×

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του LingQ. Επισκέπτοντας τον ιστότοπο, συμφωνείς στην cookie policy.


image

Παπαντωνίου, Ζ. - Τα Ψηλά Βουνά (1918), 15. Η βλαχοπούλα μιλάει στα παιδιά

15. Η βλαχοπούλα μιλάει στα παιδιά

Τα παιδιά κάθισαν στο χράμι που τους έστρωσε η Αφρόδω απάνω στην κασέλα. Είχε ζωγραφιές αυτή η κασέλα και φαίνεται πως ήταν η καλή καλή.

Αλλιώς θα τα έβαζε τα παιδιά να καθίσουν στην άλλη που βρισκόταν παραπέρα, μα που ήταν μαύρη και παλιά· της κυρούλας ίσως.

Η Αφρόδω έμενε όρθια και ενώ η ρόκα της έγνεθε και το αδράχτι της γύριζε μιλούσε στα παιδιά.

Ρώτησε τον Φάνη και τον Δήμο αν είχαν αδερφή, πόσων χρονών είναι και ποιο είναι τ' όνομά της.

Ύστερα τα παιδιά τη ρωτούσαν το ένα και το άλλο για πρόβατα, για στάνες και για βουνά. Κι η Αφρόδω, γνέθοντας, τους ιστόρησε τη ζωή των βλάχων στα βουνά και στα χαμηλώματα, το καλοκαίρι και τον χειμώνα.

---

Χίλια πράματα έμαθαν, που δεν τα είχαν ακούσει. Πώς χιλιάδες πρόβατα και γίδια δίνουν το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, το μαλλί και το κρέας τους για να ζήσει ο άνθρωπος. Τα κοπάδια είναι ευτυχισμένα, όπου βρίσκουν βοσκή. Μα όχι και κείνοι που τα βόσκουν.

Οι βλάχοι περνούν σκληρή ζωή! Πολεμούν με τους βαριούς χειμώνες, με τους βράχους, με τα ποτάμια.

Ταξιδεύουν από τόπο σε τόπο, από ψήλωμα σε χαμήλωμα. Σήμερα στήνουν την καλύβα εδώ, αύριο πέρα μακριά, όπου είναι χορτάρι και κλαρί. Αθεμέλιωτα είναι τα σπίτια τους και δεν μπορείς να στήσεις τίποτα μέσα.

Όλες οι δουλειές από το πρωί ως το βράδυ· βοσκή, γνέψιμο, άρμεγμα, ζύμωμα, τάγισμα του κοπαδιού. Ύπνος λίγος· ξαγρύπνια, νυχτοπερπάτημα.

---

Αυτά διηγιόταν η Αφρόδω.

Mα ενώ τα έλεγε ορθή, κοιτάζοντας τη ρόκα και κλωσταίνοντας το μαλλί, τόσο χαριτωμένο χαμόγελο είχε που δεν έμοιαζαν με βάσανα.

«Δεν αφήνεις τα πρόβατα», είπε ο Φάνης, «να 'ρθεις κάτω με τα δικά μας τα κορίτσια;»

Η Αφρόδω γέλασε και απάντησε πως δεν τ' αφήνει για όλα τ' αγαθά του κόσμου. Εδώ είναι η γενιά της, αδέρφια, πατέρας, μάνα, γαμπροί, παππούδες, τα γεροθανασαίικα που λέει ο λόγος. Μα όχι μόνο τούτο, έχει κι άλλο συγγενολόι.

«Έχω συγγένεια, είπε, με κάθε δεντρί... Εδώ γίναμε ένα κλαριά και βλάχοι, τόσον καιρό μαζί. Αντάμα μεγαλώνουμε, αντάμα βρεχόμαστε και χιονιζόμαστε, μαζί παίρνουμε τον ήλιο. Έχουν και κείνα χάδι και χαϊδεύουν, φωνή και λαλούνε· δεν ακούς άμα τα φυσάει αέρας! Και τα μικρά, που είναι σαν τ' αδέρφι μου τον Λάμπρο, και τα μεγάλα, που μοιάζουν του παππού, όλα με γνωρίζουν, όπως γνωρίζουν κι όλους τους βλάχους, όλη τη γενιά.»

«Εκατό πρόβατά μας αποκοιμίζει στον ίσκιο του το μεσημέρι ένας πεύκος εκεί κάτω. Αυτά έχουμε συντρόφους κι εμείς. Την ημέρα τα δέντρα και το βράδυ τ' αστέρια που μας φέγγουν για τη βοσκή.»

---

Πολύ μαλλί από τη ρόκα της Αφρόδως έγινε νήμα και πήγε στο αδράχτι με τούτη την κουβέντα. Και πάλι έγνεθε για να μη χάνει καιρό.

Κάπου κάπου έλεγε καμιά λέξη, που τα παιδιά δεν την καταλάβαιναν αμέσως, μόνο από το νόημα. Έλεγε τα πρόβατα πράτα, το ρούχο σκτί, το πάλι το έλεγε μάτα και τα γίδια τα 'ίδια. Μα τα παιδιά δε θυμούνται καμιά κοπέλα να τους μίλησε ποτέ με τόση ομορφιά.

Κι όταν βγήκε έξω μια στιγμή, γιατί άκουσε τα πατήματα του παππού, θυμήθηκαν τα λόγια της πως έχει συγγένεια με τα δέντρα.

Ήταν αλήθεια σαν δεντρί!


15. Η βλαχοπούλα μιλάει στα παιδιά 15. The Wallachian girl talks to the children 15. La Wallachienne parle aux enfants 15. Wołoska dziewczynka rozmawia z dziećmi 15. Валлахская девочка разговаривает с детьми

Τα παιδιά κάθισαν στο χράμι που τους έστρωσε η Αφρόδω απάνω στην κασέλα. The children sat down on the grass that Aphrodite had laid out for them on the chest. Είχε ζωγραφιές αυτή η κασέλα και φαίνεται πως ήταν η καλή καλή. There were drawings on this chest and it looks like it was the good kind.

Αλλιώς θα τα έβαζε τα παιδιά να καθίσουν στην άλλη που βρισκόταν παραπέρα, μα που ήταν μαύρη και παλιά· της κυρούλας ίσως. Sonst hätte er die Kinder auf dem anderen sitzen lassen, der weiter weg war, der aber schwarz und alt war, vielleicht der der Dame. Otherwise he would have made the children sit on the other one, which was further on, but which was black and old; the lady's perhaps.

Η Αφρόδω έμενε όρθια και ενώ η ρόκα της έγνεθε και το αδράχτι της γύριζε μιλούσε στα παιδιά. Aphrodite stood upright and while her rocket was waving and her spindle was turning she was talking to the children.

Ρώτησε τον Φάνη και τον Δήμο αν είχαν αδερφή, πόσων χρονών είναι και ποιο είναι τ' όνομά της. He asked Fanny and Demos if they had a sister, how old she was and what her name was.

Ύστερα τα παιδιά τη ρωτούσαν το ένα και το άλλο για πρόβατα, για στάνες και για βουνά. Then the children would ask her one by one about sheep, stables and mountains. Κι η Αφρόδω, γνέθοντας, τους ιστόρησε τη ζωή των βλάχων στα βουνά και στα χαμηλώματα, το καλοκαίρι και τον χειμώνα. And Aphrodite, beckoning, told them about the life of the peasants in the mountains and in the lowlands, in summer and in winter.

--- ---

Χίλια πράματα έμαθαν, που δεν τα είχαν ακούσει. They learned a thousand things they hadn't heard. Πώς χιλιάδες πρόβατα και γίδια δίνουν το γάλα, το τυρί, το βούτυρο, το μαλλί και το κρέας τους για να ζήσει ο άνθρωπος. How thousands of sheep and goats give their milk, cheese, butter, wool and meat for man to live on. Τα κοπάδια είναι ευτυχισμένα, όπου βρίσκουν βοσκή. The herds are happy wherever they find pasture. Μα όχι και κείνοι που τα βόσκουν. But not those who graze them.

Οι βλάχοι περνούν σκληρή ζωή! The rednecks have a hard life! Πολεμούν με τους βαριούς χειμώνες, με τους βράχους, με τα ποτάμια. They fight with the heavy winters, with the rocks, with the rivers.

Ταξιδεύουν από τόπο σε τόπο, από ψήλωμα σε χαμήλωμα. They travel from place to place, from one place to another, from one place to another. Σήμερα στήνουν την καλύβα εδώ, αύριο πέρα μακριά, όπου είναι χορτάρι και κλαρί. Today they set up their hut here, tomorrow far away, where there is grass and twigs. Αθεμέλιωτα είναι τα σπίτια τους και δεν μπορείς να στήσεις τίποτα μέσα. Their houses are uninhabited and you can't put anything in them.

Όλες οι δουλειές από το πρωί ως το βράδυ· βοσκή, γνέψιμο, άρμεγμα, ζύμωμα, τάγισμα του κοπαδιού. All the work from morning till night - grazing, spinning, milking, kneading, feeding the herd. Ύπνος λίγος· ξαγρύπνια, νυχτοπερπάτημα. Sleep little; wakefulness, night-walking.

--- ---

Αυτά διηγιόταν η Αφρόδω. This is what Aphrodite was telling.

Mα ενώ τα έλεγε ορθή, κοιτάζοντας τη ρόκα και κλωσταίνοντας το μαλλί, τόσο χαριτωμένο χαμόγελο είχε που δεν έμοιαζαν με βάσανα. But while she was saying them correctly, looking at the rocket and kicking the hair, she had such a cute smile that they didn't look like suffering.

«Δεν αφήνεις τα πρόβατα», είπε ο Φάνης, «να 'ρθεις κάτω με τα δικά μας τα κορίτσια;» "Won't you leave the sheep," said Fanis, "and come down with our girls?"

Η Αφρόδω γέλασε και απάντησε πως δεν τ' αφήνει για όλα τ' αγαθά του κόσμου. Aphrodite laughed and replied that she would not give it up for all the good things of the world. Εδώ είναι η γενιά της, αδέρφια, πατέρας, μάνα, γαμπροί, παππούδες, τα γεροθανασαίικα που λέει ο λόγος. Hier ist ihre Generation, ihre Brüder, ihr Vater, ihre Mutter, ihre Schwäger, ihre Großeltern, die alten Hasen, über die man in der Stadt spricht. Here is her generation, brothers, father, mother, brothers-in-law, grandparents, the old-timers who are the talk of the town. Μα όχι μόνο τούτο, έχει κι άλλο συγγενολόι. But not only that, he has another relative.

«Έχω συγγένεια, είπε, με κάθε δεντρί... Εδώ γίναμε ένα κλαριά και βλάχοι, τόσον καιρό μαζί. "I am related," he said, "to every tree. Here we became a twig and a hillbilly, so long together. Αντάμα μεγαλώνουμε, αντάμα βρεχόμαστε και χιονιζόμαστε, μαζί παίρνουμε τον ήλιο. Together we grow up, together we get wet and snowy, together we get the sun. Έχουν και κείνα χάδι και χαϊδεύουν, φωνή και λαλούνε· δεν ακούς άμα τα φυσάει αέρας! They also have a caress and caressing, a voice and they sing; you can't hear them when the wind blows! Και τα μικρά, που είναι σαν τ' αδέρφι μου τον Λάμπρο, και τα μεγάλα, που μοιάζουν του παππού, όλα με γνωρίζουν, όπως γνωρίζουν κι όλους τους βλάχους, όλη τη γενιά.» And the little ones, who are like my brother Lambros, and the big ones, who look like my grandfather, they all know me, as they know all the rednecks, the whole generation."

«Εκατό πρόβατά μας αποκοιμίζει στον ίσκιο του το μεσημέρι ένας πεύκος εκεί κάτω. "A hundred of our sheep fall asleep in the shade of a pine tree down there at noon. Αυτά έχουμε συντρόφους κι εμείς. That's what we have companions too. Την ημέρα τα δέντρα και το βράδυ τ' αστέρια που μας φέγγουν για τη βοσκή.» By day the trees and by night the stars that beckon us to graze."

--- ---

Πολύ μαλλί από τη ρόκα της Αφρόδως έγινε νήμα και πήγε στο αδράχτι με τούτη την κουβέντα. Much wool of the robe of Aphrodite became thread, and went to the spinning wheel with this saying. Και πάλι έγνεθε για να μη χάνει καιρό. Again he nodded so as not to waste time.

Κάπου κάπου έλεγε καμιά λέξη, που τα παιδιά δεν την καταλάβαιναν αμέσως, μόνο από το νόημα. Every now and then he would say a word that the children didn't immediately understand, only by the meaning. Έλεγε τα πρόβατα πράτα, το ρούχο σκτί, το πάλι το έλεγε μάτα και τα γίδια τα 'ίδια. He called the sheep meek, the garment skti, he called it again mata and the goats the same. Μα τα παιδιά δε θυμούνται καμιά κοπέλα να τους μίλησε ποτέ με τόση ομορφιά. But the boys don't remember any girl ever speaking to them with such beauty.

Κι όταν βγήκε έξω μια στιγμή, γιατί άκουσε τα πατήματα του παππού, θυμήθηκαν τα λόγια της πως έχει συγγένεια με τα δέντρα. And when she went out for a moment, because she heard the grandfather's footsteps, her words about being related to the trees were remembered.

Ήταν αλήθεια σαν δεντρί! It was really like a tree!