κεφάλαιο 2
Ο Τζιμ έρχεται από το σπίτι μου κάθε νύχτα αφού κλείσουν οι παμπ προσπαθώντας να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου και κάνοντας περίεργους θορύβους.
Προσπαθεί να μου σπάσει τα νεύρα για να υποκύψω και να του δώσω όλα τα λεφτά που ζητάει.
Δεν έχω κοιμηθεί εδώ και τρεις μέρες." "Έχεις ενημερώσει την αστυνομία για αυτό;" "Ο Τζιμ μου τηλεφώνησε μόλις τώρα και είπε ότι αν καλέσω την αστυνομία, θα τους πει ότι φαντάζομαι πράγματα και είμαι υστερική και διανοητικά άρρωστη και δεν θα έπρεπε να έχω τα παιδιά του στην κηδεμονία μου. Τι θα κάνω Ντέιζη; Αισθάνομαι απελπισμένη." "Εντάξει Παμ, πέσε μου την διεύθυνσή σου και θα δω τι μπορώ να κάνω." Η Ντέιζη πήγε από το Τάσεις, το τοπικό της μαγαζί τηλεόρασης, ραδιοφώνου και υπολογιστών, και ζήτησε να μιλήσει στον κ. Ράντζι, τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού.
"Κ. Ράντζι, νομίζεις ότι θα μπορούσες να μου δανείσεις μια κάμερα για μερικές μέρες;" Η Ντέιζη είχε βρει τον κλέφτη που έκλεβε από το μαγαζί πριν μερικούς μήνες
και ο κ. Ράντζι πάντα έλεγε ότι αν ποτέ αυτή χρειαζόταν κάτι, ευχαρίστως να έρθει και να το ζητήσει.
"Βεβαίως, Δις Χάμιλτον. Λες ότι θέλεις μια που δουλεύει στο σκοτάδι.
Μμ - πάρε αυτή. Ξέρεις πως να την χρησιμοποιείς; Άφησέ με να σου δείξω." Ο κ. Ράντζι αφιέρωσε την επόμενη μισή ώρα μαθαίνοντας στην Ντέιζη μερικά βασικά τεχνάσματα κάμερας.
Η Ντέιζη αποφάσισε να πάει από το σπίτι της Παμ γύρω στις δέκα εκείνο το βράδυ εξοπλισμένη με την κάμερα και το αδιάβροχο κάλυμμά της.
Επίσης είχε μια σφυρίχτρα στην τσέπη της και μια σοκολάτα Μαρς για να περνά την ώρα.
"Ω όχι! Αρχίζει να βρέχει, " εκφώνησε η Ντέιζη στον εαυτό της. Όποτε είχε μια δουλειά την νύχτα πάντοτε έβρεχε.
Ευτυχώς, αυτή την φορά, είχε φέρει ένα πλαστικό αδιάβροχο και μια κουκούλα μαζί της.
Εκείνη την ώρα της νύχτας υπήρχαν λίγοι άνθρωποι τριγύρω.