Examples from the LingQ library
- υποστηρίζουν άτομα που έχουν υποστεί βία. Με λίγα λόγια
- κατακερματισμένες οικογένειες που έχουνε υποστεί χίλια δυο βάσανα, αυτό
- οποία πολύ συχνά έχουν υποστεί επεξεργασία και γνωρίζουν μεγάλη
- όλοι ξέρουμε ότι έχουν υποστεί επεξεργασία, αυτό δεν μας
- στόλου του που είχε υποστεί καταστροφές λόγω θαλασσοταραχής στις
- πολλα καταστήματα να έχουν υποστεί καταστροφές και λεηλασίες. Σχολιάζοντας
- είναι κάτοικοι, που έχουν υποστεί εγκαύματα και διακομίστηκαν σε
- δικαιώματα του ανθρώπου. Έχω υποστεί το body shaming κυριολεκτικά
- λέω γιατί το έχω... υποστεί λόγω της ψωρίασης την
- οποία μπορεί να έχει υποστεί βιασμό, κακοποίηση, σωματική κακοποίηση
- αυτό. Όταν μία γυναίκα υποστεί ένα βιασμό, πρέπει να
Related Phrases
- έχει υποστεί
- υποστεί μηχανική βλάβη
- τα πιο βαριά πλήγματα που έχουν υποστεί
- νησί γκρέιτ αμπάκο έχει υποστεί τις μεγαλύτερες καταστροφές
- έχει υποστεί τις μεγαλύτερες καταστροφές
- που έχουν υποστεί
- έχει υποστεί σοβαρές ζημιές
- υποστεί ζημιά δύο δεξαμενές
- υποστεί ζημιά
- υποστεί ζημιά δύο δεξαμενές του τάνκερ
