×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.


image

Ντίκενς, Κ. - Χριστουγεννιάτικη Ιστορία (Andreas Playmobilegolas), 4. Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος

4. Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος

Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρούτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μία τεράστια μαύρη κάπα και μία κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρούτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του.

«θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τι μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν' αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω».

Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρούτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρούτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και ο Σκρούτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, που τον παρέσυρε στο άγνωστο.

Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα με τον Σκρούτζ ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους. «Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος. «Χθες βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος. «Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος. «Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!».

Ο Σκρούτζ ένιωσε οίκτο γι' αυτόν που μιλούσαν. Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Μάταια όμως έψαξε να βρει και τον εαυτό του.

«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρούτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…».

Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας.

Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. Ο Σκρούτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δυό γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ' εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρούτζ.

«Καλά που κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα. «Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας.

«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα που πέθαινε». Ο Σκρούτζ παρακολουθούσε αηδιασμένος την κουβέντα τους. «Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος». Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα.

«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρούτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ' ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…».

Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήσαν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό.

«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ. «Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά».

«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τιμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι».

Εκείνη τη στιγμή ο Μπόμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε: «Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τιμ, έτσι; Η ανάμνηση του της υπομονής και της ευγενείας του θα μας κρατήσει για πάντα ενωμένους!».

«Ναι! Ναι!» φώναξαν τα παιδιά. «Ε, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπόμπ «πολύ ευτυχισμένος!».

Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρούτζ.

«Πνεύμα», είπε ο Σκρούτζ, «σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; θα ήθελα να δω και τη δική μου πορεία στο μέλλον».

Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρούτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.

«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δω πως θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρούτζ. Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρούτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος που καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρούτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του. Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρούτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρούτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».

«Μα, τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «και οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!».

«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;».

Πάνω στην αγωνία του ο Σκρούτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -το Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρούτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναι, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ' όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, που χτυπούσαν χαρούμενες σ' όλη την πόλη.


4. Το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος 4\. The Christmas Spirit of the Future

Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρούτζ. Before long, another ghost, shrouded in mist, slowly walked towards Scrooge. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μία τεράστια μαύρη κάπα και μία κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. He noticed that this Spirit was wearing a huge black cape and a hood that completely hid his face. Ο Σκρούτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του. Scrooge almost fainted from his fright.

«θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. "you must be the Christmas Spirit of the Future," he whispered. «Τι μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν' αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω». "What does the future hold for me? Maybe I'll change... I'm ready to follow you."

Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρούτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Despite his brave words, Scrooge was so afraid of this ghost that his legs began to tremble. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. He couldn't take a step. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρούτζ μέχρι να συνέλθει. The Spirit stood still, patiently waiting for Scrooge to come to his senses. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Then he moved quietly. Και ο Σκρούτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, που τον παρέσυρε στο άγνωστο. And Scrooge followed it as if enveloped by the Spirit's cloak, which carried him away into the unknown.

Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Crowding and commotion in the stock market. Το Πνεύμα με τον Σκρούτζ ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους. The Spirit with Scrooge among the stockbrokers and traders. «Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος. "When did he die;" someone in the crowd asked. «Χθες βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος. "Last night, I think," replied another. «Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος. "I can't believe anyone stepped on his funeral," commented a third. "Je ne pense pas que quiconque soit intervenu à ses funérailles", a commenté un troisième. «Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!». "He was finally unbuttoned... Everyone hated him!". "Il était enfin déboutonné, tout le monde le détestait !"

Ο Σκρούτζ ένιωσε οίκτο γι' αυτόν που μιλούσαν. Scrooge felt sorry for the one they were talking about. Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. He wondered why the Spirit had brought him to this place. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Then he recognized another broker in his usual place. Μάταια όμως έψαξε να βρει και τον εαυτό του. But he tried in vain to find himself.

«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρούτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…». "Perhaps," he thought, "the Scrooge of the future will give up trading and turn to other pursuits..."

Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. He turned to ask the Spirit. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. But he was still silent. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. He only raised his hand and pointed with his long finger in some direction. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. It was time to continue their journey. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας. The old man felt a cold sweat run down his spine.

Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. They arrived in a notorious neighborhood of the city. Ο Σκρούτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Scrooge had never set foot there before. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! At the end of a dirty alley was a wretched shelter-nest of lobo-divers! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δυό γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Inside, three thieves, a man and two women, in tattered clothes, were sharing their loot. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ' εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρούτζ. The drapes thrown to the floor were the same as those in Scrooge's bedroom.

«Καλά που κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα. "Good thing we grabbed them," cooed one woman. "C'est bien que nous l'ayons fait et que nous les ayons attrapés", a crié une femme. «Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας. "Nobody's going to be interested in his stuff anyway," the man added. "De toute façon, personne ne va s'intéresser à ses affaires", a ajouté l'homme.

«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. "You stingy old man," cursed the other woman. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα που πέθαινε». "If he was a good man, someone would be by his side when he died." "S'il était un homme bon, quelqu'un serait à ses côtés quand il mourrait." Ο Σκρούτζ παρακολουθούσε αηδιασμένος την κουβέντα τους. Scrooge watched their conversation in disgust. «Πνεύμα», φώναξε. "Spirit," he cried. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος». "Let's get out of this awful place, please." "Sortons de cet endroit horrible, s'il te plaît." Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα. But the silence of the Spirit froze his blood. Mais le silence de l'Esprit glaça son sang.

«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρούτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. “Spirit,” whimpered Scrooge, “help me forget this sad scene. Πήγαινέ με σ' ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…». Take me to a place where people speak kindly of the dead…”.

Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. The Spirit then led him down familiar roads, back to Bob Cratchit's house. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήσαν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. His wife and children were all gathered around the fire. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό. But the poor room was strangely silent.

«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ. "Your father won't be long," said Mrs. Cratchit. "Ce ne sera pas long avant votre père", a déclaré Mme Kracit. «Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. "He's only a few minutes late," said one of the children. "Il n'y a que quelques minutes de retard", a déclaré l'un des enfants. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά». "He's walking more slowly these days." "Il marche plus lentement ces jours-ci."

«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τιμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι».

Εκείνη τη στιγμή ο Μπόμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε: «Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τιμ, έτσι; Η ανάμνηση του της υπομονής και της ευγενείας του θα μας κρατήσει για πάντα ενωμένους!». Then he said, "We're never going to forget our little Tim, are we?" The memory of his patience and kindness will keep us united forever! "

«Ναι! Ναι!» φώναξαν τα παιδιά. «Ε, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπόμπ «πολύ ευτυχισμένος!».

Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρούτζ.

«Πνεύμα», είπε ο Σκρούτζ, «σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; θα ήθελα να δω και τη δική μου πορεία στο μέλλον».

Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρούτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.

«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δω πως θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρούτζ. Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρούτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος που καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρούτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του. Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρούτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρούτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».

«Μα, τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «και οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!».

«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;».

Πάνω στην αγωνία του ο Σκρούτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -το Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρούτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναι, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ' όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, που χτυπούσαν χαρούμενες σ' όλη την πόλη.