×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.


image

Ντίκενς, Κ. - Χριστουγεννιάτικη Ιστορία (Andreas Playmobilegolas), 1. Το Φάντασμα του Μάρλεϊ

1. Το Φάντασμα του Μάρλεϊ

1.Το Φάντασμα του Μάρλεϊ

Παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ' το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρούτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δεν ζέσταιναν αρκετά. Όχι ότι έλειπαν του Σκρούτζ τα χρήματα για ν' αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρούτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπόμπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, που έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο.

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!».

«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ο Σκρούτζ.

«Θείε μου, μη μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το μεσημέρι», είπε ο Φρεντ, ο ανιψιός του.

Αλλά ο Σκρούτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δεν γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως η απάντηση του Σκρούτζ δε χάλασε το κέφι του Φρεντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπόμπ Κράτσιτ.

Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν' ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυό κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρούτζ και Μάρλεϊ;» ρώτησε ο πρώτος.

«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϊ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρούτζ.

«Τα συλλυπητήρια μου», είπε ο δεύτερος.

«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;».

Ο γέρο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μία πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δυό επισκέπτες.

Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.

Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρούτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπόμπ Κράτσιτ ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

«Υποθέτω ότι δεν θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρούτζ με δυσφορία. Ο Μπόμπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Α-α-αν δε σας πειράζει, κυ-κυ-κύριε Σκρούτζ», τραύλιζε ο καημένος ο Μπόμπ.

«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρούτζ. «Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!».

Ο Μπόμπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρεί κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο.

Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρούτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μια γειτονική ταβέρνα.

Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζακ Μάρλεϊ.

Ο Σκρούτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ' ένα απόκοσμο φως. Ο Σκρούτζ, παραξενεμένος, έσκυψε να εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϊ να τον κοιτάζει!.. Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρούτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα.

Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τις παντόφλες του και κάθησε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ' τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρούτζ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε.

«Ποιος ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζακ Μάρλεϊ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;».

Το φάντασμα του Μάρλεϊ κάθησε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ο Σκρούτζ, που κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά: «Τζακ, πες μου, τι θέλεις;».

«Βλέπεις αυτές τις αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δεις και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρούτζ!». Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:

«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα, θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!..».

Και με τα λόγια αυτά ο Μάρλεϊ ξαναέφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα που περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. Εξαντλημένος ο Σκρούτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.


1. Το Φάντασμα του Μάρλεϊ 1\. The Ghost of Marley

1.Το Φάντασμα του Μάρλεϊ 1\. Marley's Ghost

Παραμονή Χριστουγέννων. Christmas Eve. Σκυμμένος πάνω απ' το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρούτζ δούλευε ασταμάτητα. Leaning over his desk, Ebenezer Scrooge worked non-stop. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δεν ζέσταιναν αρκετά. The room was rather cold, because the few coals on the stove were not warm enough. Όχι ότι έλειπαν του Σκρούτζ τα χρήματα για ν' αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Not that Scrooge lacked the money to buy more coals. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρούτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! But Ebenezer Scrooge was an awesome miser! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπόμπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, που έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. In the next room, without a heater, worked Bob Kratzit, his messenger, who was shaking all over from the frost. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο. Suddenly the door opened and a smiling man entered the office.

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!». "Uncle, Merry Christmas!"

«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ο Σκρούτζ. "Bad, cold and upside down," Scrooge grumbled.

«Θείε μου, μη μουτρώνεις. "My uncle, do not pout. Ήρθα να σε καλέσω για το μεσημέρι», είπε ο Φρεντ, ο ανιψιός του. "I came to call you for lunch," said Fred, his nephew.

Αλλά ο Σκρούτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. But Scrooge declined the invitation. Ποτέ του δεν γιόρταζε τα Χριστούγεννα. He never celebrated Christmas. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. He considered them a waste of time. Όμως η απάντηση του Σκρούτζ δε χάλασε το κέφι του Φρεντ. But Scrooge's answer did not spoil Fred's fun. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπόμπ Κράτσιτ. He left smiling, after previously exchanging wishes with Bob Kratsit.

Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. A few minutes later there was a knock on the door. Ο υπάλληλος έτρεξε ν' ανοίξει. The clerk ran to open it. Παρουσιάστηκαν δυό κύριοι. Two gentlemen appeared.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρούτζ και Μάρλεϊ;» ρώτησε ο πρώτος. "Is Scrooge and Marley here?" asked the first.

«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϊ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρούτζ. "My partner, Marley, died like tonight seven years ago," Scrooge replied coldly.

«Τα συλλυπητήρια μου», είπε ο δεύτερος. "My condolences," said the second.

«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. "We are raising money for the poor. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Tomorrow, which dawns a day of joy, there are, unfortunately, people suffering from cold and hunger. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;». "Can we have your assistance?"

Ο γέρο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μία πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δυό επισκέπτες. The old man with the splinter did not intend to spend a single penny to help his fellow human beings and responded negatively to the two visitors.

Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο. They left disappointed, without putting more pressure on him.

Νύχτωσε. It was night. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. It's time to close the office. Ο Σκρούτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Scrooge put on his coat and hat and picked up his cane. Με τη σειρά του, ο Μπόμπ Κράτσιτ ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει. In turn, Bob Cracite prepared to leave.

«Υποθέτω ότι δεν θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρούτζ με δυσφορία. "I guess you do not want to work tomorrow," Scrooge told him with embarrassment. Ο Μπόμπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Bob nodded in agreement.

«Α-α-αν δε σας πειράζει, κυ-κυ-κύριε Σκρούτζ», τραύλιζε ο καημένος ο Μπόμπ. "If you do not mind, Mr. Scrooge," stumbled poor Bob.

«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρούτζ. "I do not like being paid when you are not working," Scrooge interrupted. «Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!». "Anyway, the day after tomorrow you will start work early!"

Ο Μπόμπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρεί κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο. Bob thanked him and ran outside to find some kids having fun sliding on the icy road.

Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρούτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μια γειτονική ταβέρνα. Ignoring the festive atmosphere, Scrooge ate, as usual, alone in a neighboring tavern.

Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Then he pulled for his house. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. The building where he lived was located on the edge of a narrow and dark street. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζακ Μάρλεϊ. The old and dilapidated apartment once belonged to his partner, Jack Marley.

Ο Σκρούτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Scrooge took out the key to unlock the front door. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. The knocker, although large, had nothing particularly beautiful on it. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ' ένα απόκοσμο φως. And yet, that night he seemed bathed in an eerie light. Ο Σκρούτζ, παραξενεμένος, έσκυψε να εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϊ να τον κοιτάζει!.. Scrooge, strangely, bent down to look better… and then saw Marley's face looking at him! .. Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. The next moment, however, it became a common knocker again. Ταραγμένος ο Σκρούτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα. Confused, Scrooge entered the apartment, locked the door behind him, and walked into the hall.

Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τις παντόφλες του και κάθησε μπροστά στο τζάκι. Then he took off his coat, put on his slippers and sat in front of the fireplace. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. A few faint flames flickered on the grill. Ξαφνικά, απ' τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Suddenly, he heard heavy chains crawling from the side of the warehouse. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. A strange shadow slid through the closed door and, floating, came and stood in the middle of the room. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. This time there was no doubt. Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρούτζ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. It was the ghost of Scrooge's old partner, who had died just seven years ago. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. The old man could not believe his eyes.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε. "Who you are;" whispered.

«Ποιος ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. "Who was I!" the ghost corrected him. «Ήμουν ο Τζακ Μάρλεϊ, ο συνέταιρός σου. “I was Jack Marley, your partner. Δε με θυμάσαι;». Don't you remember me?"

Το φάντασμα του Μάρλεϊ κάθησε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Marley's ghost sat in his favorite armchair. Ο Σκρούτζ, που κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά: «Τζακ, πες μου, τι θέλεις;». Scrooge, almost fainting from his fear, asked imploringly, "Jack, tell me, what do you want?"

«Βλέπεις αυτές τις αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. "See those chains?" the ghost asked him. «Κάθε κρίκος τους αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα της ζωής μου. "Each link of them represents a bad conversation of my life. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. As for the heavy safes I'm lugging around? It's the riches I accumulated and didn't use properly. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δεις και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρούτζ!». I want you to think about all this seriously and see your own life differently, Scrooge!' Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε: The ghost was silent for a moment and then continued:

«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. “I came to warn you. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα, θα έρθουν τρία πνεύματα. You have one more chance to escape my fate, three spirits will come. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. The first one will visit you tonight, at one after midnight. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. The second tomorrow, same time. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. And the third day after tomorrow, as soon as the clock strikes twelve. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!..». This is your last hope!..”

Και με τα λόγια αυτά ο Μάρλεϊ ξαναέφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα που περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. And with these words Marley left again to meet the other ghosts who roam ceaselessly in the mists of eternity. Εξαντλημένος ο Σκρούτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως. Exhausted, Scrooge fell undressed onto his bed and promptly fell asleep.