×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.


image

Μαθαίνουμε στο Σπίτι, Γλώσσα - Μεταβατικά, αμετάβατα, συνδετικά ρήματα - ΣΤ' Δημοτικού Επ. 15

Γλώσσα - Μεταβατικά, αμετάβατα, συνδετικά ρήματα - ΣΤ' Δημοτικού Επ. 15

Γεια σας

με λένε Μαρία Kουτσοκέρα,

είμαι δασκάλα της έκτης δημοτικού

και σήμερα θα μιλήσουμε για τη γλώσσα της ίδιας τάξης

και πιο συγκεκριμένα για την ενότητα 10.

Θα μιλήσουμε δηλαδή για τα μεταβατικά,

τα αμετάβατα και τα συνδετικά ρήματα

και στο τέλος θα κάνουμε μια μικρή ανακεφαλαίωση.

Για να ξεκινήσουμε με την πρώτη μεγάλη κατηγορία.

Τα μεταβατικά ρήματα είναι τα ρήματα που παίρνουν αντικείμενο

ή αντικείμενα ως απαραίτητο συμπλήρωμα της σημασίας τους.

Για παράδειγμα η Ελένη έκοψε το τριαντάφυλλο.

Ξεκινάμε πάντοτε από τους βασικούς όρους της πρότασης

και πιο συγκεκριμένα από το ρήμα

που εδώ το ρήμα μας είναι το "έκοψε".

Ρωτάμε ποιος έκοψε;

Για να βρούμε το υποκείμενο

να δούμε ποιος κάνει αυτό που λέει το ρήμα

βλέπουμε ότι το υποκείμενο είναι η Ελένη

και τώρα θα ρωτήσουμε.

Τι έκοψε η Ελένη;

Έκοψε το τριαντάφυλλο, αυτό είναι το αντικείμενο

είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της πρότασης

για να καταλάβουμε καλύτερα το νόημα του ρήματος.

Για να δούμε, με άλλα λόγια πώς μπορούμε να πούμε

τα μεταβατικά ρήματα είναι τα ρήματα που η ενέργεια τους

μεταβαίνει, πηγαίνει θα λέγαμε, από το ρήμα σε έναν άνθρωπο, σε ένα ζώο ή σε ένα πράγμα

που αποτελεί το αντικείμενο του.

Για παράδειγμα ο αδερφός μου άνοιξε το δώρο του.

Ξεκινάμε πάλι και βρίσκουμε το ρήμα.

Ποιο είναι το ρήμα;

Άνοιξε .

ποιος άνοιξε;

Για να βρούμε το υποκείμενο, ο αδερφός μου.

Και τώρα θα ρωτήσουμε, τι άνοιξε ο αδερφός μου;

το δώρο του, είναι το αντικείμενο στο οποίο μεταβαίνει η ενέργεια του ρήματος.

Τι άνοιξε;

Το δώρο.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε κάποια πράγματα

που ξέρουμε για το αντικείμενο, πολύ σημαντικά.

Το αντικείμενο, όπως είπαμε, είναι η λέξη ή η φράση

στην οποία μεταβιβάζεται η ενέργεια του ρήματος.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το αντικείμενο

είναι σε πτώση αιτιατική και το βρίσκουμε αν απαντήσουμε στην ερώτηση

τι; ποιον; ποια; ποιο;

ή, αν είμαστε στον πληθυντικό, ποιους; ποιες; ποια;

Σε λίγες περιπτώσεις, το συναντούμε και σε πτώση γενική

και το βρίσκουμε απαντώντας στην ερώτηση "σε ποιον";

Μπορεί, επίσης, το αντικείμενο να είναι εμπρόθετο

δηλαδή να είναι πρόθεση μαζί με το άρθρο της λέξης

και να σχηματίσει το "στον", "στην", "στο" κτλ.

Τι άλλο πρέπει να πούμε για το αντικείμενο;

Αντικείμενο μπορεί να είναι οποιαδήποτε μέρος του λογου

ακόμα και ολόκληρη πρόταση η οποία έχει το ρόλο του ουσιαστικού.

Κλείνοντας αυτή την μικρή αναφορά στο αντικείμενο

ας επανέλθουμε στα μεταβατικά ρήματα

να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει με αυτά.

Υπάρχουν δύο είδη μεταβατικών ρημάτων:

το πρώτο είδος είναι να τα μονόπτωτα

τα οποία είναι τα ρήματα που για να συμπληρωθεί το νόημά τους ,

αρκεί μόνο ένα αντικείμενο

συνήθως σε πτώση αιτιατική, όπως είπαμε.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα μονόπτωτων μεταβατικών ρημάτων.

Το πρώτο παράδειγμα μας λέει

οι θεατές παρακολουθούν τον ακροβάτη με μεγάλη αγωνία.

Ξεκινάμε και βρίσκουμε πάντα το ρήμα μας.

Παρακολουθούν, ποιοι παρακολουθούν;

Οι θεατές, το υποκείμενο.

Τι παρακολουθούν οι θεατές;

Τον ακροβάτη, το αντικείμενο.

Παρατηρήστε ότι εδώ ο ακροβάτης είναι ουσιαστικό

γιατί, στις περισσότερες περιπτώσεις, το αντικείμενο είναι ουσιαστικό,

Ας δούμε άλλες περιπτώσεις.

Τους κάλεσα στη γιορτή.

Το ρήμα μου είναι το "κάλεσα",

το υποκείμενο, εννοείται, το καταλαβαίνω από την κατάληξη

ότι είναι το "εγώ", "εγώ κάλεσα".

Ποιους κάλεσα;

"Τους", το αντικείμενο, είναι ο αδύναμος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας

δηλαδή, αυτούς κάλεσα στη γιορτή.

Συνεχίζουμε...

Οι εξετάσεις δεν δυσκόλεψαν τους διαβασμένους.

Βρίσκουμε πρώτα το ρήμα μας

Δεν δυσκόλεψαν.

ποιοι ή ποιες δεν δυσκόλεψαν;

"ι εξετάσεις, το υποκείμενο.

Και τώρα θα ρωτήσουμε "ποιους δεν δυσκόλεψαν οι εξετάσεις;"

Τους διαβασμένους, το αντικείμενο.

Εδώ βλέπουμε ότι το αντικείμενο είναι μια μετοχή.

Για να δούμε παρακάτω.

Έστειλαν τους καλύτερους στους αγώνες.

Ξεκινάμε πάντα από το ρήμα, έστειλαν.

Ποιοι έστειλαν;

Για να βρούμε το υποκείμενο.

Εννοείται ότι "αυτοί έστειλαν", το καταλαβαίνω

από την κατάληξη του ρήματος.

Τι έστειλαν αυτοί;

Τους καλύτερους.

Εδώ το αντικείμενο είναι ένα επίθετο.

Και μάλιστα ένα επίθετο στον υπερθετικό βαθμό.

Για να δούμε το επόμενο παράδειγμα.

Αυτά φτάνουν στον Σωτήρη.

"Φτάνουν", το ρήμα μου.

Ποιοι φτάνουν ή ποια φτάνουν;

"Αυτά φτάνουν", το υποκείμενο.

Σε ποιον φτάνουν;

Στον Σωτήρη.

Εδώ βρίσκουμε μία περίπτωση που το αντικείμενό μας

είναι εμπρόθετο,στον Σωτήρη.

Για να συνεχίσουμε τα παραδείγματα μας.

Το μωρό τρώει κρέμα με λαχανικά.

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα,

το ρήμα εδώ είναι το "τρώει".

"Ποιος τρώει;" για να βρούμε το υποκείμενο.

Το μωρό είναι το υποκείμενο.

Τι τρώει το μωρό;

...για να βρούμε το αντικείμενο.

"Κρέμα με λαχανικά", εδώ μια ολόκληρή φράση

είναι αντικείμενο του ρήματος "τρώει".

Και συνεχίζουμε.

Θα μάθεις πολύ σύντομα το πώς και το γιατί,

Εδώ το ρήμα μου είναι το "θα μάθεις".

Ποιος, "θα μάθεις";"

Εσύ, εννοείται το υποκείμενο.

Και τώρα θα ρωτήσουμε, τι θα μάθεις εσύ;

Το πώς και το γιατί, το αντικείμενο, που είναι μία φράση

που μπροστά έχει άρθρο.

Επόμενη πρόταση.

H ανιψιά μου μοιάζει πολύ του πατέρα της.

Αυτό το παράδειγμα αλλάζει λίγο, για να δούμε.

Το ρήμα μου είναι το "μοιάζει".

Πολύ ωραία.

Ποιος μοιάζει;

"η ανιψιά μου", το υποκείμενο.

Τώρα θα ρωτήσω, σε ποιον μοιάζει;

Του πατέρα της.

Mέχρι τώρα όσα αντικείμενα είχαμε βρει,

ήτανε σε αιτιατική.

Τώρα βρήκαμε ένα αντικείμενο σε γενική,

γι' αυτό ρωτήσαμε "σε ποιον".

Για να συνεχίσουμε.

Διάβασα τα Μαθηματικά, τη Γεωγραφία και τα Θρησκευτικά.

Το ρήμα μου είναι το "διάβασα".

Ποιος,"διάβασα";

Ποιος έκανε αυτή την ενέργεια;

Εγώ διάβασα.

Τι διάβασα εγώ όμως;

Διάβασα τα Μαθηματικά, τη Γεωγραφία και τα Θρησκευτικά.

Αυτές οι τρεις λέξεις είναι το αντικείμενο του ρήματος.

Προσοχή, θεωρούνται ως ένα αντικείμενο

γιατί ενώνονται μεταξύ τους με κόμματα

και είναι και στην ίδια πτώση.

Σας θυμίζει λίγο και το ασύνδετο σχήμα;

Τελευταίο παράδειγμα,

Κανονίσαμε να συναντηθούμε αύριο.

Εδώ το ρήμα μου είναι το "κανονίσαμε",

Ποιοι, "κανονίσαμε";

Εμείς κανονίσαμε.

Τι κανονίσαμε εμείς;

Κανονίσαμε να συναντηθούμε αύριο,

εδώ το αντικείμενο είναι μια ολόκληρη δευτερεύουσα πρόταση,

βλέπουμε λοιπόν ότι το αντικείμενο μπορεί να είναι ουσιαστικό

αλλά και οποιοδήποτε άλλο μέρος του λόγου

είτε με άρθρο είτε χωρίς.

Για να συνεχίσουμε στο δεύτερο είδος μεταβατικών ρημάτων,

η δεύτερη κατηγορία είναι τα δίπτωτα.

Που εδώ τα ρήματα χρειάζονται δύο αντικείμενα

για να συμπληρωθεί το νόημά τους.

Ένα άμεσο και ένα έμμεσο.

Ας δούμε ένα παράδειγμα.

Έδωσα τα εισιτήρια της Χριστίνας.

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα "έδωσα".

Ποιος "έδωσα";

"Εγώ", το υποκείμενο, εννοείται.

Τι έδωσα;

"Τα εισιτήρια", είναι το άμεσο αντικείμενο,

είναι το αντικείμενο που πηγαίνει η ενέργεια του ρήματος άμεσα

για να συμπληρωθεί όμως το νόημα θα πρέπει να ρωτήσω,

σε ποιον έδωσα τα εισητήρια;

..."της Χριστίνας", το δεύτερο αντικείμενο σε γενική

εδώ βλέπουμε ότι το δεύτερο αντικείμενο,

το έμμεσο που είναι σε γενική, της Χριστίνας,

μπορούσαμε να το γράψουμε και σαν εμπρόθετη φράση, "στη Χριστίνα"

δηλαδή, "έδωσα τα εισιτήρια στη Χριστίνα".

Για να δούμε λίγο τους κανόνες

το άμεσο αντικείμενο είναι συνήθως σε πτώση αιτιατική

και απαντά στην ερώτηση, "τι;"

το έμμεσο αντικείμενο

προσέξτε λίγο εδώ την ορθογραφία, το "άμεσο" είναι με ένα μ

το έμμεσο είναι με δύο.

Το έμμεσο αντικείμενο λοιπόν, είναι συνήθως σε πτώση γενική

και απαντά στην ερώτηση, "σε ποιον;"

κάποιες φορές το έμμεσο αντικείμενο μπορεί να είναι και αυτό σε πτώση αιτιατική

και να απαντά στην ερώτηση "ποιον;'"

και τέλος μπορεί να συναντήσουμε το αντικείμενο αυτό με πρόθεση

Για να δούμε μερικά παραδείγματα.

"Η γιαγιά έφτιαξε μακαρονάδα του Γιάννη", ξεκινάμε πάλι από το ρήμα μας...

"έφτιαξε", ποιος έφτιαξε;

Η γιαγιά

Τι "έφτιαξε η γιαγιά";

"μακαρονάδα", το άμεσο αντικείμενο

σε ποιον έφτιαξε μακαρονάδα;

"του Γιάννη", το έμμεσο αντικείμενο..

Παρατηρούμε εδώ ότι το άμεσο αντικείμενο είναι σε αιτιατική

ενώ το έμμεσο είναι σε γενική.

Και συνεχίζουμε...

"Ο Γιώργος μου έστειλε τις σημειώσεις του".

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα

"έστειλε" το ρήμα μου

ποιος, "έστειλε;"

για να βρω το υποκείμενο

ο Γιώργος έστειλε

και τώρα θα ρωτήσω

τι "έστειλε ο Γιώργος;"

..."τις σημειώσεις του", το άμεσο αντικείμενο

και για να συμπληρωθεί η έννοια του ρήματος

θα ρωτήσω, "σε ποιον;"

μου έστειλε, σε μένα έστειλε

άρα έχουμε πάλι αδύναμο τύπο προσωπικής αντωνυμίας.

Άρα βλέπουμε ότι τις σημειώσεις είναι αιτιατική

είναι το άμεσο αντικείμενο

ενώ το "μου" που είναι γενική, είναι το έμμεσο αντικείμενο

Συνεχίζουμε....

"Η Κατερίνα έδωσε της Άννας το καινούργιο μολύβι. "

"Έδωσε", το ρήμα μου.

"ποιος έδωσε;" για να βρω το υποκείμενο.

"H Κατερίνα" έδωσε.

Τι "έδωσε η Κατερίνα;"

"το καινούργιο μολύβι"

αυτό είναι το άμεσο αντικείμενο.

Σε ποιον "έδωσε η Κατερίνα το καινούργιο μολύβι;"

"της Άννας", είναι το έμμεσο αντικείμενο.

Εδώ πάλι βλέπουμε ότι το άμεσο αντικείμενο

είναι σε πτώση αιτιατική και το έμμεσο είναι σε γενική

και συνεχίζουμε...

"Του έδειξα την απόδειξη."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "έδειξα"

ποιος "έδειξα";

"Εγώ"

Τι "έδειξα"; "την απόδειξη "

Σε ποιον "έδειξα την απόδειξη";

"του έδειξα", σε αυτόν, την απόδειξη

είναι αιτιατική και είναι άμεσο αντικείμενο,

"του" είναι γενική, είναι έμμεσο αντικείμενο.

Άρα, σε όλα αυτά τα παραδείγματα, έχουμε δει άμεσο αντικείμενο σε αιτιατική,

έμμεσο αντικείμενο, σε γενική.

Για να συνεχίσουμε με κάποιες, λίγο πιο σύνθετες, περιπτώσεις.

"Με πότισε φαρμάκι."

...μεταφορική πρόταση

Ποιο είναι το ρήμα μας; "πότισε"

Ποιος, το υποκείμενο;

Ποιος "πότισε";

Αυτός, πότισε

Ποιον πότισε;

"Εμένα, με πότισε", ο αδύναμος τύπος

Τι με πότισε;

"Φαρμάκι", το έμμεσο αντικείμενο.

Eδώ τι παρατηρούμε;

Παρατηρούμε ότι, και το "με", ο αδύναμος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας,

και το "φαρμάκι" είναι και τα δύο σε πτώση αιτιατική.

Άρα είναι η περίπτωση που έχω και τα δύο αντικείμενα σε αιτιατική

και κάπως πρέπει να τα ξεχωρίσω.

Εδώ, ο τρόπος που θα ξεχωρίσουμε,

το άμεσο και το έμμεσο αντικείμενο, είναι ο εξής:

ως άμεσο αντικείμενο θεωρούμε το πρόσωπο

άρα το "με", είναι το άμεσο αντικείμενο και

ως έμμεσο αντικείμενο θεωρούμε το πράγμα, θα λέγαμε,

το "φαρμάκι", λοιπόν.

Επίσης, ένας άλλος τρόπος για να ξεχωρίζουμε

το άμεσο και το έμμεσο αντικείμενο όταν είναι και τα δύο στην αιτιατική,

είναι να δούμε ποια, ποιο, μάλλον

από τα δύο αντικείμενα, μπορεί να αντικατασταθεί

με φράση, με πρόθεση.

Εδώ, στην πρόταση που είμαστε

"με πότισε φαρμάκι", βλέπουμε ότι το "φαρμάκι"

θα μπορούσαμε να το αντικαταστήσουμε με την φράση

"με φαρμάκι", "με πότισε με φαρμάκι"

Έτσι λοιπόν ξεχωρίζουμε ότι το "φαρμάκι" είναι το έμμεσο αντικείμενο.

Συνεχίζουμε...

"Ο Δημήτρης μαθαίνει τη Μαρία χορό."

"Μαθαίνει", το ρήμα μου.

Ποιος "μαθαίνει";

"Ο Δημήτρης" μαθαίνει, το υποκείμενο

τι, "μαθαίνει ο Δημήτρης";

"χορό", το άμεσο αντικείμενο

ποιον "μαθαίνει";

"τη Μαρία".

Εδώ βλέπουμε μια αντίθεση, βλέπουμε ότι το πρόσωπο,

είναι το έμμεσο αντικείμενο και το πράγμα είναι το άμεσο αντικείμενο.

Είναι ανάποδα, δηλαδή, από το προηγούμενο παράδειγμα.

Πώς τα ξεχωρίζουμε;

Πάλι ψάχνοντας ποιο από τα δύο αντικείμενα

μπορεί να αντικατασταθεί με φράση που έχει πρόθεση.

Eδώ, βλέπουμε ότι η φράση" τη Μαρία" μπορεί να αντικατασταθεί

με τη φράση "στη Μαρία", δηλαδή,

"ο Δημήτρης μαθαίνει στη Μαρία χορό"

έτσι, γίνεται ξεκάθαρο ότι "ο χορός" είναι το άμεσο αντικείμενο

και το "στη Μαρία" ή "τη Μαρία", που έχουμε εδώ στην πρόταση μας, είναι το έμμεσο.

Και συνεχίζουμε με το προτελευταίο παράδειγμα.

Γέμισε το ποτήρι σου χυμό.

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα, "γέμισε" το ρήμα

Ποιος, το υποκείμενο;

"Εσύ γέμισε"

Τι "γέμισε";

"Το ποτήρι σου".

Με τι "γέμισε το";

"Με χυμό" ή, αλλιώς, "χυμό", σκέτο, το έμμεσο αντικείμενο.

Εδώ βλέπουμε ότι και τα δύο αντικείμενα

είναι σε αιτιατική και είναι και τα δύο πράγματα, και το ποτήρι, και ο χυμός.

Πάλι ακολουθούμε τον κανόνα που ακολουθήσαμε

στις δύο προηγούμενες προτάσεις, που μας λέει ποια λέξη μπορεί να αντικατασταθεί

με φράση με πρόθεση; Η λέξη "χυμός".

Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να πούμε αλλιώς την πρόταση.

Γέμισε το ποτήρι σου με χυμό.

Έτσι λοιπόν καταλαβαίνουμε ότι "ο χυμός" είναι το έμμεσο αντικείμενο

Και συνεχίζουμε με το τελευταίο μας παράδειγμα.

Γέμισες το σπίτι χώματα.

"Γέμισες". Ποιος, "γέμισες";

"Εσύ γέμισες" ,να το το υποκείμενο

Τι "γέμισες";

"Το σπίτι".

Με τι "το γέμισες";

"Χώματα".

Πάλι εδώ βλέπουμε ότι έχουμε δύο αντικείμενα, που είναι

και τα δύο πράγματα και είναι σε πτώση αιτιατική.

Έτσι λοιπόν, βλέπουμε ότι η λέξη "χώμα", μάλλον η λέξη "χώματα"

που έχουμε στην πρόταση, μπορεί να αντικατασταθεί από τη φράση

"με χώματα", "γέμισες το σπίτι με χώματα".

Άρα, η λέξη που μπορεί να αντικατασταθεί με εμπρόθετη φράση

είναι το έμμεσο αντικείμενο.

Ας δούμε τώρα μερικά παραδείγματα αμετάβατων ρημάτων.

"Το διαμάντι γυαλίζει".

"Γυαλίζει", το ρήμα μου.

Ποιος, "γυαλίζει";

Το διαμάντι.

Και τελειώνει η πρόταση μου, δεν έχει κάτι άλλο, ολοκληρώθηκε το νόημα.

Συνεχίζουμε...

"Το μωρό κλαίει δυνατά".

Πάλι ξεκινάω από το ρήμα, από τους κύριους όρους της πρότασης, δηλαδή.

Το ρήμα μου είναι το "κλαίει".

Ποιος "κλαίει"; Να βρούμε το υποκείμενo.

"Το μωρό" κλαίει.

Βλέπω ότι δεν έχει νόημα να ρωτήσω "τι"

και καταλαβαίνω ότι έχει ολοκληρωθεί το νόημα του ρήματος.

Κατάλαβα τι έκανε "το μωρό".

Συνεχίζουμε...

"Η παλιά πόρτα τρίζει."

Βρίσκω το ρήμα μου, είναι το "τρίζει".

Ποιος "τρίζει"; για να βρω το υποκείμενο

"Η παλιά πόρτα". Και εδώ πάλι ολοκληρώνεται το νόημα.

Δε χρειάζεται να ρωτήσω κάτι άλλο

Συνεχίζουμε στην επόμενη πρόταση.

"Ξυπνάς νωρίς το πρωί;"

Το ρήμα μου είναι το "ξυπνάς".

Ποιος; "Εσύ", ξυπνάς, εννοείται το υποκείμενο

και βλέπω ότι πάλι δεν μπορώ να ρωτήσω "τι",

γιατί δεν έχει νόημα.

Συνεχίζουμε στην επόμενη πρόταση.

"Ο παππούς ξεκουράζεται το μεσημέρι."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "ξεκουράζεται",

ρήμα παθητικής φωνής.

Ποιος "ξεκουράζεται"; Για να βρω το υποκείμενο.

"Ο παππούς", ξεκουράζεται.

Δε θα ρωτήσω κάτι άλλο για να βρω τους κύριους όρους της πρότασης.

Nα διευκρινίσω εδώ ότι "το μεσημέρι" μας δίνει πληροφορία

αλλά όχι τόσο σημαντική, δεν ανήκει στους κύριους όρους της πρότασης

Κι εμείς, που είμαστε εκτάκια, ξέρουμε ότι "το μεσημέρι"

είναι ένας επιρρηματικός προοσδιορισμός του χρόνου.

Άρα λοιπόν και αυτό το ρήμα είναι αμετάβατο,

δεν πήγαινει πουθενά η ενέργεια του ρήματος "ξεκουράζομαι".

Για να δούμε τα τελευταία δύο παραδείγματα.

Χτενίζομαι μπροστά στον καθρέφτη.

"Χτενίζομαι" το ρήμα.

Ποιος;

"Εγώ" χτενίζομαι. Και ολοκληρώθηκε η έννοια του ρήματος.

Kαι τελευταίο παράδειγμα.

"Αυτές τις μέρες δεν κοιμάμαι καλά."

Tο ρήμα μου εδώ είναι το "δεν κοιμάμαι".

Ποιος; Ποιος είναι το υποκείμενο;

"Εγώ" δεν κοιμάμαι. Και τελειώνουμε με τους κύριους όρους της πρότασης.

Kαταλαβαίνουμε λοιπόν ότι το ρήμα "κοιμάμαι" είναι αμετάβατο

γιατί δε χρειάζεται ένα αντικείμενο για να συμπληρωθεί το νόημα του.

Εδώ λοιπόν πρέπει να κάνουμε μία παρατήρηση.

Τα περισσότερα ρήματα της νέας ελληνικής, εμφανίζουν

και τις δύο χρήσεις - μεταβατική και αμετάβατη -

ανάλογα με το γλωσσικό περιβάλλον που εντάσσονται.

Δηλαδή, το ίδιο ρήμα ανάλογα με τη σύνταξη της πρότασης

μέσα στην οποία βρίσκεται, μπορεί να είναι μεταβατικό

αλλά μπορεί να είναι και αμετάβατο.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα σε αυτή την περίπτωση.

Η πρώτη πρόταση είναι: "Ο Χρήστος χτύπησε".

"Χτύπησε", το ρήμα μου,

ποιος "χτύπησε"; "Ο Χρήστος", το υποκείμενο

και εδώ ολοκληρώνεται η πρόταση, δε χρειάζεται κάτι άλλο.

Η ενέργεια από το ρήμα "χτύπησε", δεν μεταβαίνει σε κάποιο αντικείμενο.

Σε αντίθεση, όμως, έχουμε την επόμενη πρόταση, όπου

"ο Χρήστος χτύπησε το κουδούνι".

Ξαναβρίσκω το ρήμα μου, "χτύπησε" πάλι.

Ποιος "χτύπησε";

"Ο Χρήστος", χτύπησε.

Τώρα όμως, για να συμπληρωθεί η έννοια του ρήματος,

xρειάζεται να ρωτήσω

τι "χτύπησε ο Χρήστος";

"Το κουδούνι", εδώ βλέπουμε ότι το ρήμα "χτύπησε" παίρνει αντικείμενο.

Είναι μεταβατικό ρήμα, δηλαδή.

Για να συνεχίσουμε στις επόμενες...

"O κύριος Αντώνης άνοιξε την εξώπορτα."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "άνοιξε".

Ποιος "άνοιξε"; Για να βρω το υποκείμενο.

"Ο κύριος Αντώνης", το υποκείμενο.

Και βλέπω ότι για να καταλάβω τι λέει αυτή η πρόταση

πρέπει να ρωτήσω, τι "άνοιξε ο κύριος Αντώνης;"

"Την εξώπορτα", το αντικείμενο.

Bλέπω ότι η ενέργεια του ρήματος "άνοιξε", πού πηγαίνει;

Στην "εξώπορτα",

άρα, το ρήμα "άνοιξε" είναι μεταβατικό.

Γιατί;

Γιατί παίρνει αντικείμενο.

Για να δούμε όμως την επόμενη πρόταση.

"Άνοιξε το φαρμακείο;'"

"Άνοιξε", πάλι το ρήμα μου.

Ποιος, "άνοιξε;" να βρούμε το υποκείμενο. "Το φαρμακείο", άνοιξε.

Και τελειώνει η πρόταση, δεν έχουμε κάτι άλλο.

Αμετάβατο, λοιπόν, το ρήμα εδώ.

Kαι πάμε στο τελευταίο ζευγάρι προτάσεων.

"Βράζω μακαρόνια."

"Βράζω", το ρήμα μου.

Ποιος; Το υποκείμενο. Ποιος κάνει αυτό που λέει το ρήμα;

"Εγώ", βράζω.

Τι "βράζω εγώ";

Βράζω "μακαρόνια". Το αντικείμενο του ρήματος "βρ'αζω"

Άρα εδώ, είναι μεταβατικό ρήμα.

Αν διαβάσουμε όμως την επόμενη πρόταση,

"τα μακαρόνια βράζουν."

Και κάνουμε σύνταξη αυτής της πρότασης,

Ποιο είναι το ρήμα; "Βράζουν".

Ποιοι "βράζουν" ή ποια "βράζουν";

"Tα μακαρόνια", το υποκείμενο

και ολοκληρώνεται το νόημα της πρότασης.

Άρα, εδώ το ρήμα "βράζω" είναι αμετάβατο.

Δεν πηγαίνει πουθενά η ενέργειά του.

Συνεχίζουμε με την τρίτη μεγάλη κατηγορία των ρημάτων

στη σημερινή ενότητα, τα συνδετικά ρήματα.

Τα ρήματα αυτά δε χρειάζεται αντικείμενο ως συμπλήρωμα της έννοιας τους

αλλά συνδέουν το υποκείμενό τους με μία άλλη λέξη ή φράση

που δίνει πληροφορίες για το υποκείμενο και δείχνει μια ιδιότητα του.

Η λέξη ή φράση που δίνει την πληροφορία για το υποκείμενο

λέγεται "κατηγορούμενο" και βρίσκεται πάντα σε πτώση ονομαστική.

Για να δούμε ένα παράδειγμα:

"Τα θρανία είναι πράσινα."

Ποιο είναι το ρήμα μας;

Το "είναι".

Είμαι σίγουρη ότι, πολλοί από εσάς, το ξέρετε το ρήμα "είναι".

Είναι το πιο γνωστό συνδετικό ρήμα.

"Είναι", λοιπόν.

ποιος "είναι", το υποκείμενό του;

"Τα θρανία" είναι, το υποκείμενο.

Τώρα θα ρωτήσουμε τι "είναι τα θρανία";

Τα θρανία είναι "πράσινα".

Βλέπουμε ότι το "πράσινα" μας δείχνει μία ιδιότητα που έχουν τα θρανία,

άρα η λέξη "πράσινα" είναι το κατηγορούμενο του συνδετικού ρήματος "είναι"

και συνδυάζει το υποκείμενο, δηλαδή τα θρανία, με ένα χαρακτηριστικό τους,

με το ότι είναι πράσινα.

Για να δούμε μερικά από τα πιο συχνά συνδετικά ρήματα

είμαι όπως είπαμε, γίνομαι, φαίνομαι, θεωρούμαι, λέγομαι, μοιάζω ,

ονομάζομαι, αποκαλούμαι, γεννιέμαι, εκλέγομαι, διορίζομαι, κρίνομαι,

κληρώνομαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, ανακηρύσσομαι, αποδεικνύομαι,

βρίσκομαι, παραμένω, αναγνωρίζομαι, πάω για, καταντώ, υπήρξα, στάθηκα,

μιλάω ως, ζω, μένω και διατελώ.

Έκτός από αυτά, υπάρχουν πολλά ακόμη. Αυτά είναι κάποια από τα πιο συνηθισμένα.

Όποιος δεν ξέρει κάποιο από αυτό ας τρέξει γρήγορα

στο λεξικό να βρει την έννοιά του.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα συνδετικών ρημάτων.

"Ήμουν κεφάτος όλο το πρωί."

Το ρήμα μου είναι το "ήμουν",

εδώ θυμόμαστε ότι είναι ο παρατατικός του ρήματος "είμαι",

άρα θυμάμαι ότι έχω συνδετικό ρήμα

επομένως, ψάχνω κάπου για το κατηγορούμενο

"Ήμουν", λοιπόν

Ποιος "ήμουν"; Το υποκείμενο, "εγώ" ήμουν. Τι "ήμουν" εγώ; Ήμουν "κεφάτος".

Άρα, το κατηγορούμενο είναι το "κεφάτος"

του προσδίδει μια ιδιότητα.

Για να δούμε το επόμενο παράδειγμα.

'Η μαμά μοιάζει προβληματισμένη."

"Μοιάζει", το ρήμα.

Ποιος "μοιάζει;" το υποκείμενο του. "Η μαμά".

Πώς "μοιάζει η μαμά";

"Προβληματισμένη". Η λέξη "προβληματισμένη" είναι

Δίνει μία χαρακτηριστική ιδιότητα "της μαμάς".

Φαίνεται προβληματισμένη.

Για να συνεχίσουμε.

"Κληρώθηκα πρώτος για τη δοκιμασία."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "κληρώθηκα".

Ποιος, "κληρώθηκα";

"Εγώ", κληρώθηκα.

Τι "κληρώθηκα"; "Πρώτος".

Η λέξη "πρώτος" είναι κατηγορούμενο, γιατί; Γιατί δίνει

μία ιδιότητα στο υποκείμενο "εγώ".

"Εγώ" κληρώθηκα "πρώτος" και βέβαια, ανάμεσά τους μεσολαβεί το συνδετικό ρήμα.

Επόμενο παράδειγμα:

"Τα παιδιά φάνηκαν ενθουσιασμένα με το νέο παιχνίδι. "

Το ρήμα μου είναι το "φάνηκαν".

Ποια "φάνηκαν";

"Τα παιδιά" φάνηκαν.

Τι "φάνηκαν τα παιδιά";

"Ενθουσιασμένα", το κατηγορούμενο.

Επόμενη πρόταση:

"Ο θείος μου εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος."

Το ρήμα μου είναι το "εκλέχτηκε".

Ποιος "εκλέχτηκε"; για να βρω το υποκείμενο.

"Ο θείος μου", το υποκείμενο.

Τι "εκλέχτηκε ο θείος μου;"

"Δημοτικός σύμβουλος".

Η φράση αυτή είναι το κατηγορούμενο.

Για να δούμε κι άλλα παραδείγματα:

"Το μενταγιόν είναι από ασήμι".

Το ρήμα της πρότασης είναι το "είναι".

Το γνωστότερο συνδετικό.

Ποιος, "είναι"; "Το μενταγιόν".

Τι "είναι το μενταγιόν"; "Από ασήμι".

Σ' αυτό εδώ το παράδειγμα, το κατηγορούμενο είναι μια φράση

ενώ στα προηγούμενα παραδείγματα που είδαμε είναι μια λέξη.

Για να συνεχίσουμε...

"Αυτή η πλαστελίνη γίνεται ό,τι θέλεις".

Το συνδετικό μου ρήμα εδώ είναι το "γίνεται".

Ποιος "γίνεται";

"Η πλαστελίνη", το υποκείμενο.

Και τώρα θα ρωτήσω τι "γίνεται η πλαστελίνη";

Για να βρω το κατηγορούμενο.

Γίνεται "ό,τι θέλεις".

Εδώ το κατηγορούμενο είναι μια ολόκληρη δευτερεύουσα πρόταση.

Και συνεχίζουμε με το επόμενο παράδειγμα:

"Ο Ηρόδοτος θεωρείται ο πατέρας της ιστορίας."

Το ρήμα μου είναι το "θεωρείται".

Ποιος, " θεωρείται";

"Ο Ηρόδοτος".

Τι "θεωρείται ο Ηρόδοτος";

Πoιο χαρακτηριστικό έχει "ο Ηρόδοτος";

Είναι "ο πατέρας της ιστορίας".

Εδώ το κατηγορούμενο είναι μία φράση με άρθρο.

Και τελευταίο παράδειγμα:

"Ο κύριος Ιωάννου παρέμεινε πρόεδρος του ιδρύματος."

Το ρήμα μου είναι το "παρέμεινε", συνδετικό ρήμα.

Ποιος "παρέμεινε";

"Ο κύριος Ιωάννου", το υποκείμενο.

Τι παρέμεινε, "ο κύριος Ιωάννου";

"Πρόεδρος του ιδρύματος".

Εδώ το κατηγορούμενο είναι πάλι μια ολόκληρη φράση.

Και τώρα, θα κάνουμε μια μικρή ανακεφαλαίωση όλων όσων είπαμε.

Τα ρήματα, ανάλογα με το γλωσσικό περιβάλλον που εντάσσονται, χωρίζονται ως εξής:

Πρώτη κατηγορία είναι τα μεταβατικά ρήματα,

τα οποία χωρίζονται σε μονόπτωτα και δίπτωτα.

Ένα παράδειγμα μονόπτωτου ρήματος είναι

"Ο Γιάννης χαϊδεύει τη γάτα."

"Χαϊδεύει", το ρήμα μου.

Ποιος, το υποκείμενο;

"Ο Γιάννης".

Τι, "χαϊδεύει ο Γιάννης";

"Τη γάτα", το αντικείμενο.

Στη δεύτερη περίπτωση, στα δίπτωτα ρήματα, έχουμε ένα παράδειγμα που λέει:

"Η Μαρία έδωσε το χαρτί του Πέτρου."

"Έδωσε".

Ποιος, "έδωσε";

"Η Μαρία".

Τι, "έδωσε";

"Το χαρτί".

Σε ποιον, το έδωσε;

"Στον Πέτρο".

Εδώ έχουμε άμεσο και έμμεσο αντικείμενο.

Είπαμε ότι συνήθως το άμεσο αντικείμενο είναι σε αιτιατική

και το έμμεσο αντικείμενο είναι σε γενική.

Η επόμενη κατηγορία είναι τα αμετάβατα ρήματα.

Ρήματα που η ενέργεια τους δε μεταβαίνει σε κάποιο αντικείμενο.

Ας δούμε ένα παράδειγμα:

"Τα μαγαζιά άνοιξαν".

Ας δούμε κι άλλο ένα παράδειγμα."

"Το παιδί χαμογελάει".

Κι άλλο ένα παράδειγμα:

"Ο ουρανός καθάρισε".

Εδώ βλέπουμε ότι οι ενέργειες των τριών ρημάτων,

δεν πήγαν σε ένα αντικείμενο.

Ολοκληρώθηκε το νόημά τους χωρίς αντικείμενο,

άρα καταλαβαίνω ότι είναι αμετάβατα.

Και τρίτη κατηγορία είναι τα συνδετικά ρήματα.

Για παράδειγμα:

"Το φαγητό έγινε αλμυρό".

Εδώ έχω το ρήμα "εγινε", το οποίο είναι

από τα πιο γνωστά συνδετικά ρήματα, άρα ψάχνω αμέσως κατηγορούμενο,

γιατί ξέρω ότι όταν στην πρόταση υπάρχει συνδετικό ρήμα

δε θα πάρει αντικείμενο, θα πάρει κατηγορούμενο.

Για παράδειγμα:

"Το φαγητό έγινε αλμυρό".

Ένα άλλο παράδειγμα:

"Ο Γρηγόρης στάθηκε πολύ τυχερός".

"Στάθηκε".

Ποιος, "στάθηκε";

"Ο Γρηγόρης".

Τι, "στάθηκε ο Γρηγόρης";

"Πολύ τυχερός".

Εδώ βλέπουμε ασκήσεις που μπορούμε να λύσουμε ή να κάνουμε επανάληψη,

αν τις έχουμε λύσει από τα σχολικά μας βιβλία.

Στο βιβλίο του μαθητή, θα βρούμε στη σελίδα 67 την άσκηση 5.

Στο τετράδιο εργασιών, στο δεύτερο τεύχος, στη σελίδα 9 την άσκηση 3.

Και τέλος, μπορώ να διαβάσω τη σελίδα 141 της γραμματικής μου

και να λύσω την δραστηριότητα 28.

Τέλος, εδώ μπορώ να βρω την ηλεκτρονική διεύθυνση των ψηφιακών βιβλίων

όπως επίσης και τον ιστότοπο photodentro που υπάρχει πολύ υλικό για όλους μας.

Σας ευχαριστώ πολύ που παρακολουθήσατε το σημερινό μάθημα

και σας εύχομαι καλή συνέχεια!


Γλώσσα - Μεταβατικά, αμετάβατα, συνδετικά ρήματα - ΣΤ' Δημοτικού Επ. 15

Γεια σας

με λένε Μαρία Kουτσοκέρα,

είμαι δασκάλα της έκτης δημοτικού

και σήμερα θα μιλήσουμε για τη γλώσσα της ίδιας τάξης

και πιο συγκεκριμένα για την ενότητα 10.

Θα μιλήσουμε δηλαδή για τα μεταβατικά,

τα αμετάβατα και τα συνδετικά ρήματα

και στο τέλος θα κάνουμε μια μικρή ανακεφαλαίωση.

Για να ξεκινήσουμε με την πρώτη μεγάλη κατηγορία.

Τα μεταβατικά ρήματα είναι τα ρήματα που παίρνουν αντικείμενο

ή αντικείμενα ως απαραίτητο συμπλήρωμα της σημασίας τους.

Για παράδειγμα η Ελένη έκοψε το τριαντάφυλλο.

Ξεκινάμε πάντοτε από τους βασικούς όρους της πρότασης

και πιο συγκεκριμένα από το ρήμα

που εδώ το ρήμα μας είναι το "έκοψε".

Ρωτάμε ποιος έκοψε;

Για να βρούμε το υποκείμενο

να δούμε ποιος κάνει αυτό που λέει το ρήμα

βλέπουμε ότι το υποκείμενο είναι η Ελένη

και τώρα θα ρωτήσουμε.

Τι έκοψε η Ελένη;

Έκοψε το τριαντάφυλλο, αυτό είναι το αντικείμενο

είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της πρότασης

για να καταλάβουμε καλύτερα το νόημα του ρήματος.

Για να δούμε, με άλλα λόγια πώς μπορούμε να πούμε

τα μεταβατικά ρήματα είναι τα ρήματα που η ενέργεια τους

μεταβαίνει, πηγαίνει θα λέγαμε, από το ρήμα σε έναν άνθρωπο, σε ένα ζώο ή σε ένα πράγμα

που αποτελεί το αντικείμενο του.

Για παράδειγμα ο αδερφός μου άνοιξε το δώρο του.

Ξεκινάμε πάλι και βρίσκουμε το ρήμα.

Ποιο είναι το ρήμα;

Άνοιξε .

ποιος άνοιξε;

Για να βρούμε το υποκείμενο, ο αδερφός μου.

Και τώρα θα ρωτήσουμε, τι άνοιξε ο αδερφός μου;

το δώρο του, είναι το αντικείμενο στο οποίο μεταβαίνει η ενέργεια του ρήματος.

Τι άνοιξε;

Το δώρο.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε κάποια πράγματα

που ξέρουμε για το αντικείμενο, πολύ σημαντικά.

Το αντικείμενο, όπως είπαμε, είναι η λέξη ή η φράση

στην οποία μεταβιβάζεται η ενέργεια του ρήματος.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το αντικείμενο

είναι σε πτώση αιτιατική και το βρίσκουμε αν απαντήσουμε στην ερώτηση

τι; ποιον; ποια; ποιο;

ή, αν είμαστε στον πληθυντικό, ποιους; ποιες; ποια;

Σε λίγες περιπτώσεις, το συναντούμε και σε πτώση γενική

και το βρίσκουμε απαντώντας στην ερώτηση "σε ποιον";

Μπορεί, επίσης, το αντικείμενο να είναι εμπρόθετο

δηλαδή να είναι πρόθεση μαζί με το άρθρο της λέξης

και να σχηματίσει το "στον", "στην", "στο" κτλ.

Τι άλλο πρέπει να πούμε για το αντικείμενο;

Αντικείμενο μπορεί να είναι οποιαδήποτε μέρος του λογου

ακόμα και ολόκληρη πρόταση η οποία έχει το ρόλο του ουσιαστικού.

Κλείνοντας αυτή την μικρή αναφορά στο αντικείμενο

ας επανέλθουμε στα μεταβατικά ρήματα

να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει με αυτά.

Υπάρχουν δύο είδη μεταβατικών ρημάτων:

το πρώτο είδος είναι να τα μονόπτωτα

τα οποία είναι τα ρήματα που για να συμπληρωθεί το νόημά τους ,

αρκεί μόνο ένα αντικείμενο

συνήθως σε πτώση αιτιατική, όπως είπαμε.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα μονόπτωτων μεταβατικών ρημάτων.

Το πρώτο παράδειγμα μας λέει

οι θεατές παρακολουθούν τον ακροβάτη με μεγάλη αγωνία.

Ξεκινάμε και βρίσκουμε πάντα το ρήμα μας.

Παρακολουθούν, ποιοι παρακολουθούν;

Οι θεατές, το υποκείμενο.

Τι παρακολουθούν οι θεατές;

Τον ακροβάτη, το αντικείμενο.

Παρατηρήστε ότι εδώ ο ακροβάτης είναι ουσιαστικό

γιατί, στις περισσότερες περιπτώσεις, το αντικείμενο είναι ουσιαστικό,

Ας δούμε άλλες περιπτώσεις.

Τους κάλεσα στη γιορτή.

Το ρήμα μου είναι το "κάλεσα",

το υποκείμενο, εννοείται, το καταλαβαίνω από την κατάληξη

ότι είναι το "εγώ", "εγώ κάλεσα".

Ποιους κάλεσα;

"Τους", το αντικείμενο, είναι ο αδύναμος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας

δηλαδή, αυτούς κάλεσα στη γιορτή.

Συνεχίζουμε...

Οι εξετάσεις δεν δυσκόλεψαν τους διαβασμένους.

Βρίσκουμε πρώτα το ρήμα μας

Δεν δυσκόλεψαν.

ποιοι ή ποιες δεν δυσκόλεψαν;

"ι εξετάσεις, το υποκείμενο.

Και τώρα θα ρωτήσουμε "ποιους δεν δυσκόλεψαν οι εξετάσεις;"

Τους διαβασμένους, το αντικείμενο.

Εδώ βλέπουμε ότι το αντικείμενο είναι μια μετοχή.

Για να δούμε παρακάτω.

Έστειλαν τους καλύτερους στους αγώνες.

Ξεκινάμε πάντα από το ρήμα, έστειλαν.

Ποιοι έστειλαν;

Για να βρούμε το υποκείμενο.

Εννοείται ότι "αυτοί έστειλαν", το καταλαβαίνω

από την κατάληξη του ρήματος.

Τι έστειλαν αυτοί;

Τους καλύτερους.

Εδώ το αντικείμενο είναι ένα επίθετο.

Και μάλιστα ένα επίθετο στον υπερθετικό βαθμό.

Για να δούμε το επόμενο παράδειγμα.

Αυτά φτάνουν στον Σωτήρη.

"Φτάνουν", το ρήμα μου.

Ποιοι φτάνουν ή ποια φτάνουν;

"Αυτά φτάνουν", το υποκείμενο.

Σε ποιον φτάνουν;

Στον Σωτήρη.

Εδώ βρίσκουμε μία περίπτωση που το αντικείμενό μας

είναι εμπρόθετο,στον Σωτήρη.

Για να συνεχίσουμε τα παραδείγματα μας.

Το μωρό τρώει κρέμα με λαχανικά.

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα,

το ρήμα εδώ είναι το "τρώει".

"Ποιος τρώει;" για να βρούμε το υποκείμενο.

Το μωρό είναι το υποκείμενο.

Τι τρώει το μωρό;

...για να βρούμε το αντικείμενο.

"Κρέμα με λαχανικά", εδώ μια ολόκληρή φράση

είναι αντικείμενο του ρήματος "τρώει".

Και συνεχίζουμε.

Θα μάθεις πολύ σύντομα το πώς και το γιατί,

Εδώ το ρήμα μου είναι το "θα μάθεις".

Ποιος, "θα μάθεις";"

Εσύ, εννοείται το υποκείμενο.

Και τώρα θα ρωτήσουμε, τι θα μάθεις εσύ;

Το πώς και το γιατί, το αντικείμενο, που είναι μία φράση

που μπροστά έχει άρθρο.

Επόμενη πρόταση.

H ανιψιά μου μοιάζει πολύ του πατέρα της.

Αυτό το παράδειγμα αλλάζει λίγο, για να δούμε.

Το ρήμα μου είναι το "μοιάζει".

Πολύ ωραία.

Ποιος μοιάζει;

"η ανιψιά μου", το υποκείμενο.

Τώρα θα ρωτήσω, σε ποιον μοιάζει;

Του πατέρα της.

Mέχρι τώρα όσα αντικείμενα είχαμε βρει,

ήτανε σε αιτιατική.

Τώρα βρήκαμε ένα αντικείμενο σε γενική,

γι' αυτό ρωτήσαμε "σε ποιον".

Για να συνεχίσουμε.

Διάβασα τα Μαθηματικά, τη Γεωγραφία και τα Θρησκευτικά.

Το ρήμα μου είναι το "διάβασα".

Ποιος,"διάβασα";

Ποιος έκανε αυτή την ενέργεια;

Εγώ διάβασα.

Τι διάβασα εγώ όμως;

Διάβασα τα Μαθηματικά, τη Γεωγραφία και τα Θρησκευτικά.

Αυτές οι τρεις λέξεις είναι το αντικείμενο του ρήματος.

Προσοχή, θεωρούνται ως ένα αντικείμενο

γιατί ενώνονται μεταξύ τους με κόμματα

και είναι και στην ίδια πτώση.

Σας θυμίζει λίγο και το ασύνδετο σχήμα;

Τελευταίο παράδειγμα,

Κανονίσαμε να συναντηθούμε αύριο.

Εδώ το ρήμα μου είναι το "κανονίσαμε",

Ποιοι, "κανονίσαμε";

Εμείς κανονίσαμε.

Τι κανονίσαμε εμείς;

Κανονίσαμε να συναντηθούμε αύριο,

εδώ το αντικείμενο είναι μια ολόκληρη δευτερεύουσα πρόταση,

βλέπουμε λοιπόν ότι το αντικείμενο μπορεί να είναι ουσιαστικό

αλλά και οποιοδήποτε άλλο μέρος του λόγου

είτε με άρθρο είτε χωρίς.

Για να συνεχίσουμε στο δεύτερο είδος μεταβατικών ρημάτων,

η δεύτερη κατηγορία είναι τα δίπτωτα.

Που εδώ τα ρήματα χρειάζονται δύο αντικείμενα

για να συμπληρωθεί το νόημά τους.

Ένα άμεσο και ένα έμμεσο.

Ας δούμε ένα παράδειγμα.

Έδωσα τα εισιτήρια της Χριστίνας.

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα "έδωσα".

Ποιος "έδωσα";

"Εγώ", το υποκείμενο, εννοείται.

Τι έδωσα;

"Τα εισιτήρια", είναι το άμεσο αντικείμενο,

είναι το αντικείμενο που πηγαίνει η ενέργεια του ρήματος άμεσα

για να συμπληρωθεί όμως το νόημα θα πρέπει να ρωτήσω,

σε ποιον έδωσα τα εισητήρια;

..."της Χριστίνας", το δεύτερο αντικείμενο σε γενική

εδώ βλέπουμε ότι το δεύτερο αντικείμενο,

το έμμεσο που είναι σε γενική, της Χριστίνας,

μπορούσαμε να το γράψουμε και σαν εμπρόθετη φράση, "στη Χριστίνα"

δηλαδή, "έδωσα τα εισιτήρια στη Χριστίνα".

Για να δούμε λίγο τους κανόνες

το άμεσο αντικείμενο είναι συνήθως σε πτώση αιτιατική

και απαντά στην ερώτηση, "τι;"

το έμμεσο αντικείμενο

προσέξτε λίγο εδώ την ορθογραφία, το "άμεσο" είναι με ένα μ

το έμμεσο είναι με δύο.

Το έμμεσο αντικείμενο λοιπόν, είναι συνήθως σε πτώση γενική

και απαντά στην ερώτηση, "σε ποιον;"

κάποιες φορές το έμμεσο αντικείμενο μπορεί να είναι και αυτό σε πτώση αιτιατική

και να απαντά στην ερώτηση "ποιον;'"

και τέλος μπορεί να συναντήσουμε το αντικείμενο αυτό με πρόθεση

Για να δούμε μερικά παραδείγματα.

"Η γιαγιά έφτιαξε μακαρονάδα του Γιάννη", ξεκινάμε πάλι από το ρήμα μας...

"έφτιαξε", ποιος έφτιαξε;

Η γιαγιά

Τι "έφτιαξε η γιαγιά";

"μακαρονάδα", το άμεσο αντικείμενο

σε ποιον έφτιαξε μακαρονάδα;

"του Γιάννη", το έμμεσο αντικείμενο..

Παρατηρούμε εδώ ότι το άμεσο αντικείμενο είναι σε αιτιατική

ενώ το έμμεσο είναι σε γενική.

Και συνεχίζουμε...

"Ο Γιώργος μου έστειλε τις σημειώσεις του".

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα

"έστειλε" το ρήμα μου

ποιος, "έστειλε;"

για να βρω το υποκείμενο

ο Γιώργος έστειλε

και τώρα θα ρωτήσω

τι "έστειλε ο Γιώργος;"

..."τις σημειώσεις του", το άμεσο αντικείμενο

και για να συμπληρωθεί η έννοια του ρήματος

θα ρωτήσω, "σε ποιον;"

μου έστειλε, σε μένα έστειλε

άρα έχουμε πάλι αδύναμο τύπο προσωπικής αντωνυμίας.

Άρα βλέπουμε ότι τις σημειώσεις είναι αιτιατική

είναι το άμεσο αντικείμενο

ενώ το "μου" που είναι γενική, είναι το έμμεσο αντικείμενο

Συνεχίζουμε....

"Η Κατερίνα έδωσε της Άννας το καινούργιο μολύβι. "

"Έδωσε", το ρήμα μου.

"ποιος έδωσε;" για να βρω το υποκείμενο.

"H Κατερίνα" έδωσε.

Τι "έδωσε η Κατερίνα;"

"το καινούργιο μολύβι"

αυτό είναι το άμεσο αντικείμενο.

Σε ποιον "έδωσε η Κατερίνα το καινούργιο μολύβι;"

"της Άννας", είναι το έμμεσο αντικείμενο.

Εδώ πάλι βλέπουμε ότι το άμεσο αντικείμενο

είναι σε πτώση αιτιατική και το έμμεσο είναι σε γενική

και συνεχίζουμε...

"Του έδειξα την απόδειξη."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "έδειξα"

ποιος "έδειξα";

"Εγώ"

Τι "έδειξα"; "την απόδειξη "

Σε ποιον "έδειξα την απόδειξη";

"του έδειξα", σε αυτόν, την απόδειξη

είναι αιτιατική και είναι άμεσο αντικείμενο,

"του" είναι γενική, είναι έμμεσο αντικείμενο.

Άρα, σε όλα αυτά τα παραδείγματα, έχουμε δει άμεσο αντικείμενο σε αιτιατική,

έμμεσο αντικείμενο, σε γενική.

Για να συνεχίσουμε με κάποιες, λίγο πιο σύνθετες, περιπτώσεις.

"Με πότισε φαρμάκι."

...μεταφορική πρόταση

Ποιο είναι το ρήμα μας; "πότισε"

Ποιος, το υποκείμενο;

Ποιος "πότισε";

Αυτός, πότισε

Ποιον πότισε;

"Εμένα, με πότισε", ο αδύναμος τύπος

Τι με πότισε;

"Φαρμάκι", το έμμεσο αντικείμενο.

Eδώ τι παρατηρούμε;

Παρατηρούμε ότι, και το "με", ο αδύναμος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας,

και το "φαρμάκι" είναι και τα δύο σε πτώση αιτιατική.

Άρα είναι η περίπτωση που έχω και τα δύο αντικείμενα σε αιτιατική

και κάπως πρέπει να τα ξεχωρίσω.

Εδώ, ο τρόπος που θα ξεχωρίσουμε,

το άμεσο και το έμμεσο αντικείμενο, είναι ο εξής:

ως άμεσο αντικείμενο θεωρούμε το πρόσωπο

άρα το "με", είναι το άμεσο αντικείμενο και

ως έμμεσο αντικείμενο θεωρούμε το πράγμα, θα λέγαμε,

το "φαρμάκι", λοιπόν.

Επίσης, ένας άλλος τρόπος για να ξεχωρίζουμε

το άμεσο και το έμμεσο αντικείμενο όταν είναι και τα δύο στην αιτιατική,

είναι να δούμε ποια, ποιο, μάλλον

από τα δύο αντικείμενα, μπορεί να αντικατασταθεί

με φράση, με πρόθεση.

Εδώ, στην πρόταση που είμαστε

"με πότισε φαρμάκι", βλέπουμε ότι το "φαρμάκι"

θα μπορούσαμε να το αντικαταστήσουμε με την φράση

"με φαρμάκι", "με πότισε με φαρμάκι"

Έτσι λοιπόν ξεχωρίζουμε ότι το "φαρμάκι" είναι το έμμεσο αντικείμενο.

Συνεχίζουμε...

"Ο Δημήτρης μαθαίνει τη Μαρία χορό."

"Μαθαίνει", το ρήμα μου.

Ποιος "μαθαίνει";

"Ο Δημήτρης" μαθαίνει, το υποκείμενο

τι, "μαθαίνει ο Δημήτρης";

"χορό", το άμεσο αντικείμενο

ποιον "μαθαίνει";

"τη Μαρία".

Εδώ βλέπουμε μια αντίθεση, βλέπουμε ότι το πρόσωπο,

είναι το έμμεσο αντικείμενο και το πράγμα είναι το άμεσο αντικείμενο.

Είναι ανάποδα, δηλαδή, από το προηγούμενο παράδειγμα.

Πώς τα ξεχωρίζουμε;

Πάλι ψάχνοντας ποιο από τα δύο αντικείμενα

μπορεί να αντικατασταθεί με φράση που έχει πρόθεση.

Eδώ, βλέπουμε ότι η φράση" τη Μαρία" μπορεί να αντικατασταθεί

με τη φράση "στη Μαρία", δηλαδή,

"ο Δημήτρης μαθαίνει στη Μαρία χορό"

έτσι, γίνεται ξεκάθαρο ότι "ο χορός" είναι το άμεσο αντικείμενο

και το "στη Μαρία" ή "τη Μαρία", που έχουμε εδώ στην πρόταση μας, είναι το έμμεσο.

Και συνεχίζουμε με το προτελευταίο παράδειγμα.

Γέμισε το ποτήρι σου χυμό.

Ξεκινάμε πάλι από το ρήμα, "γέμισε" το ρήμα

Ποιος, το υποκείμενο;

"Εσύ γέμισε"

Τι "γέμισε";

"Το ποτήρι σου".

Με τι "γέμισε το";

"Με χυμό" ή, αλλιώς, "χυμό", σκέτο, το έμμεσο αντικείμενο.

Εδώ βλέπουμε ότι και τα δύο αντικείμενα

είναι σε αιτιατική και είναι και τα δύο πράγματα, και το ποτήρι, και ο χυμός.

Πάλι ακολουθούμε τον κανόνα που ακολουθήσαμε

στις δύο προηγούμενες προτάσεις, που μας λέει ποια λέξη μπορεί να αντικατασταθεί

με φράση με πρόθεση; Η λέξη "χυμός".

Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να πούμε αλλιώς την πρόταση.

Γέμισε το ποτήρι σου με χυμό.

Έτσι λοιπόν καταλαβαίνουμε ότι "ο χυμός" είναι το έμμεσο αντικείμενο

Και συνεχίζουμε με το τελευταίο μας παράδειγμα.

Γέμισες το σπίτι χώματα.

"Γέμισες". Ποιος, "γέμισες";

"Εσύ γέμισες" ,να το το υποκείμενο

Τι "γέμισες";

"Το σπίτι".

Με τι "το γέμισες";

"Χώματα".

Πάλι εδώ βλέπουμε ότι έχουμε δύο αντικείμενα, που είναι

και τα δύο πράγματα και είναι σε πτώση αιτιατική.

Έτσι λοιπόν, βλέπουμε ότι η λέξη "χώμα", μάλλον η λέξη "χώματα"

που έχουμε στην πρόταση, μπορεί να αντικατασταθεί από τη φράση

"με χώματα", "γέμισες το σπίτι με χώματα".

Άρα, η λέξη που μπορεί να αντικατασταθεί με εμπρόθετη φράση

είναι το έμμεσο αντικείμενο.

Ας δούμε τώρα μερικά παραδείγματα αμετάβατων ρημάτων.

"Το διαμάντι γυαλίζει".

"Γυαλίζει", το ρήμα μου.

Ποιος, "γυαλίζει";

Το διαμάντι.

Και τελειώνει η πρόταση μου, δεν έχει κάτι άλλο, ολοκληρώθηκε το νόημα.

Συνεχίζουμε...

"Το μωρό κλαίει δυνατά".

Πάλι ξεκινάω από το ρήμα, από τους κύριους όρους της πρότασης, δηλαδή.

Το ρήμα μου είναι το "κλαίει".

Ποιος "κλαίει"; Να βρούμε το υποκείμενo.

"Το μωρό" κλαίει.

Βλέπω ότι δεν έχει νόημα να ρωτήσω "τι"

και καταλαβαίνω ότι έχει ολοκληρωθεί το νόημα του ρήματος.

Κατάλαβα τι έκανε "το μωρό".

Συνεχίζουμε...

"Η παλιά πόρτα τρίζει."

Βρίσκω το ρήμα μου, είναι το "τρίζει".

Ποιος "τρίζει"; για να βρω το υποκείμενο

"Η παλιά πόρτα". Και εδώ πάλι ολοκληρώνεται το νόημα.

Δε χρειάζεται να ρωτήσω κάτι άλλο

Συνεχίζουμε στην επόμενη πρόταση.

"Ξυπνάς νωρίς το πρωί;"

Το ρήμα μου είναι το "ξυπνάς".

Ποιος; "Εσύ", ξυπνάς, εννοείται το υποκείμενο

και βλέπω ότι πάλι δεν μπορώ να ρωτήσω "τι",

γιατί δεν έχει νόημα.

Συνεχίζουμε στην επόμενη πρόταση.

"Ο παππούς ξεκουράζεται το μεσημέρι."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "ξεκουράζεται",

ρήμα παθητικής φωνής.

Ποιος "ξεκουράζεται"; Για να βρω το υποκείμενο.

"Ο παππούς", ξεκουράζεται.

Δε θα ρωτήσω κάτι άλλο για να βρω τους κύριους όρους της πρότασης.

Nα διευκρινίσω εδώ ότι "το μεσημέρι" μας δίνει πληροφορία

αλλά όχι τόσο σημαντική, δεν ανήκει στους κύριους όρους της πρότασης

Κι εμείς, που είμαστε εκτάκια, ξέρουμε ότι "το μεσημέρι"

είναι ένας επιρρηματικός προοσδιορισμός του χρόνου.

Άρα λοιπόν και αυτό το ρήμα είναι αμετάβατο,

δεν πήγαινει πουθενά η ενέργεια του ρήματος "ξεκουράζομαι".

Για να δούμε τα τελευταία δύο παραδείγματα.

Χτενίζομαι μπροστά στον καθρέφτη.

"Χτενίζομαι" το ρήμα.

Ποιος;

"Εγώ" χτενίζομαι. Και ολοκληρώθηκε η έννοια του ρήματος.

Kαι τελευταίο παράδειγμα.

"Αυτές τις μέρες δεν κοιμάμαι καλά."

Tο ρήμα μου εδώ είναι το "δεν κοιμάμαι".

Ποιος; Ποιος είναι το υποκείμενο;

"Εγώ" δεν κοιμάμαι. Και τελειώνουμε με τους κύριους όρους της πρότασης.

Kαταλαβαίνουμε λοιπόν ότι το ρήμα "κοιμάμαι" είναι αμετάβατο

γιατί δε χρειάζεται ένα αντικείμενο για να συμπληρωθεί το νόημα του.

Εδώ λοιπόν πρέπει να κάνουμε μία παρατήρηση.

Τα περισσότερα ρήματα της νέας ελληνικής, εμφανίζουν

και τις δύο χρήσεις - μεταβατική και αμετάβατη -

ανάλογα με το γλωσσικό περιβάλλον που εντάσσονται.

Δηλαδή, το ίδιο ρήμα ανάλογα με τη σύνταξη της πρότασης

μέσα στην οποία βρίσκεται, μπορεί να είναι μεταβατικό

αλλά μπορεί να είναι και αμετάβατο.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα σε αυτή την περίπτωση.

Η πρώτη πρόταση είναι: "Ο Χρήστος χτύπησε".

"Χτύπησε", το ρήμα μου,

ποιος "χτύπησε"; "Ο Χρήστος", το υποκείμενο

και εδώ ολοκληρώνεται η πρόταση, δε χρειάζεται κάτι άλλο.

Η ενέργεια από το ρήμα "χτύπησε", δεν μεταβαίνει σε κάποιο αντικείμενο.

Σε αντίθεση, όμως, έχουμε την επόμενη πρόταση, όπου

"ο Χρήστος χτύπησε το κουδούνι".

Ξαναβρίσκω το ρήμα μου, "χτύπησε" πάλι.

Ποιος "χτύπησε";

"Ο Χρήστος", χτύπησε.

Τώρα όμως, για να συμπληρωθεί η έννοια του ρήματος,

xρειάζεται να ρωτήσω

τι "χτύπησε ο Χρήστος";

"Το κουδούνι", εδώ βλέπουμε ότι το ρήμα "χτύπησε" παίρνει αντικείμενο.

Είναι μεταβατικό ρήμα, δηλαδή.

Για να συνεχίσουμε στις επόμενες...

"O κύριος Αντώνης άνοιξε την εξώπορτα."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "άνοιξε".

Ποιος "άνοιξε"; Για να βρω το υποκείμενο.

"Ο κύριος Αντώνης", το υποκείμενο.

Και βλέπω ότι για να καταλάβω τι λέει αυτή η πρόταση

πρέπει να ρωτήσω, τι "άνοιξε ο κύριος Αντώνης;"

"Την εξώπορτα", το αντικείμενο.

Bλέπω ότι η ενέργεια του ρήματος "άνοιξε", πού πηγαίνει;

Στην "εξώπορτα",

άρα, το ρήμα "άνοιξε" είναι μεταβατικό.

Γιατί;

Γιατί παίρνει αντικείμενο.

Για να δούμε όμως την επόμενη πρόταση.

"Άνοιξε το φαρμακείο;'"

"Άνοιξε", πάλι το ρήμα μου.

Ποιος, "άνοιξε;" να βρούμε το υποκείμενο. "Το φαρμακείο", άνοιξε.

Και τελειώνει η πρόταση, δεν έχουμε κάτι άλλο.

Αμετάβατο, λοιπόν, το ρήμα εδώ.

Kαι πάμε στο τελευταίο ζευγάρι προτάσεων.

"Βράζω μακαρόνια."

"Βράζω", το ρήμα μου.

Ποιος; Το υποκείμενο. Ποιος κάνει αυτό που λέει το ρήμα;

"Εγώ", βράζω.

Τι "βράζω εγώ";

Βράζω "μακαρόνια". Το αντικείμενο του ρήματος "βρ'αζω"

Άρα εδώ, είναι μεταβατικό ρήμα.

Αν διαβάσουμε όμως την επόμενη πρόταση,

"τα μακαρόνια βράζουν."

Και κάνουμε σύνταξη αυτής της πρότασης,

Ποιο είναι το ρήμα; "Βράζουν".

Ποιοι "βράζουν" ή ποια "βράζουν";

"Tα μακαρόνια", το υποκείμενο

και ολοκληρώνεται το νόημα της πρότασης.

Άρα, εδώ το ρήμα "βράζω" είναι αμετάβατο.

Δεν πηγαίνει πουθενά η ενέργειά του.

Συνεχίζουμε με την τρίτη μεγάλη κατηγορία των ρημάτων

στη σημερινή ενότητα, τα συνδετικά ρήματα.

Τα ρήματα αυτά δε χρειάζεται αντικείμενο ως συμπλήρωμα της έννοιας τους

αλλά συνδέουν το υποκείμενό τους με μία άλλη λέξη ή φράση

που δίνει πληροφορίες για το υποκείμενο και δείχνει μια ιδιότητα του.

Η λέξη ή φράση που δίνει την πληροφορία για το υποκείμενο

λέγεται "κατηγορούμενο" και βρίσκεται πάντα σε πτώση ονομαστική.

Για να δούμε ένα παράδειγμα:

"Τα θρανία είναι πράσινα."

Ποιο είναι το ρήμα μας;

Το "είναι".

Είμαι σίγουρη ότι, πολλοί από εσάς, το ξέρετε το ρήμα "είναι".

Είναι το πιο γνωστό συνδετικό ρήμα.

"Είναι", λοιπόν.

ποιος "είναι", το υποκείμενό του;

"Τα θρανία" είναι, το υποκείμενο.

Τώρα θα ρωτήσουμε τι "είναι τα θρανία";

Τα θρανία είναι "πράσινα".

Βλέπουμε ότι το "πράσινα" μας δείχνει μία ιδιότητα που έχουν τα θρανία,

άρα η λέξη "πράσινα" είναι το κατηγορούμενο του συνδετικού ρήματος "είναι"

και συνδυάζει το υποκείμενο, δηλαδή τα θρανία, με ένα χαρακτηριστικό τους,

με το ότι είναι πράσινα.

Για να δούμε μερικά από τα πιο συχνά συνδετικά ρήματα

είμαι όπως είπαμε, γίνομαι, φαίνομαι, θεωρούμαι, λέγομαι, μοιάζω ,

ονομάζομαι, αποκαλούμαι, γεννιέμαι, εκλέγομαι, διορίζομαι, κρίνομαι,

κληρώνομαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, ανακηρύσσομαι, αποδεικνύομαι,

βρίσκομαι, παραμένω, αναγνωρίζομαι, πάω για, καταντώ, υπήρξα, στάθηκα,

μιλάω ως, ζω, μένω και διατελώ.

Έκτός από αυτά, υπάρχουν πολλά ακόμη. Αυτά είναι κάποια από τα πιο συνηθισμένα.

Όποιος δεν ξέρει κάποιο από αυτό ας τρέξει γρήγορα

στο λεξικό να βρει την έννοιά του.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα συνδετικών ρημάτων.

"Ήμουν κεφάτος όλο το πρωί."

Το ρήμα μου είναι το "ήμουν",

εδώ θυμόμαστε ότι είναι ο παρατατικός του ρήματος "είμαι",

άρα θυμάμαι ότι έχω συνδετικό ρήμα

επομένως, ψάχνω κάπου για το κατηγορούμενο

"Ήμουν", λοιπόν

Ποιος "ήμουν"; Το υποκείμενο, "εγώ" ήμουν. Τι "ήμουν" εγώ; Ήμουν "κεφάτος".

Άρα, το κατηγορούμενο είναι το "κεφάτος"

του προσδίδει μια ιδιότητα.

Για να δούμε το επόμενο παράδειγμα.

'Η μαμά μοιάζει προβληματισμένη."

"Μοιάζει", το ρήμα.

Ποιος "μοιάζει;" το υποκείμενο του. "Η μαμά".

Πώς "μοιάζει η μαμά";

"Προβληματισμένη". Η λέξη "προβληματισμένη" είναι

Δίνει μία χαρακτηριστική ιδιότητα "της μαμάς".

Φαίνεται προβληματισμένη.

Για να συνεχίσουμε.

"Κληρώθηκα πρώτος για τη δοκιμασία."

Το ρήμα μου εδώ είναι το "κληρώθηκα".

Ποιος, "κληρώθηκα";

"Εγώ", κληρώθηκα.

Τι "κληρώθηκα"; "Πρώτος".

Η λέξη "πρώτος" είναι κατηγορούμενο, γιατί; Γιατί δίνει

μία ιδιότητα στο υποκείμενο "εγώ".

"Εγώ" κληρώθηκα "πρώτος" και βέβαια, ανάμεσά τους μεσολαβεί το συνδετικό ρήμα.

Επόμενο παράδειγμα:

"Τα παιδιά φάνηκαν ενθουσιασμένα με το νέο παιχνίδι. "

Το ρήμα μου είναι το "φάνηκαν".

Ποια "φάνηκαν";

"Τα παιδιά" φάνηκαν.

Τι "φάνηκαν τα παιδιά";

"Ενθουσιασμένα", το κατηγορούμενο.

Επόμενη πρόταση:

"Ο θείος μου εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος."

Το ρήμα μου είναι το "εκλέχτηκε".

Ποιος "εκλέχτηκε"; για να βρω το υποκείμενο.

"Ο θείος μου", το υποκείμενο.

Τι "εκλέχτηκε ο θείος μου;"

"Δημοτικός σύμβουλος".

Η φράση αυτή είναι το κατηγορούμενο.

Για να δούμε κι άλλα παραδείγματα:

"Το μενταγιόν είναι από ασήμι".

Το ρήμα της πρότασης είναι το "είναι".

Το γνωστότερο συνδετικό.

Ποιος, "είναι"; "Το μενταγιόν".

Τι "είναι το μενταγιόν"; "Από ασήμι".

Σ' αυτό εδώ το παράδειγμα, το κατηγορούμενο είναι μια φράση

ενώ στα προηγούμενα παραδείγματα που είδαμε είναι μια λέξη.

Για να συνεχίσουμε...

"Αυτή η πλαστελίνη γίνεται ό,τι θέλεις".

Το συνδετικό μου ρήμα εδώ είναι το "γίνεται".

Ποιος "γίνεται";

"Η πλαστελίνη", το υποκείμενο.

Και τώρα θα ρωτήσω τι "γίνεται η πλαστελίνη";

Για να βρω το κατηγορούμενο.

Γίνεται "ό,τι θέλεις".

Εδώ το κατηγορούμενο είναι μια ολόκληρη δευτερεύουσα πρόταση.

Και συνεχίζουμε με το επόμενο παράδειγμα:

"Ο Ηρόδοτος θεωρείται ο πατέρας της ιστορίας."

Το ρήμα μου είναι το "θεωρείται".

Ποιος, " θεωρείται";

"Ο Ηρόδοτος".

Τι "θεωρείται ο Ηρόδοτος";

Πoιο χαρακτηριστικό έχει "ο Ηρόδοτος";

Είναι "ο πατέρας της ιστορίας".

Εδώ το κατηγορούμενο είναι μία φράση με άρθρο.

Και τελευταίο παράδειγμα:

"Ο κύριος Ιωάννου παρέμεινε πρόεδρος του ιδρύματος."

Το ρήμα μου είναι το "παρέμεινε", συνδετικό ρήμα.

Ποιος "παρέμεινε";

"Ο κύριος Ιωάννου", το υποκείμενο.

Τι παρέμεινε, "ο κύριος Ιωάννου";

"Πρόεδρος του ιδρύματος".

Εδώ το κατηγορούμενο είναι πάλι μια ολόκληρη φράση.

Και τώρα, θα κάνουμε μια μικρή ανακεφαλαίωση όλων όσων είπαμε.

Τα ρήματα, ανάλογα με το γλωσσικό περιβάλλον που εντάσσονται, χωρίζονται ως εξής:

Πρώτη κατηγορία είναι τα μεταβατικά ρήματα,

τα οποία χωρίζονται σε μονόπτωτα και δίπτωτα.

Ένα παράδειγμα μονόπτωτου ρήματος είναι

"Ο Γιάννης χαϊδεύει τη γάτα."

"Χαϊδεύει", το ρήμα μου.

Ποιος, το υποκείμενο;

"Ο Γιάννης".

Τι, "χαϊδεύει ο Γιάννης";

"Τη γάτα", το αντικείμενο.

Στη δεύτερη περίπτωση, στα δίπτωτα ρήματα, έχουμε ένα παράδειγμα που λέει:

"Η Μαρία έδωσε το χαρτί του Πέτρου."

"Έδωσε".

Ποιος, "έδωσε";

"Η Μαρία".

Τι, "έδωσε";

"Το χαρτί".

Σε ποιον, το έδωσε;

"Στον Πέτρο".

Εδώ έχουμε άμεσο και έμμεσο αντικείμενο.

Είπαμε ότι συνήθως το άμεσο αντικείμενο είναι σε αιτιατική

και το έμμεσο αντικείμενο είναι σε γενική.

Η επόμενη κατηγορία είναι τα αμετάβατα ρήματα.

Ρήματα που η ενέργεια τους δε μεταβαίνει σε κάποιο αντικείμενο.

Ας δούμε ένα παράδειγμα:

"Τα μαγαζιά άνοιξαν".

Ας δούμε κι άλλο ένα παράδειγμα."

"Το παιδί χαμογελάει".

Κι άλλο ένα παράδειγμα:

"Ο ουρανός καθάρισε".

Εδώ βλέπουμε ότι οι ενέργειες των τριών ρημάτων,

δεν πήγαν σε ένα αντικείμενο.

Ολοκληρώθηκε το νόημά τους χωρίς αντικείμενο,

άρα καταλαβαίνω ότι είναι αμετάβατα.

Και τρίτη κατηγορία είναι τα συνδετικά ρήματα.

Για παράδειγμα:

"Το φαγητό έγινε αλμυρό".

Εδώ έχω το ρήμα "εγινε", το οποίο είναι

από τα πιο γνωστά συνδετικά ρήματα, άρα ψάχνω αμέσως κατηγορούμενο,

γιατί ξέρω ότι όταν στην πρόταση υπάρχει συνδετικό ρήμα

δε θα πάρει αντικείμενο, θα πάρει κατηγορούμενο.

Για παράδειγμα:

"Το φαγητό έγινε αλμυρό".

Ένα άλλο παράδειγμα:

"Ο Γρηγόρης στάθηκε πολύ τυχερός".

"Στάθηκε".

Ποιος, "στάθηκε";

"Ο Γρηγόρης".

Τι, "στάθηκε ο Γρηγόρης";

"Πολύ τυχερός".

Εδώ βλέπουμε ασκήσεις που μπορούμε να λύσουμε ή να κάνουμε επανάληψη,

αν τις έχουμε λύσει από τα σχολικά μας βιβλία.

Στο βιβλίο του μαθητή, θα βρούμε στη σελίδα 67 την άσκηση 5.

Στο τετράδιο εργασιών, στο δεύτερο τεύχος, στη σελίδα 9 την άσκηση 3.

Και τέλος, μπορώ να διαβάσω τη σελίδα 141 της γραμματικής μου

και να λύσω την δραστηριότητα 28.

Τέλος, εδώ μπορώ να βρω την ηλεκτρονική διεύθυνση των ψηφιακών βιβλίων

όπως επίσης και τον ιστότοπο photodentro που υπάρχει πολύ υλικό για όλους μας.

Σας ευχαριστώ πολύ που παρακολουθήσατε το σημερινό μάθημα

και σας εύχομαι καλή συνέχεια!