×

LingQ'yu daha iyi hale getirmek için çerezleri kullanıyoruz. Siteyi ziyaret ederek, bunu kabul edersiniz: çerez politikası.

Yeni Yıl İndirimi %50'ye Varan İndirim
image

Δέλτα, Π. - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 16. ΙΣΤ'. Στο κατώγι του δούλου (2)

16. ΙΣΤ'. Στο κατώγι του δούλου (2)

- Τι θα κάνεις; επανέλαβε.

- Θα πάγω στον Ιβάτζη... είναι δω κοντά.

Ο Παγράτης ανατρίχιασε.

- Αλεξία! μουρμούρισε.

Έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της κι έμεινε ακίνητη.

- Αλεξία, είπε σε λίγο ο γέρος, ξέρεις τι θα πει να τον παραδώσεις στον Ιβάτζη;

Η κόρη δεν αποκρίθηκε.

- Θυμάσαι τα βασανιστήρια που είδες τη νύχτα εκείνη της Αδριανούπολης, όταν πήγες να βγάλεις τις φωνές και σου έκλεισα το στόμα, και σου είπα να μη μιλήσεις πια, από φόβο μη μας προδώσεις μιλώντας ελληνικά; Θυμάσαι την τρομάρα που πήρες, τέτοια τρομάρα που, αν και μωρό, έκλεισες το στόμα σου, τόσο που κι εγώ για καιρό σε πίστευα βουβή; Θυμάσαι, σα βγήκαμε από τη σκηνή του Σαμουήλ, που είδες το σουβλισμένο δούλο; Θυμάσαι πώς σπάραζε, και όμως πόσο ήσυχα τον κοίταζε ο Ιβάτζης;

- Σώπα, παππού! Σώπα! ξέσπασε η κόρη. Το ξέρω πως θα τον βασανίσει!

- Και θα τον παραδώσεις;

Η Αλεξία ρίχθηκε στα γόνατα κοντά του.

- Παππού, το ξέρεις πως γι' αυτόν θα έδινα τη ζωή μου! Μα πες μου, πες μου τι να κάνω! φώναξε με αγωνία, σφίγγοντας τα χέρια της γύρω στο λαιμό του. Εσύ με μεγάλωσες με τη λατρεία του πατέρα μου! Εσύ μου είπες πώς την έδωσε τη ζωή του! Εσύ μου έμαθες πως ύστερα από το Θεό, ένα πράμα στον κόσμο πρέπει να λατρεύομε, την Πατρίδα, και να τη βάζομε πάνω απ' όλες τις άλλες αγάπες! Και τώρα, που ήλθε η ώρα...

Πνίγηκε η φωνή της στους λυγμούς, κι έμεινε στην αγκαλιά του σπασμένη, αφανισμένη. Στην ψυχή του Παγράτη σα θύελλα ξέσπασαν χίλια αντίθετα αισθήματα. Από μωρό παιδί την είχε θρέψει με το μίσος των Βουλγάρων. Από τη μέρα που την πήρε από την παγωμένη αγκαλιά της μητέρας της, δεν έπαυσε ποτέ να της ξαναθυμίζει τα λόγια της πεθαμένης και να εξάπτει στα στήθια της τη λατρεία της Πατρίδας, που γι' αυτήν είχε πεθάνει και ο πατέρας της. Μα τον Κωνσταντίνο τον αγαπούσε με ιδιαίτερη αγάπη, και με την ιδέα μονάχα πως θα έπεφτε στα χέρια του σκληρότερού του εχθρού, το αίμα του πάγωνε στην καρδιά του.

Τρέμοντας από τον πυρετό, ο γέρος βασάνιζε το μυαλό του να βρει τρόπο να σταματήσει τις προδοσίες του Κωνσταντίνου, χωρίς όμως και να τον παραδώσει η Αλεξία στα χέρια του Ιβάτζη. Τις προδοσίες του Κωνσταντίνου; Η λέξη μονάχα τον αναστάτωνε.

- Όχι, όχι! είπε σφίγγοντας στην αγκαλιά του το απελπισμένο κορίτσι. Προδότης δεν είναι, δεν μπορεί να είναι! Δε θέλω να το πιστέψω! κι επειδή η κόρη εξακολουθούσε να κλαίγει: Άκουσε, παιδί μου, της είπε, έχω κάτι να σου προτείνω. Ό,τι και να μου πεις, όσο και αν τα πράγματα το δείχνουν, εγώ τον Κωνσταντίνο δεν τον παραδέχομαι για προδότη! Πήγαινε κι έβρε τον στη Σέταινα, μίλησέ του, πες του ποια είσαι και γιατί τον ακολούθησες, κι εξόρκισέ τον να σου πει την αλήθεια...

- Αχ, παππού, παππού! ξέσπασε πάλι η Αλεξία. Αν είναι άξιος την Πατρίδα του να προδώσει, θα τον φοβίσει μια ψευτιά;

- Μα δεν την προδίδει την Πατρίδα του! Είμαι βέβαιος γι' αυτό! Τον καταραμένο αυτό τον Ασάν ίσως καμώνεται μονάχα πως τον ακούει!... - ακούμπησε το μέτωπό του στις χούφτες του με κούραση, και πιο σιγά πρόσθεσε: Πήγαινε, παιδί μου, στη Σέταινα, κι ας μη σε δει καν, αν νομίζεις πως θα σου έλεγε ψέματα! Μάθε κει τι κάνει. Λες πως όπου θέλεις μπορείς εσύ να περάσεις, πως κανένας δεν πειράζει τη Βουβή Βουλγάρα. Πήγαινε λοιπόν εκεί, και φρόντισε να μάθεις τι κάνει. Ακολούθησέ τον, άκουσέ τον. Και σα βεβαιωθείς πως είναι κείνο που φοβάσαι...

- Τι περισσότερο μπορώ ν' ακούσω πια από κείνα που άκουσα; διέκοψε η Αλεξία. Αχ, παππού! Εγώ δεν αμφιβάλλω πια!

- Όχι, παιδί μου, ν' αμφιβάλλεις, ή καλύτερα να μην πιστεύεις το κακό παρά όταν το δεις με τα μάτια σου πως έγινε! Άκουσε, κόρη μου! Γνώρισα μια φορά έναν Έλληνα. Ήταν η πιο αγνή ψυχή που απάντησα, και ήταν ο πιστός φίλος του Γρηγόρη. Τον έλεγαν Νικήτα. Αυτός, σαν ήταν ακόμα παιδί, έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων, τότε που πρώτη φορά πήραν, οι καταραμένοι, τα Σέρβια. Τον είχαν δέσει σ' ένα δέντρο και, από διασκέδαση, μερικοί στρατιώτες τον έβαλαν στο σημάδι και τον τόξευαν. Δυο - τρεις σαΐτες τον είχαν βρει, μια μάλιστα του μπήχθηκε στο φρύδι. Και θα πέθαινε έτσι στα μαρτύρια, αν εκείνη την ώρα δεν έφθανε ένας μεγάλος Έλληνας στρατηγός, που τ' όνομα του το ξέρεις και συ...

- Ο Ευστάθιος Δαφνομήλης; ρώτησε η Αλεξία.

- Ναι, ο Ευστάθιος Δαφνομήλης. Περνούσε με μερικούς στρατιώτες. Ήταν λίγοι, και οι Βούλγαροι ήταν πολλοί. Μα ο Δαφνομήλης δεν ήξερε ποτέ τι θα πει φόβος. Ρίχθηκε ανάμεσα στους Βουλγάρους με τους λίγους στρατιώτες του, έκοψε πολλούς, έτρεψε σε φυγή τους άλλους, έλυσε το πληγωμένο παιδί από το δέντρο και το πήρε μαζί του. Από τότε ο Νικήτας έγινε για τον Δαφνομήλη ό,τι είναι ο σκύλος για τον αφέντη του. Κι επειδή ο Δαφνομήλης είχε ανάγκη από ένα πιστό που να του λέγει τι έκαμναν οι Βούλγαροι, ο Νικήτας έγινε κατάσκοπος. Δεν είδα άλλον πιο πιστό πατριώτη απ' ό,τι ήταν αυτός ο Νικήτας. Για να μάθει μιαν είδηση και να την πάγει του Βασιλέα του ή του Δαφνομήλη, τη ζωή του δεν τη λογάριαζε τίποτα. Πολλές φορές πήγε σε Βουλγάρους και είπε κινήσεις του Βασιλέα. Βέβαια δεν έλεγε παρά όσα του έλεγαν να πει. Μα αν τον άκουε κανένας από τους δικούς μας, δε θα τον σκότωνε για προδότη;

- Παππού! φώναξε η Αλεξία ξαφνισμένη.

- Ναι, παιδί μου! Πήγαινε να βεβαιωθείς πρώτα πως ο Κωνσταντίνος είναι αλήθεια προδότης, και ύστερα τιμώρησέ τον! Μα ως τότε, μην πιστέψεις πως ο γιος του Κρηνίτη πρόδωσε!

- Παππού... ξεχνάς τον Ασάν... μουρμούρισε η Αλεξία.

- Ο Ασάν... ο Ασάν... έκανε ο γέρος με πόνο. Ναι, αυτό είναι εναντίον του. Μα κι αυτό δε με πείθει! Από μικρά παιδιά ο Ασάν τα φρόντισε τα δυο αυτά ορφανά, και πρέπει να πω πως τα καλομεταχειρίζουνταν, όσο ένας Βούλγαρος μπορεί να μεταχειριστεί δούλο. Μπορεί και ο Κωνσταντίνος να του φύλαξε κάποια συμπάθεια...

- Όχι παππού! Δε μιλάς με την καρδιά σου τώρα! αναφώνησε απελπισμένη η Αλεξία. Γυρεύεις να με πείσεις, και συ ο ίδιος δεν πιστεύεις όσα λες...

Τα δόντια του γέρου χτυπούσαν από τη θέρμη. Πλάγιασε στ' άχυρα κι έκλεισε με άπειρη κούραση τα βαριά του ματόφυλλα.

- Μην πιστεύεις το κακό, κόρη μου, είπε με κόπο, μην πιστεύεις πως πρόδωσε ο Κωνσταντίνος... αν δε σου το πει ο ίδιος...

- Παππού, τι έχεις; ρώτησε ανήσυχη η Αλεξία.

Ο Παγράτης ένιωθε την τρομάρα της και προσπάθησε ν' ανασηκωθεί. Με κόπο το κατάφερε και της χαμογέλασε να την ησυχάσει.

- Δεν κοιμήθηκα όλη μέρα, παιδί μου, αποκρίθηκε, και είμαι πολύ κουρασμένος! Μα σαν ξανάρθεις, θα είμαι ξεκουρασμένος και καλά, φθάνει να μου φέρεις καλά νέα.

- Δεν μπορώ, παππού, να σ' αφήσω όπως είσαι! Φαίνεσαι τόσο άρρωστος!

Το κεφάλι του γύριζε, η σκέψη του μπερδεύονταν. Έκανε όμως θάρρος για να μην τη φοβίσει.

- Όχι, παιδάκι μου, άρρωστος δεν είμαι. Μα πονεί η καρδιά μου τόσο, για το δικό σου τον πόνο! Πήγαινε στη Σέταινα κι έλα πάλι... Και αν στο δρόμο απαντήσεις... απαντήσεις τον παπά...

Δε μιλούσε πια καθαρά και το κατάλαβε, και φοβήθηκε μην το καταλάβει κι εκείνη. Ακούμπησε τη ράχη του στον τοίχο να στηριχθεί.

- ...Τον παπά που με ζητούσε... εξακολούθησε. Μ' έναν πήδο σηκώθηκε η Αλεξία.

- Πάγω να σου τον φέρω! του είπε ταραγμένη. Παππού, το ξέρω πως σαν τον δεις, τον Γρηγόρη, θα γίνεις ευθύς καλά! - έβγαλε την κάπα της και την τύλιξε γύρω του: Κοιμήσου, παππού, θα τον βρω τον Γρηγόρη και θα σου τον φέρω! Περίμενε λίγο ακόμα. Δεν μπορεί να είναι μακριά!

Τον αγκάλιασε και τον φίλησε σφιχτά.

- Κοιμήσου καλά, του είπε, πρέπει να είσαι ξεκουρασμένος απόψε όταν σου τον φέρω!

Ο γέρος ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι της.

- Την ευλογία μου να έχεις, μουρμούρισε.

Η Αλεξία γύρισε να φύγει, μα έτρεξε πάλι πίσω, ρίχθηκε στα γόνατα και τον σκέπασε φιλιά. Δεν το αποφάσιζε να φύγει και να τον αφήσει.

- Πήγαινε... πήγαινε... παρακάλεσε ο γέρος, αχ, πήγαινε, παιδί μου... και φέρε μου τον πίσω.

Η Αλεξία φίλησε τελευταία φορά τ' άσπρα του μαλλιά, πιάστηκε στη ζώνη, ανέβηκε και βγήκε από την τρύπα. Έξω η μέρα άρχιζε να χαράζει. Έλυσε τη ζώνη της κι έσκυψε άλλη μια φορά να τον δει.

- Παππού... παππού... ψιθύρισε.

- Την ευχή μου να έχεις, παιδί μου...

Τα χείλια του σάλευαν ακόμα, μα φωνή πια δεν έβγαινε. Την είδε μια στιγμή ακόμα, με το μαύρο στεφάνι των μαλλιών της, είδε το χέρι της που άπλωνε τα κλαδιά και σκέπαζε την τρύπα, άκουσε το λαφρύ της βήμα που απομακρύνουνταν κι έσβηνε... Και όλα σκοτείνιασαν, και ο γέρος σωριάστηκε στ' άχυρα. «Παναγία μου...», ψέλλισε, «φύλαγέ την...». Σήκωσε το χέρι να κάνει το σταυρό του, μα ήταν τόσο βαρύ! Τρέμοντας τυλίχθηκε στην κάπα κι έκλεισε τα μάτια του να κοιμηθεί. Αλήθεια, ήταν τόσο, τόσο κουρασμένος...

...Μα το χώμα ήταν κρύο και σκληρό! Βέβαια είχαν γλιστρήσει τ' άχυρα, είχαν φύγει, είχαν μαζευθεί σε μια γωνιά, ήταν βουλιασμένα και τον πονούσαν. Έκανε ν' ανασηκωθεί, μα δεν μπόρεσε. Αχ, τι πειράζει κι αν είχαν φύγει τ' άχυρα! Μόνο να κοιμηθεί λιγάκι που ήταν τόσο κουρασμένος... «Άφησέ με, παιδάκι μου... δεν πειράζει...», μουρμούρισε. Η φωνή του τον ξύπνησε. Κοίταξε γύρω. «Αλεξία;»

Όχι, κανένας δεν ήταν κοντά του. Κι έξω ήταν μέρα τώρα, κι έβρεχε. Και το νερό στάλαζε στα φύλλα που σκέπαζαν την τρύπα, το παράθυρο του... Τυλίχθηκε πιο σφιχτά στην κάπα. Τι κρύο! Αχ, τι κρύο... ...Το νερό ήταν τόσο παγωμένο! Και στάλαζε από τα φύλλα και γίνουνταν ποτάμι, κι έτρεχε μέσα στο κατώγι του από την τρύπα, κι έφθανε στη γωνιά του και τον περιτύλιγε και τον σκέπαζε... γι' αυτό κρύωνε τόσο!... Και όλα τ' άλογα που έπιναν, του Τσάρου τ' άλογα, τον έσπρωχναν με το κεφάλι τους... γι' αυτό πονούσε τόσο... Και ο Ασάν δεν τα συμμάζευε, παρά τ' άφηνε να τον βασανίζουν, όσο κι αν τον παρακαλούσε ο Κωνσταντίνος να τα πάρει και να φύγει. Μα γιατί τάχα ν' ακούσει ο Ασάν τον Κωνσταντίνο, αφού ο Κωνσταντίνος ήταν σκλάβος και αρνούνταν να εκδικήσει τους γονείς του;... «Τ' ορκίστηκες! Τ' ορκίστηκες στο σταυρό!», φώναξε ο γέρος, κι άνοιξε τα μάτια... ...Στη γωνιά, αντίκρυ, μια γυναίκα στέκουνταν κι έκαμνε το σταυρό της εμπρός σε δυο νωπούς τάφους, κάτω από έναν πλάτανο. Ο γέρος της χαμογέλασε. «Αχ, κακομοίρα γυναίκα μου! Ήλθες πάλι λοιπόν!... Μα τώρα φεύγω εγώ και θα σ' αφήσω χήρα...». ...Μα η γυναίκα σταυροκοπιούνταν κι έκαμνε μετάνοιες. Και δεν έβλεπε πως μπροστά της ένας Βούλγαρος έδερνε ένα αγόρι, και δεν πήγαινε να το πάρει, να το σώσει το αγόρι αυτό που ήταν ο φίλος του Κωνσταντίνου... Και ο Κωνσταντίνος ήταν προδότης!...

Τέτοια ήταν η αγωνία, που ο γέρος ανασηκώθηκε. Κοίταξε γύρω του αγριεμένος... Όχι, κανένας δεν ήταν στο κατώγι. Κι έξω η βροχή έπεφτε, έπεφτε, έπεφτε. Κι από μέσα από τα φύλλα φαίνουνταν ο μολυβένιος ουρανός... Αποκαμωμένος ξανάπεσε στο χώμα, και οι αλυσίδες του κουδούνισαν θλιβερά. «Το σήμαντρο...», μουρμούρισε. «Γρηγόρη, ξύπνα...». ...Μα όχι, δεν ήταν το πρωινό σήμαντρο της μονής που χτυπούσε. Ήταν το σήμαντρο του θανάτου. Γιατί στο μοναστήρι, σαν πεθαίνει κανένας καλόγερος, οι άλλοι καλόγεροι χτυπούν το σήμαντρο, και ο Γρηγόρης του το είχε πει πολλές φορές. Και τώρα που τον έφερε η Αλεξία, ο ίδιος ο Γρηγόρης χτυπούσε το σήμαντρο, για την κηδεία του γερο-Παγράτη... Και τον είχαν θάψει κιόλα... και ο τάφος ήταν κρύος και μύριζε μούχλα... «Πάρε την κάπα σου, Αλεξία... Δεν τη χρειάζομαι πια...». Μα έξαφνα ένα βήμα τον ξύπνησε και τον έβγαλε από τα όνειρα και τα οράματα. Ναι! ήταν αλήθεια... κάποιος πλησίαζε... κάποιος παραμέριζε τα φύλλα... Η Αλεξία; Και ο Γρηγόρης; Τα κλαδιά έτριξαν. «Παιδάκι μου... Γρηγόρη...», μουρμούρισε ο γέρος, και από τη χαρά του βρήκε ακόμα δύναμη ν' ανασηκωθεί στον άγκωνα. Ένα κεφάλι παρουσιάστηκε στην τρύπα και κοίταξε μέσα. Ήταν ο αφέντης του.

- Παλιόγερε! είπε ο Βούλγαρος. Ξαπλωταριά θέλεις, ε; και του πέταξε μια ξερή πίτα. Όσο δε σε δω να γυρνάς τις μυλόπετρες, άλλο φαγί δεν έχει!

Τα κλαδιά ξαναπλώθηκαν στη θέση τους και το βήμα απομακρύνθηκε. Ο γέρος έγειρε στ' άχυρα κι αναστέναξε... Και πέρασε ώρα πολλή...

Όταν ξύπνησε πάλι ήταν νύχτα βαθιά. «Τώρα θα έλθει», είπε, «το ξέρω... μου το υποσχέθηκε...». Έβρεχε έξω κι άλλο δεν ακούουνταν παρά το μονότονο στάξιμο στα φύλλα και το πιτσίλισμα του νερού στο βρεμένο χώμα. «Γι' αυτό δεν την ακούω... είναι ο κρότος της βροχής... Μα έρχεται... έρχεται... το ξέρω...». Πιάνουνταν η αναπνοή του κάθε λίγο... Τι πείραζε τώρα, αφού έρχουνταν η Αλεξία με τον Γρηγόρη... Αισθάνθηκε πως τα πόδια του πάγωναν... και τα χέρια του... Κατάλαβε πως τελειώνει... Αγωνίστηκε να κουνήσει. Άλλη μια στιγμή, μόνο μια στιγμή να ζήσει ακόμα... για να τους δει... Άλλη μια προσπάθεια, μόνο μια... η τελευταία. Κάρφωσε το βλέμμα του στην τρύπα. «Παιδάκι μου...», τραύλισε. Την Αλεξία άραγε ή τον Γρηγόρη φώναζε ο γέρος, με την τελευταία αυτή λέξη όπου χύθηκε όλη η τρυφερότητα της ψυχής του; Το κεφάλι του έγειρε, στέναξε μια φορά... και άλλη μια πιο σιγανά... και ακόμα μια... Και δεν κούνησε πια.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE