Esempi dalla libreria LingQ
- λέγανε Ελισάβετ. Την έδερνε αδιάκοπα και την έκανε ό
- χωμένο στο μαξιλάρι. Σκεφτότανε αδιάκοπα και οι ονειροπολήσεις του
- σαν μια χυδαία αντίθεση. Αδιάκοπα και άθελά μου η
- αυτόν τον απέραντο και αδιάκοπα κινούμενο ωκεανό από καλό
- όλοι σας αντίθετα και αδιάκοπα κινείστε. Φαντάστηκες μέσα στην
- έκλεισε μάτι κι είχε αδιάκοπα τεντωμένη την προσοχή της
- Και η Ακουλίνα έχοντας αδιάκοπα τ' αφτιά της τεντωμένα
- αμερικανικής δεξιάς που υποστηρίζουν αδιάκοπα τον Τραμπ, έχουν πειστεί
- Ο Θαντέους Σόλτο μιλούσε αδιάκοπα με φωνή που υψωνόταν
- επιστήμονες και εθελοντές εργάζονται αδιάκοπα στην προσπάθεια να καθαρίσουν
- καταλάβαινε τις ιστορίες που αδιάκοπα μου συμβαίνανε στον ύπνο
Frasi collegate
- αδιάκοπα υποκλίσεις
- αδιάκοπα υποκλίσεις περιμένοντας
- μασούλαγε αδιάκοπα ένα ξερό γαρίφαλο ή κάτι
- που περιστρεφόταν αδιάκοπα με θόρυβο πάνω από μια σκοτεινή
- οι δύο φατρίες πολεμούσαν αδιάκοπα
- η θέση κατοικήθηκε αδιάκοπα
- τα αδιάκοπα σχόλιά μου δεν τον ενοχλούσαν
- ψάχνοντας αδιάκοπα
- μουρμούριζαν αδιάκοπα κάτι
- αδιάκοπα για

