×

Używamy ciasteczek, aby ulepszyć LingQ. Odwiedzając stronę wyrażasz zgodę na nasze polityka Cookie.

Τολστόι, Λ. - Αφέντης και Δούλος (και άλλα), VIII. Αφέντης … – Tekst do przeczytania

Τολστόι, Λ. - Αφέντης και Δούλος (και άλλα), VIII. Αφέντης και Δούλος

Zaawansowany 1 lekcja z Grecki do ćwiczenia czytania

Zacznij uczyć się tej lekcji już teraz

VIII. Αφέντης και Δούλος

Ο Βασίληη Αντρέιτςς στο αναμεταξύ́ βίαζεε όσοο μπορούσεε και με τα πόδιαα και με τα γκέμιαα το άλογοο, προχωρώνταςς προς το σημείοο που υπολόγιζεε σίγουραα ότιι είναιι το δάσοςς και η καλύβαα του δασοφύλακαα. Το χιόνιι έκανεε τα μάτιαα να κολλούνν, κι ο αέραςς λες κι έβανεε πείσμαα να τον σταματήσειι, όμωςς αυτόςς, σκυμμένοςς μπροστά́ και τυλιγμένοςς αδιάκοπαα στη γούναα του, έτσιι που να σκεπάζειι το σέλμαα που τον ενοχλούσεε, βίαζεε όληη την ώραα το άλογοο. Και κείνοο, παρ' όλοο που το έκανεε με κόποο, όμωςς τραβούσεε υπάκουοο στην κατεύθυνσηη που του έδινεε. Προχώρησεε ίσαμεε πέντεε λεπτά́ όλοο ίσαα μπροστά́, όπωςς φανταζότανν, δίχωςς να βλέπειι τίποττ' άλλοο εκτόςς από́ το κεφάλιι του αλόγουυ και την κάτασπρηη ερημιά́ και δίχωςς ν' ακούειι τίποττ' άλλοο εκτόςς από́ τα σφυρίγματαα του αέραα κοντά́ στ' αυτιά́ του Μουχόρτηη και γύρωω στο γιακά́ της γούναςς του. Ξαφνικά́ διάκρινεε κάτιι να μαυρίζειι παραπέραα. Η καρδιά́ του σκίρτησεε από́ χαρά́ και κατεύθυνεε κατά́ εκεί́ το άλογοο, βλέπονταςς κιόλαςς με τα μάτιαα της φαντασίαςς του τοίχουςς σπιτιώνν κάποιουυ χωριού́. Όμωςς αυτό́ που μαύριζεε δε έμενεε ακίνητοο παρά́ κουνιότανν αδιάκοπαα, και δεν ήτανεε χωριατόσπιταα, μα κάποιοο αγριόχορτοο, που είχεε φυτρώσειι και μεγαλώσειι πάνωω σε χώρισμαα χωραφιού́ και πρόβαλεε με τα ξερά́ κοτσάνιαα του μεσ' απ' τα χιόνιαα ενώ́ ο δυνατόςς αέραςς λες κι είχεε βαλθεί́ να το ξεριζώσειι. Κι άγνωστοο για ποιο λόγοο, η θέαα εκείνουυ του αγριόχορτουυ, που το βασάνιζεε ανελέηταα ο σκληρόςς αέραςς έκανεε το Βασίληη Αντρέιτςς να ταραχτεί́ και απομάκρυνεε τ' άλογοο από́ κει πέραα, δίχωςς να αντιληφθεί́ πως πρωτύτεραα, με το να προχωρεί́ κατά́ κει, είχεε ολότελαα αλλάξειι την αρχική́ κατεύθυνσηη και τώραα οδηγούσεε το Μουχόρτηη σ' εντελώςς αντίθετηη, πάνταα με την πεποίθησηη πως τραβούσεε κατά́ τη μεριά́ που θα έπρεπεε να 'ναι η καλύβαα του δασοφύλακαα. Μα το άλογοο όλοο έστριβεε δεξιά́ και για τούτοο τον ανάγκαζεε να το γυρίζειι αδιάκοπαα προς τ' αριστερά́. Πάλιι διάκρινεε κάτιι να μαυρίζειι πέραα, παραμπρόςς. Καταχάρηκεε, πεισμένοςς πια στα σίγουραα πως επρόκειτοο για χωριό́. Μα ήτανεε πάλιι κάποιοο χώρισμαα χωραφιού́, με αγριόχορταα φυτρωμέναα στην άκρηη του. Και τούταα, το ίδιοο παράδερνανν με τα κατάξεραα κοτσάνιαα τους στη μανίαα του αέραα, πράγμαα που άγνωστοο γιατί́, πλημμύριζεε με τρομάραα την ψυχή́ του Βασίληη Αντρέιτςς. Και σαν να μην έφτανεε αυτό́, διακρίνοντανν εκεί́ δα και πρόσφαταα χνάριαα από́ το πέρασμαα αλόγουυ, παρ' όλοο που ο αέραςς τα είχεε μισοσβήσειι. Ο Βασίληη Αντρέιτςς σταμάτησεε, έσκυψεε και κοίταξεε προσεχτικά́: ήτανεε πραγματικά́ χνάριαα από́ πέρασμαα αλόγουυ μισοσβησμέναα από́ τον δυνατό́ αέραα και δεν μπορούσανν να είναιι άλλαα, παρά́ τα χνάριαα του Μουχόρτηη. Ήτανεε φανερό́, πως στριφογύριζεε πάνταα μέσαα στον ίδιοο κύκλοο.

- Θε να πάωω χαμένοςς έτσιι δα! - στοχάστηκεε, και για να μην κυριευτεί́ από́ το φόβοο που ένιωθεε μέσαα του, βίαζεε ακόμαα πιο πολύ́ το άλογοο και προχωρούσεε, βυθίζονταςς το βλέμμαα εντατικά́ στο κάτασπροο χιονένιοο σύθαμποο, που μέσαα σ' αυτό́ του φαινότανν σαν να ξεχώρισεε κάποιαα μικρούτσικαα φωτεινά́ σημαδάκιαα, που χάνονταιι αμέσωςς, μόλιςς έκανεε να τα καλοκοιτάξειι. Κάποιαα φορά́ του φάνηκεε σαν να άκουσεε σκυλιά́ ν' αλυχτάνεε ή́ λύκουςς να ουρλιάζουνν, όμωςς οι ήχοιι αυτοί́ ήτανεε τόσοο μακρινοί́, που δεν ήξερεε αν πραγματικά́ τους άκουγεε ή́ αν τους ξεγεννούσεε η φαντασίαα του και για τούτοο σταμάτησεε και προσήλωσεε την ακοή́ του, όσοο μπορούσεε. Ξαφνικά́ πολύ́ κοντά́ στ' αυτιά́ του ακούστηκεε μια κραυγή́ τρομερή́, που τον ξεκούφανεε κι όλαα τρεμούλιασανν κι αναταράχτηκανν κάτωθέέ του. Ο Βασίληη Αντρέιτςς πιάστηκεε από́ το λαιμό́ του αλόγουυ μια κι αυτόςς τρανταζότανν κι η κραυγή́ εντάθηκεε ακόμαα πιο τρομερή́. Για κάμποσαα δευτερόλεπταα ο Βασίληη Αντρέιτςς δε μπορούσεε να συνέρθειι και να καταλάβειι τι είχεε συμβεί́. Ότιι δηλαδή́ ο Μουχόρτηη, είτεε δίνονταςς κουράγιοο στον εαυτό́ του, είτεε καλώνταςς σε βοήθειαα, χλιμίντρισεε όσοο πιο άγριαα και πιο δυνατά́ μπορούσεε.

- Φτου, που να χαθείςς! Με κατατρόμαξεςς, καταραμένοο, είπεε μέσαα του ο Βασίληη Αντρέιτςς. Όμωςς κι αφού́ ανακάλυψεε την πραγματική́ αιτίαα της τόσηςς τρομάραςς τους, ήτανεε πια ανήμποροςς να την κατασιγάσειι.

- Πρέπειι να συνέρθωω, να λογικευτώ́, έλεγεε μέσαα του και ταυτόχροναα δε μπορούσεε να συγκρατηθεί́ κι όλοο βίαζεε το άλογοο, χωρίςς ν' αντιλαμβάνεταιι, πως τώραα πια είχεε τον αέραα πίσωω του κι όχιι μπροστά́ του. Το κορμί́ του, προπάντωνν στα γόναταα, που δε το σκέπαζανν οι γούνεςς κι ακουμπούσεε στο σέλμαα, κρύωνεε και πονούσεε, τα χέριαα και τα πόδιαα του έτρεμανν κι ανάσαινεε με κόποο. Έβλεπεε πως χανότανν μέσαα σε κείνηη την τρομερή́ χιονένιαα ερημιά́ και δεν είχεε κανέναα μέσοο σωτηρίαςς.

Ξαφνικά́ το άλογοο ταλαντεύτηκεε κάτωθέέ του γιατί́ πάτησεε μέσαα σε κάποιοο χιονοσωρό́, έχασεε την ισορροπίαα, προσπάθησεε μάταιαα να στηριχτεί́ κι έπεσεε αγκομαχώνταςς βαριά́, πλάγιαα. Ο Βασίληη Αντρέιτςς πήδησεε κάτωω και με τη κίνησηη αυτή́ έσυρεε από́ τη μεριά́ του το σέλμαα, που απ' αυτό́ κρατιότανν τόσηη ώραα. Μόλιςς απαλλάχτηκεε από́ τον αναβάτηη του, ο Μουχόρτηη, ξαλάφρωσεε, όρμησεε και με δυο πηδήματαα βρέθηκεε ορθόςς, χλιμίντρισεε δυνατά́ και σέρνονταςς πίσωθέέ του την κάπαα και το σέλμαα που κρέμοντανν, έγινεε άφαντοςς, και παράτησεε το Βασίληη Αντρέιτςς κατάμονοο μέσαα στα χιόνιαα. Κείνοςς όρμησεε να τον φτάσειι, μα το χιόνιι ήτανεε τόσοο βαθύ́ κι οι γούνεςς του τόσοο βαριέςς, και στο κάθεε βήμαα τα πόδιαα του χώνοντανν ίσαμεε το γόνατοο μέσαα στα χιόνιαα, ώσπουυ αφού́ προχώρησεε όχιι παραπάνωω από́ είκοσιι βήματαα, λαχάνιασεε και σταμάτησεε.

- Το δασάκιι, τα κέρδηη από́ τους τόκουςς, τα νοίκιαα, το μπακάλικοο, τα καπηλειά́, το σπίτιι με τη σιδερένιαα σκεπή́ και το αμπάριι, ο διάδοχοςς, στοχάστηκεε. Τι θ' απογίνουνν ολ' αυτά́ δίχωςς εμέναα; Μα τ' είναιι τούτοο; Αδύνατοο! - του πέρασεε σαν αστραπή́ η σκέψηη από́ το νου. Κι άγνωστοο γιατί́ αναθυμήθηκεε κείναα τα ξερά́ αγριόχορταα που παράδερνανν στον αέραα, καθώςς τα είχεε δει περνώνταςς από́ δίπλαα τους δυο φορέςς και τόσηη ήτανεε η φρίκηη που τον κυρίεψεε στη θύμησηη αυτή́, που τα έχασεε ολότελαα και δεν ήξερεε πια μήτεε που βρισκότανν, μήτεε τι του γινότανν. Σκέφτηκεε:

- Μήπωςς ονειρεύομαιι;

Και θέλησεε να ξυπνήσειι, μα δε μπορούσεε, γιατί́ απλούσταταα, ήτανεε ξύπνιοςς. Αντιμετώπιζεε την έννοιαα της πραγματικότηταςς. Τούτοο ήτανεε πραγματικό́ χιόνιι που του μαστίγωνεε το πρόσωποο και που στρωνότανν πάνωω του, και του μαστίγωνεε το δεξί́ χέριι που είχεε χάσειι το γάντιι του. Και τούτηη ήτανεε μια πραγματική́ ερημιά́, που μέσαα σε δαύτηνν απόμεινεε τώραα κατάμονοςς, ίδιοςς σαν κείνοο το αγριόχορτοο περιμένονταςς έναα θάνατοο αναπόφευχτοο, γρήγοροο κι ανόητοο.

- Παναγίαα Δέσποιναα, πάτερρ ιεράρχαα Νικόλαεε, θυμήθηκεε τις χτεσινέςς παρακλήσειςς στην εκκλησίαα, και το εικόνισμαα με τη μαύρηη μορφή́ και τα ολόχρυσαα άμφιαα, και τα κεριά́, που αυτόςς σαν επίτροποςς, πουλούσεε, κι ο κόσμοςς τ' άναβεε μπροστά́ στο εικόνισμαα κι οι βοηθοί́ του την ίδιαα ώραα του τα έφερνανν πίσωω σβηστά́ και κείνοςς τα έκρυβεε μέσαα στο συρτάριι, για να τα ξαναπουλήσειι. Και τώραα δεότανν σ' αυτόνν τον θαυματουργό́ Άι-Νικόλαλα να τον σώσειι και του έταζεε παράκλησηη και λαμπάδαα. Όμωςς ταυτόχροναα κατάλαβεε ολοκάθαραα κι αναμφισβήτηταα πως εκείνοο το εικόνισμαα, τα άμφιαα, οι λαμπάδεςς, ο παπάςς, οι παρακλήσειςς, ολ' αυτά́ ήτανεε πολύ́ επίσημαα και ταιριαστά́ εκεί́ πέραα, στην εκκλησίαα, μα πως εδώ́ δε μπορούσανν τίποταα να του κάνουνν, πως καμιά́ σχέσηη δεν υπήρχεε, ούτεε μπορούσεε να υπάρξειι ανάμεσαα σε κείνεςς τις λαμπάδεςς και τις παρακλήσειςς και στην τωρινή́ απελπιστική́ κατάστασήή του.

- Πρέπειι να έχωω κουράγιοο, στοχάστηκεε, πρέπειι ν' ακολουθήσωω τ' αχνάριαα του αλόγουυ, προτού́ τα σβήσειι η θύελλαα. Αυτά́ θα με σώσουνν. Μπορεί́ κιόλαςς, να το βρω παραπέραα και να το καβαλήσωω πάλιι. Μονάχαα να μη βιάζομαιι, γιατί́ θα λαχανιάσωω και θα χαθώ́ τρισχειρότεραα.

Όμωςς, παρ' όληη την πρόθεσήή του να προχωρήσειι σιγανά́, όρμησεε μπροστά́ τρέχονταςς κι αδιάκοπαα έπεφτεε, σηκωνότανν και ξανάπεφτεε. Τ' αχνάριαα του Μουχόρτηη σε πολλέςς μεριέςς δε διακρινότανν καλά́.

- Πάωω χαμένοςς, στοχάστηκεε ο Βασίληη Αντρέιτςς, και τ' αχνάριαα του θα χάσωω και τ' άλογοο δε θα το βρω. Μα την ίδιαα στιγμή́ καθώςς κοίταξεε μπροστά́ του, είδεε κάτιι να μαυρίζειι. Κι αυτό́ ήτανεε ο Μουχόρτηη, κι όχιι μονάχαα ο Μουχόρτηη, παρά́ και το έλκηθροο, με τα ολόστηταα κοντάριαα, και το μαντίλιι για σημαίαα. Το άλογοο με την κάπαα και το σέλμαα τραβηγμέναα πλάγιαα στεκότανν τώραα όχιι στην πρώτηη του θέσηη, μα πιο κοντά́ στα κοντάριαα και κινούσεε με αδημονίαα το κεφάλιι του, που τα μπερδεμέναα γκέμιαα το τραβούσανν προς τα κάτωω. Αποδείχτηκεε, πως ο Βασίληη Αντρέιτςς είχεε πέσειι σε κείνηη την ίδιαα ρεματιά́ που είχεε πέσειι και πρωτύτεραα ο Νικήταα, πως το άλογοο τον κουβαλούσεε πίσωω, κοντά́ στο έλκηθροο και πως βρίσκοντανν, ότανν χωρίστηκανν, παρά́ κάπουυ πενήνταα βήματαα μακρύτεραα από́ το σημείοο που έμενεε το έλκηθροο.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE