Examples from the LingQ library
- κάνει ο φοιτητής; η αυλή - την αυλή (σε + την
- στην) στην αυλή ► Τι κάνει ο φοιτητής
- στην αυλή; ο άντρας ► Τι κάνει
- και χαρούμενα. Σε κάποια αυλή γάβγιζε ένα σκυλί, σ
- και προσπέρασαν και την αυλή με τα απλωμένα ρούχα
- αμπάρι και παραπέρα την αυλή με τ' απλωμένα ρούχα
- εκεί βγήκε στη θεοσκότεινη αυλή. Ο Πετρούσκα, τυλιγμένος στη
- έσβησε μονομιάς. Και στην αυλή ακόμα ήτανε φανερό, πως
- και κατέπληξε την μακεδονική αυλή και τον ίδιο του
- γεγονός ότι η μακεδονική αυλή κατακλυζόταν από σπουδαίους διανοούμενους
- Πέρσες απεσταλμένους στην Μακεδονική αυλή για να μάθει πληροφορίες
Related Phrases
- Η αυλή ήταν άδεια, εκτός από δυο σκουπιδοτενεκέδες
- την αυλή
- στην αυλή
- τι κάνει ο φοιτητής στην αυλή
- έτρεξα στο δρομάκι και χώθηκα στην πίσω αυλή ενός ξένου σπιτιού
- πήδηξα στη διπλανή αυλή τη διέσχισα και άρχισα να τρέχω στο δρομάκι
- πήδηξα στη διπλανή αυλή
- παύω αυγή αυλή αύριο αυτός αύξηση
- να τρυπώσει στην αυλή
- πια στην αυλή

