Esempi dalla libreria LingQ
- φορές στο ανατομείο, και περιστασιακά σε μακρινούς περιπάτους, οι
- ήταν βαθιές και μελαγχολικές. Περιστασιακά ήταν φανταστικές και εύθυμες
- ή από Μαυροπόδαρους ίσως περιστασιακά να την διασχίσει ώστε
- σταματώντας κάποια στιγμή, γονατίζοντας περιστασιακά, και σε μια περίπτωση
- έχω τριγύρω χημικά, και περιστασιακά κάνω πειράματα. Μήπως θα
- δογματικό τόνο τον οποίο περιστασιακά ελάμβανε. Ζύγισε το ρολόι
- διάστημα στην ανέχεια με περιστασιακά σύντομα διαστήματα ευημερίας, και
- Δευτερεύων συμπέρασμα — πως είχε περιστασιακά διαστήματα ευημερίας, ειδάλλως δεν
- τα μικρότερα εγκλήματα, και περιστασιακά, ειλικρινά, όπου υπάρχει χώρος
- στοχαστική διάθεση η οποία περιστασιακά κυριαρχούσε εντός του. Η
- συνεχώς τον επισκεπτόμουν και περιστασιακά ακόμη τον είχα πείσει
Frasi collegate
- είτε σε τακτικό επίπεδο είτε περιστασιακά
- πίνουν έστω περιστασιακά αλκοόλ
- έδιναν περιστασιακά
- έδιναν περιστασιακά κάποια δικαιώματα
- έδιναν περιστασιακά κάποια δικαιώματα τα οποία όμως
- περιστασιακά σε μακρινούς περιπάτους
- επενδυτές ασχολούνται περιστασιακά
- περιστασιακά ελάμβανε
- τρεφόταν από εμένα περιστασιακά
- περιστασιακά της τηλεφωνούσαν
