Examples from the LingQ library
- ο φοιτητής; η αυλή - την αυλή (σε + την - στην) στην
- χοροπηδούσεε χαρούμεναα σ' όληη την αυλή́. Από́ τους εργάτεςς δε
- χωριού́ και προσπέρασανν και την αυλή́ με τα απλωμέναα ρούχαα
- μακρόστενοο αμπάριι και παραπέραα την αυλή́ με τ' απλωμέναα ρούχαα
- οι δυο τους, πέρασανν την αυλή́ κι από́ τη μπασιά
- κανονικό βήμα ξεκίνησε από την αυλή. Η Μάσκα κι ο
- Είσαι μια κουτή! Λερώνεις την αυλή μας και ύστερα κλαις
- τη δασκάλα βγήκε από την αυλή τους. Γύρισε η Εγγλέζα
- αποφασίσει, πριν βγουν από την αυλή τους, να μην της
- τους αξιωματικούς απέξω από την αυλή τους; - Ναι! Τους είδαμε
- η Μαριόρα. — Πάντα από την αυλή μπαίνομε, αποκρίθηκε αποφασιστικά η
