Ο χορός εις του κ. Περιάνδρου
Πώς εγελάσθην εγώ ― τι ήθελα, τι γύρευα να ξαναείπω εις τον φίλον μου, Νικολάκην τον Β… ―νυν δικαστήν εν Μ…― τα όσα μου είχε διηγηθή εκείνο το πρωί εις το καφενείον ο κ. Πανάγος Περίανδρος, σεβάσμιος συνταξιούχος και οικοκύρης καλός; Εσυχνάζαμεν μαζί εις το ίδιον καφενεδάκι, παρά την οδόν Α…, εις μίαν συνοικίαν εξόχως λαϊκήν. Ο γηραιός Περίανδρος ουδέποτε έπινε καφέ, ούτε ναργιλέ εκάπνιζεν, ούτε εξώδευε λεπτόν· μόνον τας εφημερίδας όλας απερρόφα. Κρατών ανά τρεις εις τας χείρας, την μίαν εν ενεργεία, την άλλην εν εφεδρεία, και την άλλην ως εθνοφρουράν, την μίαν ετελείωνεν ήδη, τας άλλας δύο έκρυπτεν υπό την πρώτην. Πάντα επαίτην εισερχόμενον παρέπεμπεν εις τον συγγενή του παπα-Νικόστρατον, εκεί παρακαθήμενον, καπνίζοντα σιγαρέτον, και διαβάζοντα τον «Παλιάνθρωπον».
Ο παπα-Νικόστρατος είχεν ανοικτήν πάντοτε την χείρα, και εις κεράσματα και εις ελεημοσύνην.
Ο εξάδελφός του κ. Περίανδρος, αμφίβολον αν είχε ποτέ λεπτόν επάνω του. Είχε δύο ή τρεις οικίας, πολλάς χιλιάδας εις την Εθν. Τράπεζαν, καλήν σύνταξιν από το δημόσιον, και τινα οικόπεδα, τα οποία είχεν αποκτήσει όταν διετέλει εις οικονομικήν υπηρεσίαν· περιουσίαν άνω των 300 χιλ. Ο φρόνιμος γέρων συνήθιζε να λέγη:
― Αν εγώ δεν δίδω, τουλάχιστον παρακινώ άλλους. Τους στέλνω στον παπα-Νικόστρατον. Το ίδιο είναι. Και για μένα ψυχικό πιάνεται.
Πρεσβύτης ήδη, είχεν εμβή εις τον κόσμον, λαβών γυναίκα σχεδόν σαραντάραν. Είχε γεννήσει ένα κοράσιον, και πλέον ου.
Περί το 188…, όταν επρόκειτο και πάλιν περί Μακεδονίας, όπως πάντοτε, ο κυρ Πανάγος συνήθιζε να λέγη:
― Για μένα Μακεδονία είναι το παιδί μου· αυτήν έχω και Κρήτη και Μακεδονία εγώ.
Εντεύθεν δύο ή τρεις φίλοι μας συνήθισαν να ονομάζουν «Μακεδονίαν» την κόρην του κ. Περιάνδρου, καθ᾿ όσον αύτη εμεγάλωνεν. Είχεν ούτος οίκοι δύο μικράς θεραπαινίδας, ομήλικας, 12 ή 13 ετών.
Η μία τούτων εκαλείτο Ειρήνη. Της άλλης, ήτις ήτο παιδίσκη ροδοκόκκινη, ζωηροτάτη, και πρώιμος την ανάπτυξιν, δεν συνέπεσε να μάθωμεν το όνομα. Όθεν, μεταξύ μας, την εβαπτίσαμεν «Πόλεμον». Ούτω, την μίαν ωνομάζαμεν Ειρήνην, την άλλην Πόλεμον ― αι δύο ομού αντεπροσώπευον το πνεύμα της εποχής.
― Να, η Ειρήνη!
― Να, ο Πόλεμος! έρχεται στο καφενεδάκι να ζητήση τον αφεντικό της.
Τας εβλέπαμεν τω όντι συχνά ή εις τον δρόμον έξω, ή εις την αυλήν της οικίας του κυρ Πανάγου.
*
* *
Παρήλθον έκτοτε χρόνοι, και η «Μακεδονία» εμεγάλωσεν. Ο πατήρ της της είχε δώσει αυστηράν ανατροφήν. Ήτο μοναχοκόρη και καλή κληρονόμος. Ένας καλοκαμωμένος οπωσούν νέος, πανούργος και κομψευόμενος, κατώρθωσε να ελκύση σοβαρώς την προσοχήν της. Ο γέρων ήθελε να την ανεβάση πολύ υψηλότερα. Εκείνη επέμενεν. Ο κ. Περίανδρος ενέδωκε, και ο γάμος ετελέσθη.
Πλην επήγα πολύ μακράν.
Ας επανέλθωμεν οπίσω. Την Καθαράν Τρίτην του 188… το πρωί, συνωμίλουν, ως συχνά συνέβαινε, με τον κ. Περίανδρον. Ήμεθα οι δύο μας. Μου διηγήθη την συνήθειαν την οποίαν είχε να δίδη κατ᾿ έτος χορόν εις την οικίαν του την τελευταίαν Κυριακήν, της Τυρινής, και μου περιέγραψε τα κατά τον εφετινόν χορόν, της προχθές Κυριακής.
― Πρέπει να συμμορφούται τις με το πνεύμα της εποχής… Δίδω ένα χορόν αυτήν την Κυριακήν, κάθε χρόνον, στο σπίτι. Οφείλει τις να κρατή την θέσιν του. Έρχονται πέντ᾿ έξι φιλικαί οικογένειαι, καθώς και μερικοί νεαροί κύριοι, άγαμοι. Χορεύομεν διαφόρους Ευρωπαϊκούς χορούς… Αυτοί οι χοροί οι ντόπιοι, φίλτατέ μου, είναι μία μονοτονία αφόρητος. Μία αρμάθα από ανθρώπους, εκεί, ωσάν κρομμύδια ή σκόρδα, που κάνουν ένα κύκλον αργά, πολύ νωθρά, χωρίς έννοιαν. Ο Ευρωπαϊκός χορός έχει ζωηρότητα, φίλτατε, έχει χάριν, έχει σικ… Οφείλει τις να βαδίζη με το πνεύμα της εποχής… Κρατούμεν την θέσιν μας… Ο Ευρωπαϊκός χορός είναι μία απόλαυσις… Περισσότερον ζαλίζεσαι να τον βλέπης… αλλά μίαν ζάλην ευάρεστον… Λαμβάνουν αφορμήν τα ζεύγη να γνωρίζωνται, να παίρνουν θάρρος… Δίδεται αφορμή αναπτύξεως σχέσεων, πολλάκις συνάπτονται και συνοικέσια. Στο σπίτι μου εγνώρισεν ο κ. Πατρακίδης, πρόπερσι, την κόρην της κυρίας Τριπόντε, την νύκτα της τελευταίας αυτής Κυριακής… της Τυρινής, όπως την λέτε σεις. Την δευτέραν εβδομάδα της Σαρακοστής έκαμαν αρραβώνα, και του Αγ. Γεωργίου υπανδρεύθησαν… Στο σπίτι μου είχον γνωρισθή προ ετών ο κύριος και η κυρία Πραματοπούλου. Στο σπίτι μου έκαμαν γνωριμίαν προ χρόνων πολλών ο κ. Μαϊμόπουλος με την κυρίαν Παϊδάκη, ύπανδρον ήδη… Μετ᾿ ολίγον καιρόν, η κυρία Παϊδάκη εχώριζε τον άνδρα της, κ᾿ ενυμφεύετο τον κ. Μαϊμόπουλον… Φέτος είχαμεν ένα επεισόδιον εις τον χορόν.
― Το ποίον;
― Μία κυρία, η… (έκυψε πλησιέστερόν μου, κ᾿ εψιθύρισεν έν όνομα· αλλ᾿ η φέρουσα τούτο ήτο άγνωστος εις εμέ, όπως και όσα πρόσωπα είχε μνημονεύσει ανωτέρω) επάνω στον χορόν, ελιποθύμησεν εις τας αγκάλας ενός κυρίου… (κ᾿ εψιθύρισεν ένα άλλο όνομα).
― Θα είχε σφιχθή πολύ, είπα εγώ… αυτός ο κορσές!… Ίσως κ᾿ η ζέστη του σαλονιού σας…
Ο κυρ Πανάγος ένευσε με τρόπον διφορούμενον· είτα επανέλαβε:
― Τι τα θέλετε, συμβαίνουν και μερικά… Πλην δι᾿ εμέ είναι αδιάφορα αυτά όλα… Το περιεργότερον είναι ότι ο σύζυγος της κυρίας αφήκε τον καβαλιέρον της να την συνοδεύση με άμαξαν εις το σπίτι της· ο ίδιος έμεινε μαζί μου ως τας τρεις, κ᾿ επαίζαμεν…
―Α! τα κόβετε λοιπόν, κιόλας;
― Ενίοτε.
Δυστυχώς δεν εκράτησα της γλώσσης μου. Όταν συνήντησα αυθημερόν τον φίλον μου Νικολάκην Β… του διηγήθην όλα τ᾿ ανωτέρω. Ησθανόμην την ανάγκην να μεταδώσω και εις άλλον την απόλαυσιν, διά να γελάσωμεν διακριτικώς μεταξύ μας. Ο Νικολάκης ήτο χαριέστατος σύντροφος.
Ήξευρα ότι συνήθιζε κάποτε να παίζη φάρσες. Αλλά ποτέ δεν θα εφανταζόμην ότι θα προέβαινε μέχρι του βαθμού εις ον έφθασε την φοράν εκείνην.
Την πρωίαν της επομένης συνηντήθημεν εις το μικρόν καφενείον, ο κ. Περίανδρος, ο Νικολάκης κ᾿ εγώ.
Μόλις είχαμεν αρχίσει ομιλίαν, και ο Νικολάκης ήρχισε ―φαντασθήτε!― να ξαναδιαβάζη εις τον κ. Περίανδρον, κατά λέξιν, όσα του είχον ειπεί την προτεραίαν εγώ.
―Α! λοιπόν ωραία επήγεν ο χορός στο σπίτι σας, φέτος, κ. Περίανδρε· σας συγχαίρω!
Εγώ ανετινάχθην όλος κ᾿ έκαμα νεύμα αυστηράς απαγορεύσεως.
― Τι; Σας είπαν τίποτε;
―Όχι· το διάβασα.
Εγώ εξεπλάγην, όπως και ο γέρων Περίανδρος.
― Το διαβάσατε; Πού;
― Στην εφημερίδα.
― Ποίαν;
― Νομίζω, στην «Εφημερίδα», του Κορομηλά.
Ο Περίανδρος το επίστευσε κ᾿ εκόντευα να το πιστεύσω κ᾿ εγώ.
―Α! αλήθεια; Δεν την είδα σήμερα… Και τι λέγει;
― Περιγράφει τον χορόν σας… την ωραίαν οικογενειακήν διασκέδασιν… την φιλοξενίαν του σπιτιού σας… τας σχέσεις που συνάπτονται… τα συνοικέσια.
Εγώ ένευσα απελπιστικώς εις τον Νικολάκην να παύση. Αλλ᾿ ούτος εξηκολούθει απτόητος.
― Λέει κάτι τι και διά μίαν κυρίαν Φ… δεν την ονομάζει… η οποία συνέβη να λιποθυμήση ενώ εχόρευε.
Ήτο φοβερά δοκιμασία δι᾿ εμέ, παρόντα εκεί. Έτριζα τους οδόντας κατά του φίλου μου. Εκείνος ακόμη εξηκολούθει:
― Φαντασθήτε, ποίαν συγκίνησιν θα υπέστητε όλοι!… Ευτυχώς ο καβαλιέρος, συνώδευσε την κυρίαν εις την οικίαν της, κ᾿ έτσι εγλυτώσατε…
Ο κ. Περίανδρος εφώναξεν ήδη τον καφετζήν, παρακαλών να του φέρη την «Εφημερίδα». Αλλ᾿ ο Νικολάκης:
―Όχι στο σημερινό φύλλο, είπεν.
―Αλλά;
― Νομίζω, στο χθεσινό.
Τότε εγώ, ως διά να εξέλθω εις προϋπάντησιν του κινδύνου, και τον αψηφήσω, προέβην εις μικρόν τόλμημα. Απεφάσισα να διαψεύσω τον ακριτόμυθον φίλον.
―Εγώ την εδιάβασα την «Εφημερίδα», είπα, και σήμερα και χθες… Δεν είδα να λέγη τίποτε περί χορού εις του κυρίου Περιάνδρου.
―Α! στάσου… τώρα θυμούμαι… δεν θα ήτον στην «Εφημερίδα» που το διάβασα… εις άλλην… σταθήτε! Νομίζω εις την «Αυγήν»…
Η «Αυγή» είχε παύσει προ χρόνων να εκδίδεται.
― Και βγαίνει τώρα η «Αυγή»; είπεν ο κυρ Πανάγος.
― Νομίζω, ξανάρχισε να βγαίνη… στην «Αυγή» ή στην «Παλιγγενεσίαν», αδιάφορον, το διάβασα.
Και με φυσικώτατον τόνον:
―Α, ναι, τώρα ενθυμούμαι· ήτον εις τον «Χρόνον Αθηνών». Εις το χθεσινόν φύλλον ή εις το προχθεσινόν.
Ο κ. Περίανδρος δεν ενόει πολύ τον «Χρόνον Αθηνών», επειδή αυτός ήτον τα μάλα ειρηνικός, η δ᾿ εφημερίς εκείνη εξήρχετο καθημερινώς με προμετωπίδα εκ χονδρών κεφαλαίων «Κηρύξατε τον πόλεμον!» ή «Ζήτω, τέλος πάντων, ο πόλεμος!»
Ουχ ήττον επί ημέρας εξηκολούθει να ζητή να εύρη τα περασμένα φύλλα και του «Χρόνου» και άλλων εφημερίδων, υπαρκτών ή ανυπάρκτων, όπως είχε μνημονεύσει ο Νικολάκης Β… Τέλος, φαίνεται, επείσθη ότι όλα τα αντίτυπα όλων των εφημερίδων των ημερών εκείνων είχαν εξαντληθή χάρις εις την μεγάλην ζήτησιν, ένεκα της φιλοπολέμου ζέσεως της εποχής εκείνης, κ᾿ ελυπήθη πολύ ότι δεν κατώρθωσε να εύρη το φύλλον διά ν᾿ απολαύση την περιγραφήν του χορού του εν τη οικία του.
Εις εμέ και εις τον Νικολάκην ουδέποτε ούτε εσκυθρώπασεν ούτε μορφασμόν έδειξε δι᾿ όλα τα λεχθέντα.
Εγώ παρεπονέθην κάπως εις τον φίλον μου.
― Μ᾿ επέρασες, του είπα, απ᾿ το στόμα του λύκου.
― Ευτυχώς, δεν είχε δόντια, ήτον νωδός λύκος, απήντησεν ο Νικολάκης.
(1905)