, και βλέπη τις γυναίκες κι όλους τους συγγενείς να ᾽χουνε χαρές, συνηθίζει να λέη: «Χαρήτε, βρε παιδιά· γεννήθηκε κι άλλος χαμάλης!»

Ακολούθως ηρώτησα την εξαδέλφην μου αν τυχόν συνέβησαν και άλλα τινά περίεργα εν σχέσει με την υπόθεσιν ταύτην. Η Μαχούλα απήντησεν:

― Ένα βράδυ, σ᾽ εκείνην την εποχή, ενώ εγύριζα από τον ελαιώνα, κ᾽ επέρασα απ᾽ την Αγία Αναστασία να κάμω τον σταυρό μου, και να ανάψω τα καντήλια, καθώς ενύχτωνε, άκουσα κάτι κρότους, μα κρότους παράξενους πολύ, σ᾽ εκείνο το διπλανό το χτίριο με τα μάρμαρα, που λένε πώς είναι στοιχειωμένο… Πάλι μια νύχτα, έβλεπα στ᾽ όνειρό μου πώς βρισκόμουν στο ξωκκλήσι της Αγίας, κ᾽ εκεί είδα τάχα ένα πράμα παράξενο πολύ, να προβάλη και να βγη έξω και να κυλιστή, από κείνο το στοιχειωμένο χτίριο… Και μου εφάνη τάχα, πώς ήρθ᾽ ένα κορίτσι όμορφο, μα όμορφο πολύ, έλαμπε το πρόσωπό του, και μου έδωκε ένα λουλουδάκι λευκό, μοσχομυρωδάτο, και μου είπε: «Να, δώσ᾽ το αυτό του γιού σου, να μυριστή· είναι άνθος της Εδέμ». Έξαφνα, γυρίζει πίσω εκείνο το πράμα, το παράξενο, το μαύρο και κατακόκκινο, που είχε πηδήσει από το χτίριο το παλιό, γυρίζει πίσω θεριωμένο και ρίχνετ᾽ επάνω μου κ᾽ εζητούσε να μου αρπάξη απ᾽ τα χέρια το λουλούδι που μου είχε δώσει η όμορφη κοπέλα, που φαίνεται να ήτον η Αγία Αναστασία… Στην ίδια στιγμή η Αγία φαίνεται πάλι, σαν να ᾽βγαινε απ᾽ την Αγία Πύλη του Ιερού, και μ᾽ ένα κλωναράκι από βάια που βαστούσε στα χέρια, δίνει μια και του κόφτει το χέρι, του τρισκατάρατου, που γύρευε να μου αρπάξη το λουλούδι… Αυτά είδα.

Όλην την ημέραν επλανώμην εις τα ρεύματα και τους αιγιαλούς, ανά την αγρίαν ακτήν, την βορεινήν και θαλασσοπλήγα, και μόνον το δειλινόν επανήλθον εις την έπαυλιν του Στόγιου διά να κοιμηθώ ολίγας ώρας. Όταν εξύπνησα, η σελήνη είχεν ανατείλει, αλλ᾽ είχα χάσει τον ύπνον μου δι᾽ όλην την νύκτα.

Τα βήματά μου μ᾽ έφεραν και πάλιν προς τον ναΐσκον της Αγίας Αναστασίας. Ήναψα τεμάχιον λαμπάδος εκ κηρού μετρίως νοθευμένου, την οποίαν είχον αγοράσει την προτεραίαν εις την πολίχνην, την είχα δε κόψει εις τέσσαρα τεμάχια χάριν ευκολίας, και περιτυλίξας εις χαρτίον, την είχα βάλει εις το θυλάκιόν μου. Την προλαβούσαν νύκτα είχα λησμονήσει εις το θυλάκιόν μου τα τεμάχια της λαμπάδος.

Εκόλλησα το κηρίον τούτο εις το μανουάλιον, κ᾽ εκάθισα εις έν των δύο η τριών στασιδίων, όσα υπήρχον, διά να ξεκουρασθώ… Είτα ηθέλησα να γονυπετήσω, και προσεπάθησα να δεηθώ αλλ᾽ ερρέμβαζον. Έκλεισα τα όμματα, επαιτών ένα ύπνον, αλλ᾽ ο πόνος ηγρύπνει εντός μου.

Εις τας ώρας της μοναξίας της νυκτός εκείνης, των ασυναρτήτων προσευχών και των ακουσίων βλασφημιών, έπλεον ως εν ονείρω εις άλλον κόσμον. Ήκουον ήχους, ψιθύρους και φωνάς. Μου εφαίνετο ότι αι αναμνήσεις και αι εικόνες, αι πολιορκούσαι τον νουν μου, ελάμβανον μορφήν και σώμα, εβόμβουν περί τα ώτα μου ως σμήνος απειράριθμον πτερωτών ψυχών, προσέβλεπον την εικόνα της Αγίας, και μου εφαίνετο τόσον ωραία, όσον εφάνη εν ονείρω εις την εξαδέλφην Μαχούλαν. Είτα μία άλλη μορφή μου εφάνη ότι εστάθη έμπροσθεν της εικόνος, και την απέκρυψε. Την στιγμή εκείνην ήκουσα μέγαν θόρυβον έξω, δεξιόθεν του ναού, εις το μέρος όπου ήτο το παλαιόν κτίριον, το «στοιχειωμένον». Πάραυτα ήλθεν εις τον νουν μου η διήγησις της εξαδέλφης Μαχούλας. Έλαβον την λαμπάδα, και έτρεξα έξω της θύρας.

Αύρα έπνεε ψυχρά, και ηπείλει να σβήση την λαμπάδα. Επειδή εδέησε να περιστεγάσω το φως διά της παλάμης, δεν έβλεπον τίποτε πέραν του τοίχου του ναού. Η σελήνη είχε περικαλυφθή εις νέφη. Διέκρινον εις το σκιόφως το μαρμάρινον κτίριον, και δεν ενόουν τίποτε. Μου εφάνη ότι πράγματι εξεπήδησεν εκείθεν του τοίχου και ετράπη εις φυγήν· ίσως ήτον αγριόγατος η νυφίτσα θηρεύουσα εις το σκότος.

Επανήλθον εις τον ναόν, κ᾽ έκαμα τον σταυρόν μου. Εκάθισα πάλιν εις το στασίδιον. Η μορφή ήτις μου εφαίνετο παρεστώσα εκεί, η φέρουσα την αγνότητα εις τα όμματα τα κάτω νεύοντα, και τον γλυκασμόν περί τα χείλη τα αβρά και μελιχρά, μου εφάνη ότι αντήλλασσε νεύματα με την εικόνα της Αγίας. Μου εφάνη ότι τα χείλη της εψιθύριζον ικεσίαν, και το βλέμμα της εικόνος ένευε συγκατάθεσιν…

Ύπνος τότε με κατέλαβεν, εις το στασίδιον όπου εκαθήμην. Ο ύπνος ήτον άνευ ονείρων, όλα τα όνειρα του τα είχεν αφαιρέσει η εγρήγορσις. Μόνον ενδομύχως εις το βάθος της συνειδήσεώς μου, μία φωνή, ήτις ωμοίαζε με χρησμόν, ηκούσθη αμυδρώς να ψιθυρίζη: «Ύπαγε, ανίατε· ο πόνος θα είναι η ζωή σου…»

Εξύπνησα. Εσηκώθην και έφυγα. Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου.

(Διά την αντιγραφήν)

(1900)

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE