×

Utilizziamo i cookies per contribuire a migliorare LingQ. Visitando il sito, acconsenti alla nostra politica dei cookie.

Saldi di Capodanno Fino al 50% di sconto
image

Παπαδιαμάντης - Διηγήματα, Η Φαρμακολύτρια (1)

Η Φαρμακολύτρια (1)

Την νύκτα εκείνην είχον αναβή και πάλιν εις το βουνόν διά να συναντήσω την εξαδέλφην Μαχούλαν. Την αλήθειαν να είπω, δεν ήξευρα μετά βεβαιότητος ότι έμελλον να την συναντήσω, αλλ᾽ ηλαυνόμην από το πάθος, έφερα τα βήματά μου εις προσκύνησιν, και ησθανόμην την ανάγκην ν᾽ αναζωπυρήσω αρχαίας αναμνήσεις.

Ήτον η τελευταία φορά οπού θα έβλεπα εις τα ερημικά εκείνα μέρη την εξαδέλφην μου Μαχούλαν. Την πρώτην φοράν, προ ετών είκοσι, την είχα συναντήσει εις το βάθος δρυμώνος, πλησίον αρχαίου παμμεγέθους σηκού η τεμένους εκ γιγαντιαίων μαρμάρων, το οποίον πιθανόν να ήτο ναός των θεών, της προ του Προμηθέως εποχής. Σύρριζα εις το παράδοξον εκείνο κτίριον, το προβάλλον ως πρόσωπον Σφιγγός την πρόσοψίν του την γριφώδη, ήτο έν μεταγενέστερον πενιχρόν παρεκκλήσιον, τιμώμενον επ᾽ ονόματι της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας. Εκεί είχα συναντήσει προ είκοσιν ετών την εξαδέλφην μου Μαχούλαν.

Περί τα τέλη του φθινοπώρου είχεν υπάγει ομού με ένα παπάν, διά να λειτουργήση τον ναΐσκον. Είτα αφού απέλυσεν η λειτουργία, ο παπάς έπιε τον καφέν και την ρακήν του, έξωθεν ακριβώς της θύρας του ναΐσκου, εις το ύπαιθρον, πλησίον της φωτιάς της αναμμένης διά την υπηρεσίαν του θυμιατηρίου, και διά το ζέον, απεχαιρέτισε την γυναίκα και απήλθεν. Η εξαδέλφη μου Μαχούλα έμεινε, μαζί με την μικράν επταετή παιδίσκην της, και με δύο άλλας γυναίκας, γειτόνισσές της, αι οποίαι την είχον συνοδεύσει εις την εκδρομήν. Αύται περιήρχοντο εις τους λοφίσκους και εις τα ρεύματα, εις τα πέριξ του ναού, συλλέγουσαι αγριολάχανα και μανιτάρια. Η εξαδέλφη μου Μαχούλα, ιδού τι έκαμεν.

Αύτη ήναψεν επτά κηρία εις τα δύο μανουάλια του ναΐσκου, εμπρός εις τας εικόνας του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, και της Αγίας Αναστασίας. Εφαίνετο ότι ήθελε μετά την αναχώρησιν του παπά, να τελέση αυτή νέαν λειτουργίαν, πλέον μυστηριώδη. Αφού ήναψε τα επτά κηρία, έβγαλεν από το παμμέγιστον καλάθιόν της μακρότατον, υπέρ τας εκατόν οργυιάς, λεπτόν σχοινίον, ολοκίτρινον, ευωδιάζον, κηρόπλαστον. Ήτο γιγαντιαίον φιτίλιον βαμβακερόν, το οποίον είχε κλώσει όλον με τας χείρας της, και με τας χείρας της το είχε περιβάλει με μελικήριον πρόσφατον.

Τούτο λοιπόν το τεράστιον κηρίον το έδεσεν από την κρικέλλαν της παλαιάς σαρακωμένης θύρας του ναού, είτα ήρχισε να το ελκύη, και να το εκτυλίσση κατ᾽ ολίγον από το καλάθιον, όπου το είχε τυλιγμένον εις έντεχνον και ευδιάλυτον κουβάριον, και παραπορευομένη εξωτερικώς τον τοίχον του ναΐσκου, να το προσαρμόζη σύρριζα εις τον τοίχον, πρώτον εις το ήμισυ πλάτος του δυτικού τοίχου, μέχρι της γωνίας της μεσημβρινοδυτικής, είτα καθ᾽ όλον το μήκος του μεσημβρινού τοίχου, είτα μετά την καμπήν της γωνίας της νοτιανατολικής, ανά τον τοίχον του πλάτους τον ανατολικόν, μεθ᾽ όλης της καμπύλης την οποίαν εσχημάτιζεν η χηβάδα του θυσιαστηρίου, είτα έκαμψε την αριστεράν γωνίαν, παρεπορεύθη τον βορεινόν τοίχον, και διά της γωνίας της βορειοδυτικής επέστρεψε πάλιν εις την θύραν του ναΐσκου. Κατόπιν πάλιν έφερε νέαν γύραν, απαράλλακτα όπως την πρώτην, και προσήρμοσε το νέον έμβολον του κηρωμένου νήματος, παραλλήλως και εγγύτατα υπό το πρώτον. Είτα την τρίτην γύραν και τετάρτην, και καθεξής, μέχρι της εβδόμης.

Επτάκις έκαμε τον γύρον του κτιρίου, και με επτά έμβολα κηρωμένου νήματος περιέζωσεν, η εξαδέλφη μου Μαχούλα, όλον τον ναΐσκον. Και αι γυναίκες, αι επιστρέψασαι άρτι με τα καλάθια πλήρη εκ βοτάνων και αμανιτών, έκαμνον τον σταυρόν των, και την ηύχοντο λέγουσαι:

― Ας δείξη η Φαρμακολύτρα το θάμα της! Βοήθειά σου!…

Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια είν᾽ εκείνη, ήτις χαλνά τα μάγια, ήτοι λύει πάσαν γοητείαν και μεθοδείαν πονηράν υπ᾽ εχθρών γινομένην. Εις εμέ, παρευρεθέντα κατά τύχην εκεί, το πράγμα εφαίνετο παράξενον, όσον ήθελε φανή εις μαθητήν της γ´ τάξεως επαρχιακού γυμνασίου, δραπετεύσαντα άμα τη ενάρξει των μαθημάτων, εις το μέσον του έτους. Αλλ᾽ η εξαδέλφη μου Μαχούλα ήξευρε τι έκαμνεν.

Ένα υιόν, μονάκριβον, τον είχε. Και είχε τέσσαρας κόρας μικράς, των οποίων η μεγαλυτέρα ήτον ήδη δεκαέξ χρόνων. Και ο υιός της, πρωτότοκος, ήγγιζεν ήδη το εικοστόν έτος. Και ήδη έχανε τον νουν του κ᾽ εζητούσε να νυμφευθή.

Του είχαν κάμει μάγια, αι γυναίκες, από τον Πέρα Μαχαλάν. Και του είχαν σηκώσει τα μυαλά του. Ποίος ηξεύρει τι μαγγανείας του έκαμαν, και τι του έδωκαν να πιη. Εγνώριζαν εκείναι από μαγείας…

Κι αγάπησε μίαν κόρην, ήτις ήτον μεγαλυτέρα απ᾽ αυτόν στα χρόνια, και ήθελε να την λάβη σύζυγον.

«Ή θα την πάρω, μάνα, η θα σκοτωθώ». Το είχε πάρει κατάκαρδα. Ήτον «ερωτοχτυπημένος». Τώρα, τι να κάμη η εξαδέλφη μου Μαχούλα; Ν᾽ αφήση τον υιόν της να εμβή στα βάσανα, τόσον νέος, κι αυτή να έχη τέσσαρας κόρας ανυπάνδρους, να τας καμαρώνη; Και ποιος γονιός το δέχεται, αυτό;

Λοιπόν έπεσε στα θεοτικά πράγματα. Έκαμε λειτουργίας πολλάς, και αγιασμούς, και παρακλήσεις. Επήρε τα ρούχα του γιού της, και τα έβαλε να λειτουργηθούν υπό την Αγίαν Τράπεζαν. Επαίδευσε τον εαυτόν της με πολλάς νηστείας, αγρυπνίας, και γονυκλισίας.

Τελευταίον προσέφυγεν εις την χάριν της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας. Αύτη είχε παρά Θεού το χάρισμα να διαλύη τας μαγείας και γοητείας. Επήγε, την ελειτούργησεν, έζωσε τον ναόν της επτά φοράς (τελούσα μόνη της ιδιαιτέραν λειτουργίαν περιπαθή εκ μητρικής στοργής) με κηρίον εκατονταόργυιον, το οποίον η ιδία είχε παρασκευάσει με τας χείρας της, και παρεκάλει την Αγίαν να χαλάση τα μάγια, να έλθη στον νουν του ο υιός της, ο ερωτοχτυπημένος και ποτισμένος από κακάς μαγγανείας, και να μη χάνη τα μυαλά του άδικα…

Όλ᾽ αυτά τ᾽ ανεπόλουν και τ᾽ αναπαρίστων με τον νουν μου, ως να είχαν συμβή χθες, και είχαν παρέλθει ήδη περισσότερα των είκοσιν ετών από τότε. Είχον εξέλθει της πολίχνης άμα τη δύσει του ηλίου, και είχον πορευθή με την αμφιλύκην έως του Δράκου το ρέμα, εκεί οπόθεν αρχίζει ο υψηλός, κάθετος ανήφορος του Βαραντά. Η σελήνη δεν είχεν ανατείλει ακόμη, επειδή ήτο δύο η τρεις ημέρας μετά την πανσέληνον. Μέσα εις το ρέμα, βαθιά κάτω, αντήχει ο ρόχθος του χειμάρρου, του σχηματιζομένου από τας χιόνας τας λυομένας. Και είς υψηλός μαύρος βράχος ίστατο απέναντί μου, μυστηριώδης εις το σκότος.

Ήτο κατά Μάρτιον μήνα. Ο χείμαρρος ερρόχθει, έβρυχε, και κατεφέρετο μετά κρότου, κ᾽ εκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχος εις την σιγήν της νυκτός. Ο κρότος εκείνος ενέσπειρε φόβον εις την ψυχήν μου, ήτις ανεγνώριζε παρ᾽ εαυτή ομοιότητα με το ρεύμα εκείνο. Εδεσπόζετο όλη από έν ύπουλον πάθος, καθώς το βαθύ ρεύμα και η σιγή της νυκτός εδεσπόζοντο από ένα δούπον υπόκωφον.

Μετά δυσκολίας διέκρινα το μονοπάτι το χαρασσόμενον ανά μέσον βρύων και θάμνων πυκνών. Είτα, αντικρύ μου, εις την κλιτύν την κρημνώδη, ήρχισα να βλέπω μίαν ανταύγειαν. Αι πρώται ακτίνες της σελήνης επηργύρωνον τας κορυφάς των δένδρων. Έφθασα εις την βάσιν του όρους, και ήρχισα ν᾽ ανέρχωμαι τον ανήφορον. Αφού ανέβην υπέρ τα δισχίλια βήματα, σπεύδων και ασθμαίνων, είδα πέραν αντικρύ την σελήνην, εκείθεν του συνδένδρου λόφου του κρύπτοντος όπισθέν μου τον ορίζοντα, είδα την σελήνην απαλλαγείσαν της λοφιάς του αντικρινού, μεμακρυσμένου βουνού, όπου επί τινα λεπτά εφαίνετο ως να είχε βάλει φωτιάν εις έν δένδρον μεμονωμένον, όρθιον επί της κορυφής του υψηλού λόφου, του φράσσοντος τον λιμένα· το δένδρον εφαίνετο ως να καίεται· είτα η Εκάτη, αφήσασα το δένδρον μαύρον και σκοτεινόν απόκαυμα, ανήλθε βραδεία, εν αγλαΐα και αποθεώσει φαεινή, ύπερθεν της λοφιάς του όρους.

Μετά ώραν έφθασα εις την κορυφήν του βουνού, είτα ώδευσα επί του οροπεδίου, εν παμφαεί σελήνη. Είτα έφθασα εις την αντίθετον κλιτύν, όπου πάλιν εύρον σκιάς και σύνδενδρα μέρη και φόβητρα εμπρός μου. Εκεί παρακάτω ήτον η μικρά έπαυλις του Γιάννη του Στόγιου, αγρότου απλοϊκού φίλου μου. Υπερέβην τον χαμηλόν φράκτην, εισήλθον εις την αυλήν κ᾽ έκρουσα την θύραν.

Ο Στόγιος δεν είχε κοιμηθή ακόμη, φως έλαμπε διά του φεγγίτου. Τον εκάλεσα ονομαστί. Εγνώρισε την φωνήν μου, και ελθών μου ήνοιξε. Μοι παρέσχε πρόθυμον ξενίαν και στέγην.

Εγώ εντούτοις δεν ήξευρα διατί είχα κρούσει την θύραν του, αφού δεν είχα ύπνον ούτε νυσταγμόν. Αφού εκείνος απεκοιμήθη, έλαβα την ράβδον και τον πίλον μου και εξήλθον κράξας προς αυτόν να κλείση, αν ήθελε, την θύραν· εκείνος, επειδή «ελαγοκοιμάτο», πολύ ελαφρά, μου απήντησε δι᾽ ηρέμου γογγυσμού, μέσα εις τον ύπνον του.

Κατέβην ακόμη χαμηλότερα το βουνόν. Η σελήνη εμεσουράνει ήδη, κ᾽ έφεγγεν εις όλην την κλιτύν. Εις τας ποιμενικάς επαύλεις οι πετεινοί είχον λαλήσει. Κατήλθον εις σύνδενδρον στενωπόν, εστράφην αριστερά, και έφθασα εις τον έρημον ναΐσκον της Αγίας Αναστασίας.

… Και τώρα, μετά είκοσιν έτη, όταν ήρχισα ήδη να φθίνω, αφού κατά κόρον εγεύθην της ζωής όλην την τρύγα και την πικρίαν, εάν εγώ εζήτουν να ζώσω με κηρίον τον ναόν της Μάρτυρος, ούτε κηρίον πλέον αγνόν θα ηδυνάμην να εύρω, διότι από πολλού όλοι οι κηροπλάσται επώλουν νοθευμένα κηρία, και οι μελισσοτρόφοι αυτοί είχον μάθει να νοθεύωσι το κηρίον πριν το πωλήσουν. Και ο ναΐσκος της Αγίας είχε περιέλθει εις παρακμήν και ατημελησίαν οικτράν, διότι η θρησκευτική ευλάβεια μεγάλως είχεν εκπέσει εν τω μεταξύ. Δύο εικόνες λαδωμέναι και φθαρμέναι υπήρχον μόνον εις το τέμπλον το σαπρόν, η μορφή του Σωτήρος Χριστού δεξιά, και αριστερά η εικών της αμνάδος του, της στρεφούσης προς αυτόν το πρόσωπον, και φαινομένης ως να έκραζε μεγάλη τη φωνή: «Σε, νυμφίε μου, ποθώ!» Αι εικόνες της Παναγίας και του τιμίου Προδρόμου είχον γίνει άφαντοι. Ίσως είχον αφαιρεθή από τας χείρας φιλαρχαίων η εραστών της Βυζαντινής τέχνης…

Υπήρχον μόνον δυό κανδήλια ημιθραυσμένα η ραγισμένα, η βορεία πύλη του ιερού ήτο άνευ θυρίδος, το μόνον παράθυρον το μεσημβρινόν του ναού άνευ παραθυροφύλλου, το Θυσιαστήριον και η προσκομιδή, γυμνά και ανεπίστρωτα, ήσαν πλήρη κονιορτού… Ο ναΐσκος ο επταζωσμένος και αγιασμένος δεν ελειτουργείτο πλέον.

«Ου θυσία, ουχ ολοκαύτωμα, ου τόπος του καρπώσαι». Και η μυστική λειτουργία, την οποίαν ετέλει προ χρόνων πολλών περί τους τοίχους του η φιλόστοργος Μαχούλα, η εξαδέλφη μου, δεν θα είχε ξαναγίνει πλέον από πολλού.

Ω! επτάκις μόνον;… Εβδομηκοντάκις επτά θα είχον τώρα ανάγκην να περιζώσω τον ναόν της Αγίας Αναστασίας!… Τοσάκις είχε περιεζωσμένην την καρδίαν μου η άκανθα της πικράς αγάπης, τοσάκις την είχε περισφίγξει το ερπετόν πάθος, το δολερόν… ευλαβούμην να είπω εις την Αγίαν, ησχυνόμην να ομολογήσω προς εμαυτόν, ότι ήμην, οψέ ήδη της ηλικίας, λεία του πάθους και έρμαιον…

Αλλά προς τι να προσφέρω λαμπάδας και μοσχολίβανον, προς τι να περιζώσω με κηρία τον ναόν; Η Αγία ηδύνατο ίσως να με θεραπεύση, αλλ᾽ εγώ δεν επεθύμουν να θεραπευθώ. Θα επροτίμων να καίωμαι εις την φλόγα την βραδείαν… Υπάρχουν εις τον Παράδεισον Άγιοι δεχόμενοι τας ευχάς των ερώντων;… Τάχα εκεί, δίπλα εις το παρεκκλήσιον της Φαρμακολυτρίας, εις το παλαιόν εκείνο μεγαλομάρμαρον κτίριον το αινιγματώδες, να υπήρχε το πάλαι ιερόν της Αφροδίτης, να υπήρχε βωμός του Έρωτος;

Ω! και όμως ετηκόμην… ώρας-ώρας επεθύμουν, ει δυνατόν, να ιατρευθώ. Βοήθει, Αγία Αναστασία!

Καθώς είχα περιεργασθή τον ναΐσκον, είχεν εξημερώσει ήδη. Αι ώραι είχον παρέλθει χωρίς να τας αισθανθώ, κ᾽ εγώ εν τη νάρκη και τη ρέμβη της νυκτός, χωρίς να αισθάνωμαι το ψύχος, είχον διέλθει όλην σχεδόν την νύκτα του Μαρτίου εκείνην εις το ύπαιθρον. Απεμακρύνθην του παρεκκλησίου αισθανόμενος ακουσίαν ανακούφισιν ότι, έρημον καθώς ήτο το ιερόν της, η Αγία δεν θα ήθελε πλέον να με θεραπεύση.

Εκεί, παρ᾽ ελπίδα, συναντώ την εξαδέλφην μου Μαχούλαν… Ήτο τοιαύτη οποία και προ είκοσι χρόνων, σχεδόν δεν είχε μεταβληθή το πρόσωπόν της ούτε λευκήν τρίχα είχεν εις την κόμην, ούτε ρυτίδα εις το μέτωπον. Ήτον εκ των γυναικών εκείνων των εχουσών δευτέραν νεότητα, ανθηροτέραν της πρώτης. Ωχρά και αφελής και άπλαστος, εφαίνετο άσχημη εκ πρώτης όψεως, αλλά μετά δεύτερον βλέμμα ανεκάλυπτέ τις εις το πρόσωπόν της άφατον γλυκύτητα. Ήτο νύμφη και ιέρεια και γυνή.

― Που σ᾽ αυτόν τον κόσμο, εξάδελφε; μου λέγει.

Η εξαδέλφη Μαχούλα είχεν ελαιώνα εις τα μέρη εκείνα. Την χρονιάν εκείνην ήτο πλουσιωτάτη ελαιοφορία, και αν και ήτο Μάρτιος ήδη, το μικρόν καλάθιον, το οποίον εκράτει περί τον αγκώνα της τον αριστερόν, ήτο γεμάτον από ελαίας χαμάδας (η θρούμπες) ωραίας και στιλβούσας· αι τελευταίαι ελαίαι έπιπτον από τα δένδρα ακόμη περί την άνοιξιν. Εθεώρει την εξοχήν εκείνην ως γειτονίαν ιδικήν της, και δι᾽ αυτό έλεγε: «Που σ᾽ αυτόν τον κόσμο».

Εγώ την εχαιρέτισα κ᾽ εκάθισα επί τινος όχθου, υπό δένδρον ελαίας, εις την εσχατιάν του ελαιώνος. Εκείνη ελθούσα απέθεσε το καλάθιόν της πλησίον μου, και περιστείλασα επιμελώς με τας δύο χείρας τα κράσπεδα της εσθήτος της, εκάθισεν ολίγον παραπέρα.

― Τρως χαμάδες, να σε φιλέψω, εξάδελφε;

― Εξαδέλφη Μαχούλα, ήρχισα εγώ, χωρίς άλλως ν᾽ απαντήσω εις την φιλόφρονα προσφοράν της, θυμάσαι, τω καιρώ εκείνω, όταν ήμουν εγώ παιδί, που έζωνες με κηρί το ξωκκλήσι της Αγίας Αναστασίας;

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE