Examples from the LingQ library
- χημικά. Του Ραμί που έχει υποστεί τα χειρότερα, φρικτότερα βασανιστήρια
- πέραν της φθοράς που έχει υποστεί, να ξεπεράσει και την
- τη φετινή σοδειά να έχει υποστεί σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή
- ότι το γροιλανδικό περιβάλλον έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω της
- η οποία μπορεί να έχει υποστεί βιασμό, κακοποίηση, σωματική κακοποίηση

