×

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του LingQ. Επισκέπτοντας τον ιστότοπο, συμφωνείς στην πολιτική για τα cookies.


image

1 - Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (AudioBookWorms), 3. Τα γράμματα από τον Κανένα (2)

3. Τα γράμματα από τον Κανένα (2)

Φώτα άναψαν αμέσως στο επάνω πάτωμα. Ο Χάρι είδε με φρίκη πως αυτό το μεγάλο και μαλακό κάτι ήταν το πρόσωπο του θείου του. Ο θείος Βέρνον, τυλιγμένος σ' έναν υπνόσακο, είχε κοιμηθεί κάτω, μπροστά στην εξώπορτα, ακριβώς για να εμποδίσει τον Χάρι να κάνει αυτό που σκόπευε να κάνει. Φυσικά άρχισε αμέσως να τον μαλώνει, φωνάζοντας δυνατά. Σταμάτησε μόνο για να του πει να πάει να ετοιμάσει το τσάι. Ο Χάρι πήγε με συρτά βήματα στην κουζίνα. Ώσπου να ετοιμάσει το τσάι, το ταχυδρομείο είχε έρθει και τα γράμματα βρίσκονταν στα χέρια του θείου Βέρνον. Ανάμεσά τους ο Χάρι μπόρεσε να διακρίνει τρεις φακέλους στους οποίους η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι.

«Θέλω...» άρχισε να λέει, αλλά ο θείος Βέρνον έσκιζε κιόλας τα τρία γράμματα μπροστά στα μάτια του.

Εκείνη τη μέρα ο θείος Βέρνον δεν πήγε στη δουλειά του. Έμεινε σπίτι και κάρφωσε μια σανίδα μπροστά στο μικρό άνοιγμα της πόρτας απ' όπου έπεφταν τα γράμματα. «Καταλαβαίνεις τώρα;» είπε στη θεία Πετούνια, με το στόμα του γεμάτο καρφιά. «Αν ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να παραδώσει τα γράμματα, θα σταματήσει να τα φέρνει!»

«Δε νομίζω πως μ' αυτόν τον τρόπο θα πετύχεις κάτι, Βέρνον...»

«Άκου που σου λέω!» επέμεινε εκείνος. «Το μυαλό αυτών των τύπων δουλεύει περίεργα, όχι σαν το δικό σου και το δικό μου, Πετούνια...»

Κι ο θείος Βέρνον προσπάθησε να καρφώσει το τελευταίο καρφί με το κομμάτι του από το κέικ σοκολάτας που του είχε φέρει η θεία Πετούνια.

Την Παρασκευή, όχι τρία, αλλά δώδεκα γράμματα ήρθαν για τον Χάρι. Όπως δεν μπορούσαν να περάσουν απ' το γραμματοκιβώτιο, κάποιος τα είχε γλιστρήσει κάτω από την πόρτα κι απ' τα πλαϊνά της και τα είχε ακόμη σπρώξει με το ζόρι από το μικρό παραθυράκι της τουαλέτας στο κάτω πάτωμα.

Ο θείος Βέρνον έμεινε και πάλι σπίτι. Αφού πρώτα έκαψε όλα τα γράμματα, στη συνέχεια πήρε σφυρί και καρφιά και κάρφωσε με σανίδες την πόρτα κι όλα τα παράθυρα του ισογείου, ώστε κανείς να μην μπορεί να βγαίνει από κει. Ήταν χλομός καθώς δούλευε, ενώ αναπηδούσε με τον παραμικρό θόρυβο.

Το Σάββατο τα πράγματα άρχισαν να χειροτερεύουν. Είκοσι τέσσερα γράμματα για τον Χάρι είχαν τρυπώσει μέσα στο σπίτι, τυλιγμένα και κρυμμένα μέσα στη θήκη με τα είκοσι τέσσερα αβγά, την οποία ο παραξενεμένος γαλατάς έδωσε στη θεία Πετούνια απ' το μισάνοιχτο παράθυρο του σαλονιού. Κι ενώ ο θείος Βέρνον έκανε έξαλλα τηλεφωνήματα στο ταχυδρομείο και τη βιομηχανία γάλακτος προσπαθώντας να βρει κάποιον για να παραπονεθεί, η θεία Πετούνια έκανε τα γράμματα κιμά στην ηλεκτρική κρεατομηχανή της.

«Μα ποιος, διάολε, θέλει τόσο πολύ να σου μιλήσει;» ρώτησε ο Ντάντλι μ' απορία τον Χάρι.

Την Κυριακή το πρωί ο θείος Βέρνον κάθισε στο τραπέζι για πρωινό δείχνοντας χλομός και λίγο άρρωστος, αλλά ευχαριστημένος.

«Ο ταχυδρόμος δεν έρχεται τις Κυριακές», τους θύμισε χαμογελώντας ενώ άλειβε με μαρμελάδα την εφημερίδα του. «Δε θα 'χουμε γράμματα σήμερα...»

Την ίδια στιγμή κάτι έπεσε με ταχύτητα απ' την καμινάδα της κουζίνας και τον χτύπησε με δύναμη στο σβέρκο. Αμέσως άλλα τριάντα ή σαράντα γράμματα τινάχτηκαν στον αέρα μέσα απ' το τζάκι. Οι Ντάρσλι έσκυψαν για να προστατευθούν, αλλά ο Χάρι άρχισε να πηδά εδώ κι εκεί προσπαθώντας να πιάσει ένα.

«Έξω! Έξω!»

Ουρλιάζοντας ο θείος Βέρνον, άρπαξε τον Χάρι και τον πέταξε με δύναμη έξω στο χολ. Κι όταν, σχεδόν αμέσως, η θεία Πετούνια κι ο Ντάντλι βγήκαν τρέχοντας απ' την κουζίνα, ο θείος Βέρνον έκλεισε την πόρτα. Απ' έξω, όμως, όλοι μπορούσαν ν' ακούνε καθαρά τα γράμματα να πέφτουν και να χτυπούν με δύναμη στους τοίχους και στο πάτωμα.

«Ως εδώ!» είπε ο θείος Βέρνον, όταν βγήκε απ' την κουζίνα. Προσπαθούσε να μιλήσει ήρεμα, αλλά τραβούσε με μανία τρίχες απ' το μουστάκι του. «Σας θέλω όλους εδώ σε πέντε λεπτά, έτοιμους για ταξίδι! Πάρτε μαζί σας μόνο λίγα ρούχα. Και δε θέλω αντιρρήσεις!»

Έδειχνε μάλιστα τόσο άγριος με το μισό μουστάκι του να λείπει, που κανείς δεν τόλμησε να πει τίποτα. Δέκα λεπτά αργότερα είχαν όλοι περάσει με δυσκολία μέσα από τη μισοσφραγισμένη πόρτα και βρίσκονταν καθισμένοι στο αυτοκίνητο, που έτρεχε προς την πιο κοντινή εθνική οδό. Στο πίσω κάθισμα ο Ντάντλι μυξόκλαιγε, γιατί ο πατέρας του του είχε δώσει μια σφαλιάρα επειδή τους καθυστερούσε, καθώς προσπαθούσε να βάλει την τηλεόραση, το βίντεο και το κομπιούτερ του σ' έναν αθλητικό σάκο.

Η γρήγορη οδήγηση συνεχίστηκε για ώρες ολόκληρες. Ούτε καν η θεία Πετούνια τολμούσε να ρωτήσει πού πήγαιναν. Κάθε τόσο ο θείος Βέρνον έκανε μιαν απότομη στροφή κι άρχιζε να οδηγεί για λίγο στην αντίθετη πλευρά του δρόμου.

«Τώρα θα τους μπερδέψω... θα τους μπερδέψω για καλά...» έλεγε κάθε φορά που έκανε αυτή τη μανούβρα.

Όλη μέρα δε σταμάτησαν ούτε μια φορά για να πιουν ή να φάνε κάτι. Όταν άρχισε να σουρουπώνει, ο Ντάντλι ούρλιαζε στο πίσω κάθισμα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε περάσει μια τόσο άσχημη μέρα. Πεινούσε, είχε χάσει πέντε απ' τα πιο αγαπημένα του προγράμματα στην τηλεόραση και δεν είχε ποτέ περάσει τόσο πολλές ώρες χωρίς να εξολοθρεύσει τουλάχιστον έναν εξωγήινο με το κομπιούτερ του.

Αργά το βράδυ ο θείος Βέρνον σταμάτησε, επιτέλους, στη μισοσκότεινη είσοδο ενός ξενοδοχείου, στα περίχωρα κάποιας μεγάλης πόλης. Ο Ντάντλι κι ο Χάρι μοιράστηκαν ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια, που είχαν υγρά και παγωμένα σεντόνια. Ο Ντάντλι αποκοιμήθηκε αμέσως κι άρχισε να ροχαλίζει, αλλά ο Χάρι έμεινε ξύπνιος, καθισμένος στο περβάζι του παραθύρου, να κοιτάζει κάτω τα φώτα των αμαξιών που περνούσαν και ν' αναρωτιέται...

Την άλλη μέρα είχαν για πρωινό κορνφλέικς με παγωμένο γάλα και πολυκαιρισμένο τυρί με φρυγανιές. Προτού όμως τελειώσουν, η διευθύντρια του ξενοδοχείου πλησίασε το τραπέζι τους. Τους έδειξε ένα φάκελο, όπου η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι.

Κύριον Χάρι Πότερ

Δωμάτιο 17 Ξενοδοχείου «Ρεϊλβιου», Κόκγουορθ

Ο Χάρι άπλωσε γρήγορα το χέρι του για ν' αρπάξει το γράμμα, αλλά ο θείος Βέρνον, ακόμη πιο γρήγορος, το έσπρωξε μακριά. Η ξενοδόχος τους κοιτούσε απορημένη.

«Έχω καμιά εκατοστή από δαύτα στο γραφείο μου», είπε.

«Θα τα πάρω εγώ», είπε ο θείος Βέρνον και σηκώθηκε όρθιος για να την ακολουθήσει.

«Δε θα ήταν καλύτερα να ξαναγυρίσουμε σπίτι μας, χρυσέ μου;» πρότεινε δειλά η θεία Πετούνια μερικές ώρες αργότερα. Ο θείος Βέρνον, όμως, δεν έδειξε καν να την άκουσε. Συνέχισε να οδηγεί αμίλητος. Όσο για το τι έψαχνε να βρει, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Κάποια στιγμή οδήγησε το αυτοκίνητο βαθιά σ' ένα πυκνό δάσος, παρκάρισε, βγήκε έξω και κοίταξε γύρω μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια στον εαυτό του. Μετά ξανακάθισε στο τιμόνι και ξεκίνησαν πάλι. Το ίδιο ακριβώς έκανε κι αργότερα, στη μέση ενός οργωμένου αγρού, αλλά και στην κορυφή ενός πολυώροφου γκαράζ.

«Ο μπαμπάς τρελάθηκε;» ρώτησε παθητικά ο Ντάντλι τη μητέρα του κατά το απογευματάκι — ο θείος Βέρνον είχε παρκάρει σε μιαν ακρογιαλιά, τους είχε κλειδώσει μέσα στο αυτοκίνητο κι είχε εξαφανισθεί.

Σε λίγο άρχισε να βρέχει. Μεγάλες σταγόνες έπεφταν με δύναμη στη σκεπή του αμαξιού κι ο Ντάντλι άρχισε να μυξοκλαίει.

«Είναι Δευτέρα», είπε ο Ντάντλι στη μητέρα του. «Ο Μεγάλος Ουμπέρτο, ο ταχυδακτυλουργός, έχει πρόγραμμα απόψε. Θέλω να μείνουμε κάπου που να έχει τηλεόραση!»

Δευτέρα. Αυτό έκανε τον Χάρι να θυμηθεί κάτι. Αν σήμερα ήταν Δευτέρα —και συνήθως ο Ντάντλι ήξερε καλά τις ημέρες, εξαιτίας των προγραμμάτων στην τηλεόραση— τότε αύριο, Τρίτη, ο Χάρι έκλεινε τα έντεκα. Βέβαια, συνήθως, τα γενέθλιά του κάθε άλλο παρά ευχάριστα ήταν. Πέρυσι οι Ντάρσλι του είχαν κάνει δώρο μια κρεμάστρα κι ένα ζευγάρι παλιές κάλτσες του Ντάντλι. Και πάλι όμως... δεν ήταν και λίγο που συμπλήρωνε τα έντεκά του χρόνια...

Σε λίγο ο θείος Βέρνον ξαναγύρισε χαμογελώντας. Στα χέρια του κρατούσε ένα μακρύ και λεπτό πακέτο. Όταν η θεία Πετούνια τον ρώτησε τι είχε αγοράσει, δεν απάντησε.

«Βρήκα το καλύτερο μέρος!» τους είπε. «Εμπρός, όλοι έξω!»

Έκανε μεγάλη παγωνιά έξω απ' το αυτοκίνητο. Ο θείος Βέρνον τους έδειχνε με τεντωμένο το χέρι του κάτι που έμοιαζε με μεγάλο βράχο στ' ανοιχτά της θάλασσας. Στην κορυφή του βράχου ήταν χτισμένη η πιο άθλια καλύβα που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Και για ένα πράγμα μπορούσαν να είναι όλοι βέβαιοι: εκεί δεν είχε τηλεόραση!

«Περιμένουν θύελλα απόψε!» είπε ευχαριστημένος ο θείος Βέρνον, τρίβοντας τα χέρια του. «Κι αυτός εδώ ο κύριος δέχθηκε πρόθυμα να μας δανείσει τη βάρκα του».

Ένας γέρος άντρας χωρίς δόντια τους πλησίασε με συρτά βήματα, δείχνοντας με το χέρι του μια παλιά ψαρόβαρκα λίγο πιο πέρα.

«Αγόρασα κιόλας μερικά τρόφιμα», είπε ο θείος Βέρνον. «Μπορούμε λοιπόν να ξεκινήσουμε αμέσως. Όλοι μέσα!»

Το κρύο μέσα στη βάρκα ήταν ακόμη πιο δυνατό. Παγωμένες σταγόνες θαλασσινού νερού και βροχής έκαναν τα πρόσωπά τους να τσούζουν, ενώ ο αέρας ολοένα και δυνάμωνε. Μετά από ένα διάστημα, που φάνηκε σ' όλους σαν ώρες ατέλειωτες, έφτασαν στο βράχο. Από εκεί ο θείος Βέρνον, γλιστρώντας και παραπατώντας, τους οδήγησε στην καλύβα.

Το εσωτερικό της ήταν κάτι περισσότερο από απαίσιο. Μύριζε έντονα φύκια και κουτσουλιές γλάρων. Ο παγωμένος αέρας έμπαινε από τις χαραμάδες των ξύλινων τοίχων και το τζάκι ήταν βρεμένο και άδειο από ξύλα. Η καλύβα είχε μόνο δύο δωμάτια.

Ο θείος Βέρνον μοίρασε τρόφιμα- δηλαδή τι τρόφιμα, ένα σακουλάκι τσιπς και μια μπανάνα για τον καθένα. Αφού τα έφαγαν, ο θείος Βέρνον προσπάθησε ν' ανάψει φωτιά στο τζάκι με τις σακούλες από τα τσιπς, αλλά το λεπτό πλαστικό κάηκε βγάζοντας καπνό κι όχι φλόγα.

«Μακάρι να 'χαμε τώρα μερικά απ' αυτά τα γράμματα, έτσι;» είπε μετά χαμογελώντας.

Ο θείος Βέρνον ήταν τώρα καλοδιάθετος. Αυτό σήμαινε πως πίστευε ότι κανένας δε θα μπορούσε να τους πλησιάσει, και μάλιστα μ' αυτή την καταιγίδα, για να τους δώσει γράμματα. Ο Χάρι συμφωνούσε, αλλ' αυτό δεν του έδινε καμιά ευχαρίστηση.

Όσο σκοτείνιαζε, η καταιγίδα δυνάμωνε. Πιτσιλιές νερού από τα μεγάλα κύματα μούσκευαν τους τοίχους της καλύβας κι ένας δυνατός άνεμος έκανε τα βρόμικα τζάμια να τρίζουν. Η θεία Πετούνια βρήκε σε μια γωνιά δυο μουχλιασμένες κουβέρτες κι έφτιαξε ένα πρόχειρο κρεβάτι για τον Ντάντλι στον καναπέ του ενός δωματίου. Εκείνη κι ο θείος Βέρνον πήγαν να ξαπλώσουν στο διπλό κρεβάτι του άλλου δωματίου, αφήνοντας τον Χάρι να περάσει τη νύχτα του στο πάτωμα, σκεπασμένος μόνο με το παλτό του.

Η καταιγίδα δυνάμωσε κι άλλο στη διάρκεια της νύχτας κι ο Χάρι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έτρεμε από το κρύο και στριφογύριζε στο πάτωμα, προσπαθώντας μάταια να βρει μια βολική στάση, ενώ το στομάχι του γουργούριζε από την πείνα. Τα ροχαλητά του Ντάντλι καλύπτονταν από τους κεραυνούς, που γίνονταν όλο και πιο συχνοί όσο η νύχτα προχωρούσε. Ο φωτεινός δίσκος στο ρολόι του Ντάντλι, που φωσφόριζε καθώς το χοντρό μπράτσο του κρεμόταν έξω από την κουβέρτα, έδειχνε στον Χάρι πως η ώρα πλησίαζε έντεκα. Από την άβολη θέση του στο πάτωμα, ο Χάρι κοιτούσε το ρολόι, βλέποντας τη μέρα των γενεθλίων του να πλησιάζει, κι αναρωτιόταν: οι Ντάρσλι θα θυμούνταν, άραγε, πως αύριο έκλεινε τα έντεκα; Και πού να βρισκόταν τώρα αυτός που του έστελνε τα γράμματα;

Άλλα πέντε λεπτά ως τις δώδεκα. Ο Χάρι άκουσε κάτι από έξω να τρίζει. Ευχήθηκε να μην πέσει επάνω τους η σκεπή, γιατί τότε, εκείνος τουλάχιστον, θα κρύωνε ακόμη περισσότερο. Τέσσερα λεπτά ως τα μεσάνυχτα... Ίσως αυτή κιόλας τη στιγμή το σπίτι στην οδό Πριβέτ να ήταν τόσο γεμάτο από γράμματα, που, όταν γύριζαν εκεί, να κατάφερνε ν' αρπάξει ένα...

Τρία λεπτά ακόμη... Αυτός ο θόρυβος έξω, να ήταν άραγε η θάλασσα που χτυπούσε πάνω στο βράχο; Και (δυο λεπτά ακόμη...) τι ήταν αυτός ο περίεργος θόρυβος; Μήπως ο βράχος έσπαγε και βυθιζόταν στη θάλασσα;

Ένα λεπτό ακόμη... και μετά ο Χάρι θα γινόταν έντεκα χρόνων! Τριάντα δευτερόλεπτα... είκοσι... δέκα... εννιά... ίσως άξιζε τον κόπο να ξυπνήσει τον Ντάντλι, μόνο και μόνο για να τον νευριάσει... τρία... δύο... ένα...

ΜΠΟΥΜ!

Ολόκληρη η καλύβα κουνήθηκε δυνατά κι ο Χάρι ανακάθισε τρομαγμένος, με το βλέμμα του στηλωμένο στην πόρτα. Κάποιος βρισκόταν απ' έξω και χτυπούσε για να μπει μέσα.

3. Τα γράμματα από τον Κανένα (2) 3. Briefe von Nobody (2) 3. Letters from Nobody (2) 3. Cartas de nadie (2) 3. Lettres de personne (2) 3. Lettere di nessuno (2)

Φώτα άναψαν αμέσως στο επάνω πάτωμα. Oben geht sofort Licht an. Lights on immediately upstairs. Ο Χάρι είδε με φρίκη πως αυτό το μεγάλο και μαλακό κάτι ήταν το πρόσωπο του θείου του. ||||horreur||||||||||||| Harry sah mit Entsetzen, dass dieses große und weiche Ding das Gesicht seines Onkels war. Harry saw with horror that this big and soft thing was his uncle's face. Ο θείος Βέρνον, τυλιγμένος σ' έναν υπνόσακο, είχε κοιμηθεί κάτω, μπροστά στην εξώπορτα, ακριβώς για να εμποδίσει τον Χάρι να κάνει αυτό που σκόπευε να κάνει. Onkel Vernon hatte, in einen Schlafsack gehüllt, unten vor der Haustür geschlafen, um Harry an seinem Vorhaben zu hindern. Uncle Vernon, wrapped in a sleeping bag, had slept downstairs in front of the front door, just to prevent Harry from doing what he intended to do. Φυσικά άρχισε αμέσως να τον μαλώνει, φωνάζοντας δυνατά. Natürlich schimpfte sie sofort mit ihm und brüllte laut. Of course she immediately started arguing with him, shouting loudly. Σταμάτησε μόνο για να του πει να πάει να ετοιμάσει το τσάι. Sie hielt nur an, um ihm zu sagen, er solle den Tee kochen gehen. She stopped only to tell him to go make tea. Ο Χάρι πήγε με συρτά βήματα στην κουζίνα. Harry schritt in die Küche. Harry slid into the kitchen. Ώσπου να ετοιμάσει το τσάι, το ταχυδρομείο είχε έρθει και τα γράμματα βρίσκονταν στα χέρια του θείου Βέρνον. Als er Tee gekocht hatte, war die Post gekommen und die Briefe waren in Onkel Vernons Händen. By the time the tea was ready, the post office had arrived and the letters were in Uncle Vernon's hands. Ανάμεσά τους ο Χάρι μπόρεσε να διακρίνει τρεις φακέλους στους οποίους η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι. Darunter konnte Harry drei Umschläge sehen, auf denen die Adresse mit grüner Tinte geschrieben war. Among them, Harry was able to distinguish three envelopes in which the address was written in green ink.

«Θέλω...» άρχισε να λέει, αλλά ο θείος Βέρνον έσκιζε κιόλας τα τρία γράμματα μπροστά στα μάτια του. "Ich will...", begann er, aber Onkel Vernon riss ihm schon die drei Buchstaben vor den Augen heraus. "I want ..." he began, but Uncle Vernon was already tearing the three letters in front of his eyes.

Εκείνη τη μέρα ο θείος Βέρνον δεν πήγε στη δουλειά του. An diesem Tag ging Onkel Vernon nicht zur Arbeit. Uncle Vernon did not go to work that day. Έμεινε σπίτι και κάρφωσε μια σανίδα μπροστά στο μικρό άνοιγμα της πόρτας απ' όπου έπεφταν τα γράμματα. Er blieb zu Hause und nagelte ein Brett vor die kleine Öffnung in der Tür, durch die die Briefe gefallen waren. He stayed home and nailed a board in front of the small door opening from where the letters fell. «Καταλαβαίνεις τώρα;» είπε στη θεία Πετούνια, με το στόμα του γεμάτο καρφιά. "Verstehst du jetzt?", sagte er zu Tante Petunia, den Mund voller Nägel. "You understand now;" he said to Aunt Petunia, with his mouth full of nails. «Αν ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να παραδώσει τα γράμματα, θα σταματήσει να τα φέρνει!» "Wenn der Postbote die Briefe nicht zustellen kann, wird er sie nicht mehr zustellen!" "If the postman cannot deliver the letters, he will stop bringing them!"

«Δε νομίζω πως μ' αυτόν τον τρόπο θα πετύχεις κάτι, Βέρνον...» "Ich glaube nicht, dass du auf diese Weise etwas erreichen wirst, Vernon..." "I do not think that this way you will achieve anything, Vernon ..."

«Άκου που σου λέω!» επέμεινε εκείνος. "Hör zu, was ich sage!" er bestand darauf. "Listen to what I'm saying!" he insisted. «Το μυαλό αυτών των τύπων δουλεύει περίεργα, όχι σαν το δικό σου και το δικό μου, Πετούνια...» "Die Gehirne dieser Leute funktionieren komisch, nicht wie deines und meines, Petunia..." "The minds of these guys work strangely, not like yours and mine, Petunia ..."

Κι ο θείος Βέρνον προσπάθησε να καρφώσει το τελευταίο καρφί με το κομμάτι του από το κέικ σοκολάτας που του είχε φέρει η θεία Πετούνια. Und Onkel Vernon versuchte, mit seinem Stück Schokoladenkuchen, den Tante Petunia ihm gebracht hatte, den letzten Nagel zu nageln. And Uncle Vernon tried to nail the last nail with his piece of the chocolate cake that Aunt Petunia had brought him.

Την Παρασκευή, όχι τρία, αλλά δώδεκα γράμματα ήρθαν για τον Χάρι. Am Freitag kamen nicht drei, sondern zwölf Briefe für Harry. On Friday, not three, but twelve letters came to Harry. Όπως δεν μπορούσαν να περάσουν απ' το γραμματοκιβώτιο, κάποιος τα είχε γλιστρήσει κάτω από την πόρτα κι απ' τα πλαϊνά της και τα είχε ακόμη σπρώξει με το ζόρι από το μικρό παραθυράκι της τουαλέτας στο κάτω πάτωμα. Da sie den Briefkasten nicht passieren konnten, hatte jemand sie unter die Tür und von der Seite geschoben und sogar mit Gewalt aus dem kleinen Toilettenfenster nach unten geschoben. As they could not pass through the mailbox, someone had slipped them under the door and from the side and had even pushed them by force from the small toilet window downstairs.

Ο θείος Βέρνον έμεινε και πάλι σπίτι. Onkel Vernon blieb wieder zu Hause. Uncle Vernon stayed home again. Αφού πρώτα έκαψε όλα τα γράμματα, στη συνέχεια πήρε σφυρί και καρφιά και κάρφωσε με σανίδες την πόρτα κι όλα τα παράθυρα του ισογείου, ώστε κανείς να μην μπορεί να βγαίνει από κει. Nachdem er zunächst alle Briefe verbrannt hatte, nahm er einen Hammer und Nägel und vernagelte die Tür und alle Fenster des Erdgeschosses mit Brettern, so dass niemand mehr herauskam. After first burning all the letters, then he took a hammer and nails and nailed the door and all the windows of the ground floor with planks, so that no one could get out of there. Ήταν χλομός καθώς δούλευε, ενώ αναπηδούσε με τον παραμικρό θόρυβο. Er war blass, während er arbeitete, und hüpfte beim kleinsten Geräusch. He was pale as he worked, while bouncing with the slightest noise.

Το Σάββατο τα πράγματα άρχισαν να χειροτερεύουν. Am Samstag wurden die Dinge noch schlimmer. On Saturday things started to get worse. Είκοσι τέσσερα γράμματα για τον Χάρι είχαν τρυπώσει μέσα στο σπίτι, τυλιγμένα και κρυμμένα μέσα στη θήκη με τα είκοσι τέσσερα αβγά, την οποία ο παραξενεμένος γαλατάς έδωσε στη θεία Πετούνια απ' το μισάνοιχτο παράθυρο του σαλονιού. Vierundzwanzig Briefe über Harry hatten sich ins Haus geschlichen, eingewickelt und versteckt in der Kiste mit den vierundzwanzig Eiern, die der seltsame Milchmann Tante Petunia durch das halboffene Fenster des Wohnzimmers gab. Twenty-four letters about Harry had crept into the house, wrapped and hidden in the case of the twenty-four eggs that the strange milkman gave to Aunt Petunia through the half-open window of the living room. Κι ενώ ο θείος Βέρνον έκανε έξαλλα τηλεφωνήματα στο ταχυδρομείο και τη βιομηχανία γάλακτος προσπαθώντας να βρει κάποιον για να παραπονεθεί, η θεία Πετούνια έκανε τα γράμματα κιμά στην ηλεκτρική κρεατομηχανή της. Und während Onkel Vernon verzweifelt bei der Post und der Molkereiindustrie anrief, um jemanden zu finden, bei dem er sich beschweren konnte, machte Tante Petunia Hackfleischbriefe auf ihrem elektrischen Fleischwolf. And while Uncle Vernon made furious phone calls to the post office and the dairy industry trying to find someone to complain to, Aunt Petunia minced the letters on her electric meat grinder.

«Μα ποιος, διάολε, θέλει τόσο πολύ να σου μιλήσει;» ρώτησε ο Ντάντλι μ' απορία τον Χάρι. "Aber wer zum Teufel will denn so dringend mit dir reden?", fragte Dudley verwundert zu Harry. "But who the hell wants to talk to you so much?" Dudley asked Harry questioningly.

Την Κυριακή το πρωί ο θείος Βέρνον κάθισε στο τραπέζι για πρωινό δείχνοντας χλομός και λίγο άρρωστος, αλλά ευχαριστημένος. Am Sonntagmorgen setzte sich Onkel Vernon zum Frühstück hin und sah blass und etwas krank, aber glücklich aus. On Sunday morning, Uncle Vernon sat at the breakfast table looking pale and a little sick, but happy.

«Ο ταχυδρόμος δεν έρχεται τις Κυριακές», τους θύμισε χαμογελώντας ενώ άλειβε με μαρμελάδα την εφημερίδα του. "Sonntags kommt der Postbote nicht", erinnerte er lächelnd, während er seine Zeitung mit Marmelade bestrich. "The postman does not come on Sundays," he reminded them with a smile as he smeared his newspaper with jam. «Δε θα 'χουμε γράμματα σήμερα...» "Keine Briefe heute..." "We will not have letters today ..."

Την ίδια στιγμή κάτι έπεσε με ταχύτητα απ' την καμινάδα της κουζίνας και τον χτύπησε με δύναμη στο σβέρκο. Im selben Moment fiel etwas schnell aus dem Küchenschornstein und traf ihn hart im Nacken. At that moment, something fell swiftly from the chimney of the kitchen and hit him forcefully on the head. Αμέσως άλλα τριάντα ή σαράντα γράμματα τινάχτηκαν στον αέρα μέσα απ' το τζάκι. Sofort wurden weitere dreißig oder vierzig Briefe durch den Kamin in die Luft geblasen. Immediately another thirty or forty letters flew into the air from the fireplace. Οι Ντάρσλι έσκυψαν για να προστατευθούν, αλλά ο Χάρι άρχισε να πηδά εδώ κι εκεί προσπαθώντας να πιάσει ένα. Die Dursleys duckten sich, um sich zu schützen, aber Harry sprang hin und her und versuchte, einen zu fangen. The Dursleys bent down to protect themselves, but Harry began to jump around trying to catch one.

«Έξω! "Outside! Έξω!» Outside!"

Ουρλιάζοντας ο θείος Βέρνον, άρπαξε τον Χάρι και τον πέταξε με δύναμη έξω στο χολ. Schreiend packte Onkel Vernon Harry und warf ihn gewaltsam auf den Flur hinaus. Uncle Vernon screamed, grabbed Harry and threw him out into the hall. Κι όταν, σχεδόν αμέσως, η θεία Πετούνια κι ο Ντάντλι βγήκαν τρέχοντας απ' την κουζίνα, ο θείος Βέρνον έκλεισε την πόρτα. Und als Tante Petunia und Dudley fast sofort aus der Küche kamen, schloss Onkel Vernon die Tür. And when, almost immediately, Aunt Petunia and Dundley ran out of the kitchen, Uncle Vernon closed the door. Απ' έξω, όμως, όλοι μπορούσαν ν' ακούνε καθαρά τα γράμματα να πέφτουν και να χτυπούν με δύναμη στους τοίχους και στο πάτωμα. Von außen konnte jedoch jeder deutlich hören, wie die Buchstaben auf die Wände und den Boden fielen und hart aufschlugen. From the outside, however, everyone could clearly hear the letters falling and hitting hard on the walls and floor.

«Ως εδώ!» είπε ο θείος Βέρνον, όταν βγήκε απ' την κουζίνα. "Das war's!" sagte Onkel Vernon, als er aus der Küche kam. "That's enough!" said Uncle Vernon as he left the kitchen. Προσπαθούσε να μιλήσει ήρεμα, αλλά τραβούσε με μανία τρίχες απ' το μουστάκι του. Er versuchte ruhig zu sprechen, zog sich aber wütend die Haare aus seinem Schnurrbart. He tried to speak calmly, but furiously pulled hair from his mustache. «Σας θέλω όλους εδώ σε πέντε λεπτά, έτοιμους για ταξίδι! "Ich will, dass ihr alle in fünf Minuten hier seid, bereit zum Aufbruch! "I want you all here in five minutes, ready to travel! Πάρτε μαζί σας μόνο λίγα ρούχα. Take only a few clothes with you. Και δε θέλω αντιρρήσεις!» Und ich will keine Einwände!" And I don't want objections!

Έδειχνε μάλιστα τόσο άγριος με το μισό μουστάκι του να λείπει, που κανείς δεν τόλμησε να πει τίποτα. Tatsächlich sah er so wild aus, dass die Hälfte seines Schnurrbartes fehlte, dass niemand es wagte, etwas zu sagen. He looked so fierce with half of his mustache missing, that no one dared to say anything. Δέκα λεπτά αργότερα είχαν όλοι περάσει με δυσκολία μέσα από τη μισοσφραγισμένη πόρτα και βρίσκονταν καθισμένοι στο αυτοκίνητο, που έτρεχε προς την πιο κοντινή εθνική οδό. Zehn Minuten später hatten sie es gerade noch durch die halb verriegelte Tür geschafft und saßen im Auto, das auf die nächstgelegene Autobahn raste. Ten minutes later, they all struggled to get through the half-closed door and were seated in the car, heading towards the nearest highway. Στο πίσω κάθισμα ο Ντάντλι μυξόκλαιγε, γιατί ο πατέρας του του είχε δώσει μια σφαλιάρα επειδή τους καθυστερούσε, καθώς προσπαθούσε να βάλει την τηλεόραση, το βίντεο και το κομπιούτερ του σ' έναν αθλητικό σάκο. Auf dem Rücksitz weinte Dundley, weil sein Vater ihm eine Manschette gegeben hatte, weil er sie verzögerte, als er versuchte, seinen Fernseher, Video und Computer in eine Sporttasche zu stecken. In the back seat, Dantley was sniffling because his father had slapped him for making them late, as he tried to stuff his TV, video player, and computer into a sports bag.

Η γρήγορη οδήγηση συνεχίστηκε για ώρες ολόκληρες. Stundenlang ging die schnelle Fahrt weiter. The fast drive continued for hours on end. Ούτε καν η θεία Πετούνια τολμούσε να ρωτήσει πού πήγαιναν. Nicht einmal Tante Petunia wagte zu fragen, wohin sie gehen würden. Not even Aunt Petunia dared to ask where they were going. Κάθε τόσο ο θείος Βέρνον έκανε μιαν απότομη στροφή κι άρχιζε να οδηγεί για λίγο στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Ab und zu machte Onkel Vernon eine scharfe Kurve und fuhr eine Weile auf der gegenüberliegenden Straßenseite. Every now and then Uncle Vernon made a sharp turn and started driving for a while on the opposite side of the road.

«Τώρα θα τους μπερδέψω... θα τους μπερδέψω για καλά...» έλεγε κάθε φορά που έκανε αυτή τη μανούβρα. "Jetzt werde ich sie verwirren ... ich werde sie für immer verwirren ...", sagte er jedes Mal, wenn er dieses Manöver machte. "Now I will confuse them ... I will confuse them for good ..." he said every time he made this maneuver.

Όλη μέρα δε σταμάτησαν ούτε μια φορά για να πιουν ή να φάνε κάτι. Den ganzen Tag über machten sie nicht eine einzige Pause, um etwas zu trinken oder zu essen. They did not stop once a day to drink or eat anything. Όταν άρχισε να σουρουπώνει, ο Ντάντλι ούρλιαζε στο πίσω κάθισμα. Als es zu rumpeln begann, schrie Dudley auf dem Rücksitz. As dusk fell, Dudley screamed in the back seat. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε περάσει μια τόσο άσχημη μέρα. Er hatte noch nie in seinem Leben einen so schlechten Tag gehabt. Never in his life had such a bad day passed. Πεινούσε, είχε χάσει πέντε απ' τα πιο αγαπημένα του προγράμματα στην τηλεόραση και δεν είχε ποτέ περάσει τόσο πολλές ώρες χωρίς να εξολοθρεύσει τουλάχιστον έναν εξωγήινο με το κομπιούτερ του. Er war hungrig, hatte fünf seiner Lieblingssendungen im Fernsehen verpasst und noch nie so viele Stunden verbracht, ohne mindestens ein Alien mit seinem Computer zu töten. He was hungry, had lost five of his favorite TV shows, and had never spent so many hours without exterminating at least one alien with his computer.

Αργά το βράδυ ο θείος Βέρνον σταμάτησε, επιτέλους, στη μισοσκότεινη είσοδο ενός ξενοδοχείου, στα περίχωρα κάποιας μεγάλης πόλης. Am späten Abend hielt Onkel Vernon schließlich vor dem halbdunklen Eingang eines Hotels am Rande einer großen Stadt. Late at night, Uncle Vernon finally stopped at the half-dark entrance of a hotel on the outskirts of a large city. Ο Ντάντλι κι ο Χάρι μοιράστηκαν ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια, που είχαν υγρά και παγωμένα σεντόνια. Dudley and Harry shared a room with two beds, which had wet and icy sheets. Ο Ντάντλι αποκοιμήθηκε αμέσως κι άρχισε να ροχαλίζει, αλλά ο Χάρι έμεινε ξύπνιος, καθισμένος στο περβάζι του παραθύρου, να κοιτάζει κάτω τα φώτα των αμαξιών που περνούσαν και ν' αναρωτιέται... Dudley schlief sofort ein und fing an zu schnarchen, aber Harry blieb wach, saß auf dem Fensterbrett, sah hinunter auf die vorbeifahrenden Autolichter und fragte sich ... Dudley immediately fell asleep and started snoring, but Harry stayed awake, sitting on the window sill, looking down at the passing car lights and wondering ...

Την άλλη μέρα είχαν για πρωινό κορνφλέικς με παγωμένο γάλα και πολυκαιρισμένο τυρί με φρυγανιές. Am nächsten Tag gab es Cornflakes zum Frühstück mit Eismilch und gewürztem Käse mit Toast. The next day they had cornflakes for breakfast with iced milk and seasoned cheese with toast. Προτού όμως τελειώσουν, η διευθύντρια του ξενοδοχείου πλησίασε το τραπέζι τους. Doch bevor sie fertig werden konnten, näherte sich der Hotelmanager ihrem Tisch. But before they could finish, the hotel manager approached their table. Τους έδειξε ένα φάκελο, όπου η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι. Er zeigte ihnen einen Umschlag, auf dem mit grüner Tinte die Adresse stand. He showed them an envelope with the address written in green ink.

Κύριον Χάρι Πότερ Mr. Harry Potter

Δωμάτιο 17 Ξενοδοχείου «Ρεϊλβιου», Κόκγουορθ Zimmer 17 Hotel Railview, Cockworth Room 17 Railway Hotel, Cockworth

Ο Χάρι άπλωσε γρήγορα το χέρι του για ν' αρπάξει το γράμμα, αλλά ο θείος Βέρνον, ακόμη πιο γρήγορος, το έσπρωξε μακριά. Harry griff schnell nach dem Brief, aber Onkel Vernon war noch schneller und schob ihn weg. Harry quickly reached out to grab the letter, but Uncle Vernon, even faster, | pushed away. Η ξενοδόχος τους κοιτούσε απορημένη. The hotelier looked at them in astonishment.

«Έχω καμιά εκατοστή από δαύτα στο γραφείο μου», είπε. „Ich habe ungefähr hundert davon in meinem Büro“, sagte er. "I have about a hundred of them in my office," he said.

«Θα τα πάρω εγώ», είπε ο θείος Βέρνον και σηκώθηκε όρθιος για να την ακολουθήσει. "Ich nehme sie", sagte Onkel Vernon und stand auf, um ihr zu folgen. "I'll take it," said Uncle Vernon, and got up to follow her.

«Δε θα ήταν καλύτερα να ξαναγυρίσουμε σπίτι μας, χρυσέ μου;» πρότεινε δειλά η θεία Πετούνια μερικές ώρες αργότερα. "Wäre es nicht besser, wieder nach Hause zu fahren, Liebes?" schlug Tante Petunia ein paar Stunden später zaghaft vor. "Wouldn't it be better to go home, honey?" aunt Petunia timidly suggested a few hours later. Ο θείος Βέρνον, όμως, δεν έδειξε καν να την άκουσε. Onkel Vernon schien ihr jedoch nicht einmal zuzuhören. Uncle Vernon, however, did not even seem to hear her. Συνέχισε να οδηγεί αμίλητος. Er fuhr schweigend weiter. He continued to drive speechless. Όσο για το τι έψαχνε να βρει, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Was er suchte, konnte niemand erraten. As for what he was looking to find, no one could guess. Κάποια στιγμή οδήγησε το αυτοκίνητο βαθιά σ' ένα πυκνό δάσος, παρκάρισε, βγήκε έξω και κοίταξε γύρω μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια στον εαυτό του. Irgendwann fuhr er den Wagen tief in einen dichten Wald hinein, parkte, stieg aus und sah sich um, wobei er unverständliche Worte vor sich hin murmelte. At one point he drove the car deep into a dense forest, parked it, got out and looked around muttering incomprehensible words to himself. Μετά ξανακάθισε στο τιμόνι και ξεκίνησαν πάλι. Dann setzte er sich wieder ans Steuer und sie fuhren wieder los. Then he got back at the wheel and they started again. Το ίδιο ακριβώς έκανε κι αργότερα, στη μέση ενός οργωμένου αγρού, αλλά και στην κορυφή ενός πολυώροφου γκαράζ. Genau dasselbe tat er später, mitten auf einem gepflügten Feld, aber auch oben in einer mehrstöckigen Garage. He did exactly the same later, in the middle of a plowed field, but also at the top of a multi-storey garage.

«Ο μπαμπάς τρελάθηκε;» ρώτησε παθητικά ο Ντάντλι τη μητέρα του κατά το απογευματάκι — ο θείος Βέρνον είχε παρκάρει σε μιαν ακρογιαλιά, τους είχε κλειδώσει μέσα στο αυτοκίνητο κι είχε εξαφανισθεί. "Ist Papa verrückt geworden?", fragte Dudley seine Mutter am Nachmittag passiv - Onkel Vernon hatte am Strand geparkt, sie ins Auto gesperrt und war verschwunden. "Did Dad go crazy?" Dudley asked his mother passively in the afternoon - Uncle Vernon had parked on a beach, locked them in the car and disappeared.

Σε λίγο άρχισε να βρέχει. Bald begann es zu regnen. After a while it started to rain. Μεγάλες σταγόνες έπεφταν με δύναμη στη σκεπή του αμαξιού κι ο Ντάντλι άρχισε να μυξοκλαίει. Große Tropfen fielen schwer auf das Autodach und Dudley begann zu schniefen. Large drops fell violently on the roof of the car and Dundley began to cry.

«Είναι Δευτέρα», είπε ο Ντάντλι στη μητέρα του. "Heute ist Montag", sagte Dudley zu seiner Mutter. "It's Monday," Dudley told his mother. «Ο Μεγάλος Ουμπέρτο, ο ταχυδακτυλουργός, έχει πρόγραμμα απόψε. "Der große Humberto, der Magier, hat heute Abend ein Programm. «The Great Umberto, the prestidigitator, has a show tonight. Θέλω να μείνουμε κάπου που να έχει τηλεόραση!» Ich will irgendwo bleiben, wo es einen Fernseher gibt!" I want to stay somewhere with a TV!»

Δευτέρα. Monday. Αυτό έκανε τον Χάρι να θυμηθεί κάτι. Das ließ Harry sich an etwas erinnern. That made Harry remember something. Questo fece ricordare a Harry qualcosa. Αν σήμερα ήταν Δευτέρα —και συνήθως ο Ντάντλι ήξερε καλά τις ημέρες, εξαιτίας των προγραμμάτων στην τηλεόραση— τότε αύριο, Τρίτη, ο Χάρι έκλεινε τα έντεκα. Wenn heute Montag wäre – und Dudley kannte die Tage normalerweise gut wegen der Fernsehsendungen – dann wäre Harry morgen, Dienstag, elf geworden. If today was Monday — and Dudley usually knew the days well because of the TV shows — then tomorrow, Tuesday, Harry would have turned eleven. Se oggi era lunedì - e Dudley di solito conosceva bene i giorni, per via dei palinsesti televisivi - allora domani, martedì, Harry avrebbe compiuto undici anni. Βέβαια, συνήθως, τα γενέθλιά του κάθε άλλο παρά ευχάριστα ήταν. Natürlich war sein Geburtstag normalerweise alles andere als glücklich. Of course, usually, his birthday was anything but happy. Πέρυσι οι Ντάρσλι του είχαν κάνει δώρο μια κρεμάστρα κι ένα ζευγάρι παλιές κάλτσες του Ντάντλι. Letztes Jahr hatten ihm die Dursleys einen Kleiderbügel und ein Paar von Dudleys alten Socken geschenkt. Last year the Dursleys had gifted him a coat hanger and a pair of Uncle Vernon's old socks. Και πάλι όμως... δεν ήταν και λίγο που συμπλήρωνε τα έντεκά του χρόνια... Aber noch einmal ... es war nicht wenig, dass er seine elf Jahre vollendete ... And yet... it was no small thing that he was about to turn eleven...

Σε λίγο ο θείος Βέρνον ξαναγύρισε χαμογελώντας. Im nächsten Moment kam Onkel Vernon lächelnd zurück. Soon Uncle Vernon returned, smiling. Στα χέρια του κρατούσε ένα μακρύ και λεπτό πακέτο. In seinen Händen hielt er ein langes und dünnes Paket. In his hands, he was holding a long and thin package. Όταν η θεία Πετούνια τον ρώτησε τι είχε αγοράσει, δεν απάντησε. Als Tante Petunia ihn fragte, was er gekauft habe, antwortete er nicht. When Aunt Petunia asked him what he had bought, he did not answer.

«Βρήκα το καλύτερο μέρος!» τους είπε. "Ich habe den besten Platz gefunden", sagte er ihnen. "I found the best place!" told them. «Εμπρός, όλοι έξω!» "Kommt schon, alle raus!" "Forward, everyone out!"

Έκανε μεγάλη παγωνιά έξω απ' το αυτοκίνητο. Es war eiskalt draußen im Auto. It was very cold outside the car. Ο θείος Βέρνον τους έδειχνε με τεντωμένο το χέρι του κάτι που έμοιαζε με μεγάλο βράχο στ' ανοιχτά της θάλασσας. Onkel Vernon deutete mit der ausgestreckten Hand auf einen großen Felsen vor dem Meer. Uncle Vernon was showing them with his outstretched hand something that looked like a big rock off the sea. Στην κορυφή του βράχου ήταν χτισμένη η πιο άθλια καλύβα που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Auf der Spitze der Klippe wurde die erbärmlichste Hütte gebaut, die man sich vorstellen kann. At the top of the rock was built the most miserable hut imaginable. Και για ένα πράγμα μπορούσαν να είναι όλοι βέβαιοι: εκεί δεν είχε τηλεόραση! Und in einem Punkt waren sie sich alle sicher: Es gab dort keinen Fernseher! And for one thing everyone could be sure: there was no TV there!

«Περιμένουν θύελλα απόψε!» είπε ευχαριστημένος ο θείος Βέρνον, τρίβοντας τα χέρια του. "Sie erwarten heute Nacht ein Gewitter", sagte Onkel Vernon und rieb sich zufrieden die Hände. "They are waiting for a storm tonight!" said Uncle Vernon happily, rubbing his hands. «Κι αυτός εδώ ο κύριος δέχθηκε πρόθυμα να μας δανείσει τη βάρκα του». "Und dieser Herr hier hat sich bereitwillig bereit erklärt, uns sein Boot zu leihen." "And this gentleman here willingly agreed to lend us his boat."

Ένας γέρος άντρας χωρίς δόντια τους πλησίασε με συρτά βήματα, δείχνοντας με το χέρι του μια παλιά ψαρόβαρκα λίγο πιο πέρα. Ein alter Mann ohne Zähne näherte sich ihnen mit kriechenden Schritten und deutete mit der Hand auf ein altes Fischerboot ein Stück weiter weg. An old man without teeth approached them with sliding steps, pointing with his hand to an old fishing boat a little further.

«Αγόρασα κιόλας μερικά τρόφιμα», είπε ο θείος Βέρνον. "Ich habe schon etwas zu essen gekauft", sagte Onkel Vernon. "I even bought some food," said Uncle Vernon. «Μπορούμε λοιπόν να ξεκινήσουμε αμέσως. „Da ist es uns einfach aufgefallen. We can start right away. Όλοι μέσα!» Alle rein!" Everyone inside!

Το κρύο μέσα στη βάρκα ήταν ακόμη πιο δυνατό. Die Kälte im Boot war noch stärker. The cold inside the boat was even stronger. Παγωμένες σταγόνες θαλασσινού νερού και βροχής έκαναν τα πρόσωπά τους να τσούζουν, ενώ ο αέρας ολοένα και δυνάμωνε. Gefrierende Meerwassertropfen und Regen ließen ihre Gesichter brennen, während der Wind immer stärker wurde. Frozen drops of sea water and rain made their faces sting, while the wind grew stronger. Μετά από ένα διάστημα, που φάνηκε σ' όλους σαν ώρες ατέλειωτες, έφτασαν στο βράχο. Nach Stunden, die ihnen allen wie endlos vorkamen, erreichten sie den Felsen. After a while, which seemed to everyone as endless hours, they reached the rock. Από εκεί ο θείος Βέρνον, γλιστρώντας και παραπατώντας, τους οδήγησε στην καλύβα. Von dort führte Onkel Vernon sie ausrutschend und stolpernd zur Hütte. From there, Uncle Vernon, slipping and tripping, led them to the hut.

Το εσωτερικό της ήταν κάτι περισσότερο από απαίσιο. Sein Inneres war mehr als schrecklich. Its interior was more than awful. Μύριζε έντονα φύκια και κουτσουλιές γλάρων. Es roch stark nach Algen und Möwenstängeln. It smelled strongly of algae and gull stalks. Ο παγωμένος αέρας έμπαινε από τις χαραμάδες των ξύλινων τοίχων και το τζάκι ήταν βρεμένο και άδειο από ξύλα. Die eisige Luft kam durch die Ritzen in den Holzwänden und der Kamin war feucht und holzleer. The icy air came in through the cracks in the wooden walls and the fireplace was damp and empty of wood. Η καλύβα είχε μόνο δύο δωμάτια. Die Hütte hatte nur zwei Zimmer. The hut had only two rooms.

Ο θείος Βέρνον μοίρασε τρόφιμα- δηλαδή τι τρόφιμα, ένα σακουλάκι τσιπς και μια μπανάνα για τον καθένα. Onkel Vernon verteilte Essen, und zwar eine Tüte Chips und eine Banane für jeden. Uncle Vernon distributed food - that is, what food, a bag of chips and a banana for everyone. Αφού τα έφαγαν, ο θείος Βέρνον προσπάθησε ν' ανάψει φωτιά στο τζάκι με τις σακούλες από τα τσιπς, αλλά το λεπτό πλαστικό κάηκε βγάζοντας καπνό κι όχι φλόγα. Nachdem sie sie gegessen hatten, versuchte Onkel Vernon, mit den Chipstüten ein Feuer im Kamin zu entfachen, aber das dünne Plastik brannte und gab eher Rauch als Flammen ab. After they ate them, Uncle Vernon tried to light a fire in the fireplace with the bags of chips, but the thin plastic burned with smoke and not a flame.

«Μακάρι να 'χαμε τώρα μερικά απ' αυτά τα γράμματα, έτσι;» είπε μετά χαμογελώντας. "Ich wünschte, wir würden jetzt einige dieser Briefe verlieren, oder?" sagte er, nachdem er gelächelt hatte. "I wish we'd lose some of those letters now, right?" he said after smiling.

Ο θείος Βέρνον ήταν τώρα καλοδιάθετος. Onkel Vernon war jetzt guter Dinge. Uncle Vernon was now in a good mood. Αυτό σήμαινε πως πίστευε ότι κανένας δε θα μπορούσε να τους πλησιάσει, και μάλιστα μ' αυτή την καταιγίδα, για να τους δώσει γράμματα. Das bedeutete, dass er glaubte, niemand könne sich ihnen nähern, und zwar bei diesem Sturm, um ihnen Briefe zu geben. This meant that he believed that no one could approach them, and in fact with this storm, to give them letters. Ο Χάρι συμφωνούσε, αλλ' αυτό δεν του έδινε καμιά ευχαρίστηση. Harry stimmte zu, aber das bereitete ihm keine Freude. Harry agreed, but that did not give him any pleasure.

Όσο σκοτείνιαζε, η καταιγίδα δυνάμωνε. Als es dunkel wurde, verstärkte sich der Sturm. As it got dark, the storm intensified. Πιτσιλιές νερού από τα μεγάλα κύματα μούσκευαν τους τοίχους της καλύβας κι ένας δυνατός άνεμος έκανε τα βρόμικα τζάμια να τρίζουν. Wasserspritzer von den großen Wellen durchnässten die Wände der Hütte und ein starker Wind ließ die schmutzigen Fenster knarren. Splashes of water from the big waves soaked the walls of the hut and a strong wind made the dirty windows creak. Η θεία Πετούνια βρήκε σε μια γωνιά δυο μουχλιασμένες κουβέρτες κι έφτιαξε ένα πρόχειρο κρεβάτι για τον Ντάντλι στον καναπέ του ενός δωματίου. Tante Petunia fand zwei verschimmelte Decken in einer Ecke und machte ein provisorisches Bett für Dundley auf dem Einzimmersofa. Aunt Petunia found two moldy blankets in a corner and made a makeshift bed for Dundley on the sofa in one of the rooms. Εκείνη κι ο θείος Βέρνον πήγαν να ξαπλώσουν στο διπλό κρεβάτι του άλλου δωματίου, αφήνοντας τον Χάρι να περάσει τη νύχτα του στο πάτωμα, σκεπασμένος μόνο με το παλτό του. Sie und Onkel Vernon gingen auf dem Doppelbett des anderen Zimmers zu Bett und ließen Harry die Nacht auf dem Boden verbringen, nur mit seinem Mantel bedeckt. She and Uncle Vernon went to bed on the other room's double bed, leaving Harry to spend the night on the floor, covered only with his coat.

Η καταιγίδα δυνάμωσε κι άλλο στη διάρκεια της νύχτας κι ο Χάρι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. In der Nacht wurde der Sturm schlimmer und Harry konnte nicht schlafen. The storm intensified overnight and Harry could not sleep. Έτρεμε από το κρύο και στριφογύριζε στο πάτωμα, προσπαθώντας μάταια να βρει μια βολική στάση, ενώ το στομάχι του γουργούριζε από την πείνα. Er zitterte vor Kälte, wälzte sich auf dem Boden und versuchte vergeblich, eine bequeme Position zu finden, während sein Magen vor Hunger knurrte. He was shivering from the cold and spinning on the floor, trying in vain to find a comfortable position, while his stomach was churning with hunger. Τα ροχαλητά του Ντάντλι καλύπτονταν από τους κεραυνούς, που γίνονταν όλο και πιο συχνοί όσο η νύχτα προχωρούσε. Dundleys Schnarchen wurde von Blitzen überdeckt, die im Laufe der Nacht häufiger wurden. Dundley's snoring was covered by lightning, which became more frequent as the night progressed. Ο φωτεινός δίσκος στο ρολόι του Ντάντλι, που φωσφόριζε καθώς το χοντρό μπράτσο του κρεμόταν έξω από την κουβέρτα, έδειχνε στον Χάρι πως η ώρα πλησίαζε έντεκα. Die leuchtende Scheibe an Dudleys Uhr, die aufleuchtete, während sein dicker Arm aus der Decke hing, verriet Harry, dass es bald elf Uhr war. The bright disk on Dundley's watch, which glowed as his thick arm hung out of the blanket, showed Harry that it was almost eleven o'clock. Από την άβολη θέση του στο πάτωμα, ο Χάρι κοιτούσε το ρολόι, βλέποντας τη μέρα των γενεθλίων του να πλησιάζει, κι αναρωτιόταν: οι Ντάρσλι θα θυμούνταν, άραγε, πως αύριο έκλεινε τα έντεκα; Και πού να βρισκόταν τώρα αυτός που του έστελνε τα γράμματα; Von seiner unbeholfenen Position auf dem Boden aus sah Harry auf seine Uhr, sah zu, wie sein Geburtstag näher rückte, und fragte sich: Würden sich die Dursleys daran erinnern, dass es morgen elf Uhr war? Und wo war der, der ihm jetzt die Briefe schickte? From his awkward position on the floor, Harry looked at his watch, watching his birthday approach, and wondered: would the Dursleys remember that it was eleven o'clock tomorrow? And where was the one who sent him the letters now?

Άλλα πέντε λεπτά ως τις δώδεκα. Another five minutes to twelve. Ο Χάρι άκουσε κάτι από έξω να τρίζει. Harry heard something squeaking from outside. Ευχήθηκε να μην πέσει επάνω τους η σκεπή, γιατί τότε, εκείνος τουλάχιστον, θα κρύωνε ακόμη περισσότερο. Er wünschte, das Dach würde nicht auf sie fallen, denn dann würde es zumindest noch kälter sein. He wished the roof would not fall on them, because then, at least he would, it would be even colder. Τέσσερα λεπτά ως τα μεσάνυχτα... Ίσως αυτή κιόλας τη στιγμή το σπίτι στην οδό Πριβέτ να ήταν τόσο γεμάτο από γράμματα, που, όταν γύριζαν εκεί, να κατάφερνε ν' αρπάξει ένα... Vier Minuten vor Mitternacht... Vielleicht war sogar in diesem Moment das Haus in der Privet Street so voll mit Briefen, dass er, wenn sie dorthin zurückkehrten, es schaffen würde, einen zu ergattern Four minutes until midnight ... Maybe at this very moment the house on Privet Street was so full of letters that, when they returned there, he managed to grab a ...

Τρία λεπτά ακόμη... Αυτός ο θόρυβος έξω, να ήταν άραγε η θάλασσα που χτυπούσε πάνω στο βράχο; Και (δυο λεπτά ακόμη...) τι ήταν αυτός ο περίεργος θόρυβος; Μήπως ο βράχος έσπαγε και βυθιζόταν στη θάλασσα; Noch drei Minuten... Dieses Geräusch draußen, ich frage mich, ob es das Meer war, das gegen den Felsen schlug. Und (noch zwei Minuten...) was war dieses seltsame Geräusch? Ist der Felsen gebrochen und ins Meer gesunken? Three more minutes ... This noise outside, was it the sea that was hitting the rock? And (two more minutes ...) what was this strange noise? Did the rock break and sink into the sea?

Ένα λεπτό ακόμη... και μετά ο Χάρι θα γινόταν έντεκα χρόνων! One more minute ... and then Harry would be eleven years old! Τριάντα δευτερόλεπτα... είκοσι... δέκα... εννιά... ίσως άξιζε τον κόπο να ξυπνήσει τον Ντάντλι, μόνο και μόνο για να τον νευριάσει... τρία... δύο... ένα... Dreißig Sekunden ... zwanzig ... zehn ... neun ... vielleicht war es das wert, Dudley zu wecken, nur um ihn zu ärgern... drei... zwei... eins... Thirty seconds ... twenty ... ten ... nine ... maybe it was worth waking up Dundley, just to make him angry ... three ... two ... one ...

ΜΠΟΥΜ! BOOM!

Ολόκληρη η καλύβα κουνήθηκε δυνατά κι ο Χάρι ανακάθισε τρομαγμένος, με το βλέμμα του στηλωμένο στην πόρτα. Die ganze Hütte bebte laut, und Harry setzte sich entsetzt auf, den Blick auf die Tür gerichtet. The whole hut shook violently and Harry sat up in horror, his gaze fixed on the door. Κάποιος βρισκόταν απ' έξω και χτυπούσε για να μπει μέσα. Jemand stand draußen und klopfte, um hereinzukommen. Someone was outside and knocking to get inside.