3 - Το πορτοκάλι και µια ηλιαχτίδα
"Το πορτοκάλι και µια ηλιαχτίδα"
Ήταν, κάποτε, µια µικρή ηλιαχτίδα.
Μικρή, μα πολυταξιδεµένη. Και πού δεν είχε πάει! Είχε ταξιδέψει µέχρι τα πιο µακρινά αστέρια. Είχε διασχίσει το διάστηµα σκαρφαλωµένη πάνω σε βιαστικούς γαλαξίες. Μα πάντα γυρνούσε πίσω. Στη ζεστή αγκαλιά του ήλιου. Ώσπου µια µέρα αποφάσισε να έρθει στη Γη. Και ήρθε. Έπαιξε µε τα κύµατα. Κρύφτηκε µέσα στα σκοτεινά φυλλώµατα των δέντρων. Δροσίστηκε στα νερά των ποταµών. Κουβέντιασε, καθισµένη πάνω στα πέταλα µιας µαργαρίτας, µε τις µέλισσες και τις πεταλούδες. Ακούµπησε πάνω στις φτερούγες ενός αηδονιού και τραγούδησε µαζί του. Και οι µέρες περνούσαν. «Πότε θα γυρίσεις πίσω;», τη ρωτούσε ο ήλιος. «Αχ, είναι όμορφη η Γη!», του απαντούσε εκείνη. «Άσε µε να μείνω για πάντα!». O ήλιος δεν της το χάλασε το χατίρι. «Μείνε!», της είπε. Κι η ηλιαχτίδα, χαρούµενη, άρχισε να ψάχνει να βρει το πού θα έστηνε το νέο σπιτικό της. Έψαξε εκεί που φυτρώνουν τα λουλούδια. Κι εκεί που υψώνονται τα πεύκα. Εκεί που κοιμούνται τα ελάφια. Εκεί που ξεδιψούνε τα πουλιά. Παντού ήταν όμορφα! Ποιο μέρος να πρωτοδιαλέξει; Ώσπου µια µέρα συνάντησε ένα δέντρο. Μικρό ήταν. Μα είχε καταπράσινα φύλλα, µε όμορφη μυρωδιά. Είχε και κάτι ολοστρόγγυλους καρπούς, που κρεμόντουσαν από τα κλαδιά του. Κάτω από τη φλούδα τους -κι αυτή μυρωδάτη ήταν- η ηλιαχτίδα άκουσε τους χυμούς να την προσκαλούνε: «Σ' εμάς μείνε!», είπαν. «Σ' αυτό το πορτοκάλι!». Κι έτσι έκανε. Από τότε είναι που το πορτοκάλι έχει αυτό το λαµπερό χρώμα. Όταν το πιάνεις στα χέρια σου, λες και κρατάς τον ήλιο. Ίδια μ' αυτόν λάμπει. Μάνος Κοντολέων