×

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του LingQ. Επισκέπτοντας τον ιστότοπο, συμφωνείς στην cookie policy.


image

Ζέη, Άλκη - Το καπλάνι της βιτρίνας, 7. Κουκουβάγιες και βασιλιάδες...

7. Κουκουβάγιες και βασιλιάδες...

Πάντα μας άρεσαν οι πρώτες μέρες που γυρίζαμε στη χώρα. Ξαναβρίσκαμε την κάμαρά μας, τα παιχνίδια μας και το καπλάνι. Εκείνο καθόταν στη βιτρίνα και, θαρρείς, μόλις μας έβλεπε, το γαλάζιο του μάτι σαν να ζωντάνευε.

Φέτος όμως για δυο πράγματα δεν έκανε να κουβεντιάζουμε στο σπίτι: Για το Νίκο και για το καπλάνι.

– Σε αρκετούς μπελάδες μας έβαλε, έλεγε η θεία Δέσποινα.

Και δεν μπορούσες να καταλάβεις πότε το 'λεγε για το Νίκο και πότε για το καπλάνι.

Η Σταματίνα όμως, την άλλη μέρα που φτάσαμε στη χώρα κι είχε πάρει από τη θεία Δέσποινα το κλειδί να πλύνει τα τζάμια της βιτρίνας, μας φώναξε κι εμάς.

Στην αρχή φοβήθηκα ν' απλώσω το χέρι μου να χαϊδέψω το καπλάνι. Πρώτη άγγιξε η Μυρτώ τα μουστάκια του κι ύστερα τα νύχια του.

– Είναι καταληθινά! μουρμουρίζει.

Τ' άγγιξα κι εγώ. Τα νύχια του ήτανε σκληρά, γυρισμένα προς τα έξω. Ύστερα το χάιδεψα. Το τρίχωμά του, άμα το χαϊδεύεις από τη μια μεριά είναι λείο και γυαλιστερό. Η Μυρτώ λέει πως τα μάτια του είναι χάντρινα. Εγώ δεν τ' άγγιξα, μα έσκυψα πολύ κοντά και μου φάνηκε πως με κοίταζαν. Γυάλιζαν παράξενα, το ένα γαλανό γαλανό και το άλλο κατάμαυρο. Το στόμα του καπλανιού ήταν μισοανοιγμένο, τα δόντια του σουβλερά και μυτερά.

– Κοίτα! λέει η Μυρτώ. Κάτι έχει ανάμεσα στα δόντια του!

Έβαλε προσεχτικά το χέρι της και τράβηξε ένα άσπρο χαρτάκι.

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗ ΧΩΡΑ. ΚΑΛΟ ΣΧΟΛΕΙΟ.

ΤΟ ΚΑΠΛΑΝΙ

Γυρίσαμε και κοιτάξαμε τη Σταματίνα, που χτυπούσε με φόρα μια πολυθρόνα με το ξεσκονόπανο. Όσο κι αν τη σταυρώσαμε να μας πει τι ξέρει για το Νίκο, αν θα τον ξαναδούμε και πότε, εκείνη έσφιγγε πεισμωμένη τα χείλια της.

– Εμένα μη μ' ανακατεύετε, λέει. Δεν είπε η θεία σας: «Καπλάνι και Νίκος απαγορεύεται»;

Εμείς δεν την ξαναρωτήσαμε, για πολλές μέρες, όχι γιατί πιστέψαμε πως αλήθεια δεν ήξερε τίποτα, μα είχαμε φούριες με το σχολείο, που θ' άνοιγε σε μια βδομάδα. Το σχολείο που θα πηγαίναμε δεν είναι πολύ μακριά από το σπίτι μας. Βρίσκεται πάνω στην προκυμαία. Οι τάξεις, που είναι στο απάνω πάτωμα, θα μπορούν να βλέπουν τα βαπόρια που πηγαινοέρχονται. Στο μπαλκόνι έχει μια πινακίδα με τεράστια μαύρα γράμματα:

ΙΔΙΩΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ «Ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ» ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΡΑΝΑΣΗ

Πήγαμε, με τη μαμά και τον παππού, να γραφτούμε. Δεν ξέρω γιατί, ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται σαν μπήκαμε μέσα στο γραφείο του διευθυντή. Γύρω γύρω στο δωμάτιο στέκονταν πάνω σε ράφια βαλσαμωμένα πουλιά και στους τοίχους κρέμονταν φωτογραφίες των βασιλιάδων. Αλήθεια, δίκιο είχε η Σταματίνα: έμοιαζε με βάτραχο! Ο δικτάτοράς μας. Κοίταξα τη φωτογραφία του, που κρεμόταν τεράστια στη μέση του τοίχου, κι από κάτω ένα ραφάκι με μια βαλσαμωμένη κουκουβάγια.

Ο κύριος Καρανάσης, ο διευθυντής, καθότανε στο γραφείο του και κοίταζε σοβαρός κι αγέλαστος. Φορούσε ένα μαύρο κουστούμι (σαν αυτό που έχει ο παππούς και το φοράει μόνο όταν πηγαίνει σε καμιά κηδεία). Πριν απ' όλα μίλησε με τη μαμά, για την έκπτωση, που θα έκανε στα δίδαχτρα!

– Βλέπετε, εγώ δεν ενδιαφέρομαι για το κέρδος. Θέλω να 'χω παιδιά καλών οικογενειών στο σχολείο μου.

Κοιταχτήκαμε με τη Μυρτώ, γιατί πρώτη φορά ακούγαμε πως είμαστε καλών οικογενειών! Ο κ. Καρανάσης άρχισε να μας ρωτά γραμματική και αριθμητική και είδε που απαντούσαμε σωστά. Γύρισε και είπε στον παππού:

– Σας συγχαίρω, κύριε, τις προετοιμάσατε άριστα.

Νομίζαμε πως τελείωσε η εξέταση, μα ξαφνικά ο κύριος Καρανάσης έδειξε με το χέρι του τους βασιλιάδες, στον τοίχο και ρώτησε τη Μυρτώ να του πει, ποιος είναι ο καθένας. Η Μυρτώ τους ήξερε όλους. Τις χειμωνιάτικες βραδιές, όταν είχε πολύ κρύο, η θεία Δέσποινα μας έπαιρνε στην κάμαρά της, οπού έκαιγε ένα μεγάλο, μπρούτζινο μαγκάλι, και μας άρχιζε τις ιστορίες για τους βασιλιάδες. Είχε κι ένα μεγάλο άλμπουμ με φωτογραφίες και μας τους έδειχνε έναν έναν. Εγώ βαριόμουνα πολύ, γιατί, άμα δεν είναι στα παραμύθια αλλά αληθινοί βασιλιάδες, δεν έχει καθόλου γούστο. Περίμενα πως και πως ν' ακούσω το ΠΑ ΒΟΥ ΓΑ ΔΕ ΚΕ ΖΩ ΝΗ, για να καταλάβω πως τέλειωσε ο παππούς τη μελέτη του κι είχε όρεξη να διηγηθεί μύθους. Δυσκολευόμουνα, βέβαια, ν' αποφασίσω να φύγω, γιατί ήτανε τόσο ζεστά στο δωμάτιο της θείας Δέσποινας κι έπειτα, αφού τέλειωνε με τους βασιλιάδες της, άνοιγε ένα ντουλάπι και μας έδινε γλυκό πελτέ και νεραντζάκι. Στου παππού όχι μόνο δεν άναβε καμιά φωτιά, μα είχε κι ολάνοιχτο το παράθυρο και δεν είχε κανένα ντουλάπι με λιχουδιές.

Ήξερε όμως τον Άδμητο και την Άλκηστη, τον Περσέα και την Ανδρομέδα και μύθους, μύθους που δεν τέλειωναν ποτέ! Μόλις μ' έβλεπε να μπαίνω στο δωμάτιό του, έκλεινε το παράθυρο και μου 'δινε μια κουβέρτα να κουκουλωθώ. Στην αρχή έτρεμα από το κρύο και θυμόμουνα το μαγκάλι με τα φλογάτα κάρβουνα και τη Μυρτώ να κουταλιάζει το γλυκό. Μα σαν άρχιζε ο παππούς να διηγιέται, δε λυπόμουνα πιά καθόλου, ούτε για τη ζέστη ούτε για τις λιχουδιές που άφησα.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν τα ήξερε ο κύριος Καρανάσης. Δεν ήξερε πως ο παππούς αγαπούσε τον Περικλή και τη Δημοκρατία και δε χώνευε κανένα βασιλιά, ούτε αρχαίο, πόσο μάλιστα τον σημερινό, που δεν είναι καν Έλληνας, παρά μας τον κουβαλήσανε από τη Δανία, όπως έλεγε ο παππούς.

– Σας συγχαίρω, ξαναλέει, λοιπόν, ο διευθυντής νομίζοντας, πως ο παππούς έμαθε στη Μυρτώ για τους βασιλιάδες. Ύστερα, γύρισε στη Μυρτώ: Αν είσαι καλή πάντα, γρήγορα θα σε κάνουμε αρχηγό. Ο κυβερνήτης μας ίδρυσε οργάνωση νεολαίας!

--

Στο δρόμο που γυρίζαμε στο σπίτι, ο παππούς κι η μαμά δεν έβγαζαν λέξη. Η Μυρτώ κι εγώ φλυαρούσαμε. Η Μυρτώ πέταγε από τη χαρά της, που θα την κάνουν αρχηγό κι ας μην ήξερε ακόμα σε τι θα 'ναι αρχηγός.

– Εσύ κατάλαβες που θα με κάνουν αρχηγό; ρώτησε τον παππού.

– Θα τα πούμε στο σπίτι, της απάντησε κείνος και συνέχισε σιωπηλά το δρόμο.

Στο σπίτι, όμως, δεν είπαμε τίποτα, η, μάλλον πολλά, που εμείς δεν μπορούσαμε να τα καταλάβουμε. Γιατί, από τότε που έγινε δικτατορία, άλλα λέει ο μπαμπάς, άλλα ο παππούς, άλλα η θεία Δέσποινα. Μονάχα η μαμά δε μιλάει, μα το καταλαβαίνουμε πως μέσα της συμφωνεί με τον παππού. Εμένα μου φάνηκε, πάντως, πολύ αστείο να συζητάνε τόσο σοβαρά οι μεγάλοι, για το αν θα γίνει αρχηγός η Μυρτώ. Ούτε καταλάβαμε, τι είναι η οργάνωση της νεολαίας, που έλεγε ο παππούς, πως θα 'ναι φοβερό να υποχρεώσουν τα παιδιά να πάνε.

Το βράδυ, σαν πέσαμε να κοιμηθούμε, η Μυρτώ ήταν όλο χαρά και με πείραζε, που είμαι κοντά οχτώ χρονώ και δε σκέφτηκα ακόμα τι θα γίνω, σα μεγαλώσω.

– Εσύ τι θα γίνεις; Κι εσύ δεν ξέρεις! απάντησα θυμωμένα.

– Πως δεν ξέρω; Αποφάσισα να γίνω αρχηγός!

– Αυτό δεν είναι επάγγελμα!

– Και πάρα είναι!

Ήθελα να της πω τότε, πως εγώ θα γίνω συγγραφέας, μα πάλι θα μου έλεγε πως συγγραφέας γεννιέται κανείς, δε γίνεται.

– Κι εσύ γεννήθηκες αρχηγός; ρώτησα όλο φούρκα.

Η Μυρτώ κάθισε πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και λέει όλο ύφος:

– Ο αρχηγός δεν είναι συγγραφέας, ο αρχηγός μπορεί να γεννηθεί οτιδήποτε.

Εκεί στα κάγκελα τη βρήκε η Σταματίνα, σαν μπήκε στο δωμάτιό μας να κλείσει τα πατζούρια.

– Θα πιάσει μπόρα. Φύλαξε, θεέ μου, όποιον ταξιδεύει απόψε, μουρμούρισε.

Ξαφνικά, θυμήθηκε το Νίκο. Που να βρίσκεται άραγε; Και από το καπλάνι κανένα μήνυμα.

– Μήπως ο Νίκος ταξιδεύει απόψε; ρώτησα.

– Που σου 'ρθε, παιδάκι μου! έκανε κείνη ξαφνιασμένη.

– Γιατί είπες: Φύλαγε, θεέ μου, όποιον ταξιδεύει;

– Δεν ταξιδεύει, λέει τότε η Σταματίνα σοβαρά, μα πλέει σε φουρτούνες...

Έπειτα, το 'κλεισε πάλι το στόμα της κι ας ρωτούσαμε όσο θέλαμε να μάθουμε τι απόγινε ο Νίκος!

– ΛΥ-ΠΟ για το Νίκο, ΕΥ-ΠΟ, που θα πάμε σχολείο, λέει η Μυρτώ, σα μείναμε μόνες.

– ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απαντάω εγώ, γιατί για το σχολείο δε χαιρόμουνα πιά. Ίσως φταίγανε οι βασιλιάδες κι οι βαλσαμωμένες κουκουβάγιες.

————

Την πρώτη Οχτωβρίου ο δρόμος γέμισε παιδιά με μπλε και μαύρες ποδιές. Εμείς φορούσαμε μπλε, με άσπρα γιακαδάκια. Τη δική μου δασκάλα τη λένε κυρία Ειρήνη και το παιδί που κάθεται πλάι μου στο θρανίο το λένε Αλέξη. Πολύ θα ήθελα να του πιάσω κουβέντα κάθε φορά, πριν μπει η κυρία Ειρήνη στην τάξη, μα κείνος καθόταν έτσι, που μου είχε σχεδόν γυρισμένη την πλάτη. Πρόσεξα την ποδιά του που ήταν παλιά, ξεθωριασμένη, και τα παπούτσια του καταφαγωμένα στις μύτες. Σκέφτηκα, πως δε θα γίνουμε φίλοι κι έλεγα, τι καλά αντί του Αλέξη να πηγαίναμε με το Νώλη στο ίδιο σχολείο!

Είχε αρχίσει πιά το μάθημα, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα στην τάξη ο κύριος Καρανάσης.

– Κυρία Ειρήνη, είπε στη δασκάλα μας, θα έχετε ακόμη μια μαθήτρια. Γόνο μιας των καλυτέρων οικογενειών της κοινωνίας μας.

Ήταν η Πιπίτσα! Κι ο κύριος Καρανάσης συνέχιζε να λέει χίλια δυό καλά γι' αυτή. Που να 'ξερε, πως αυτή ήτανε προδότρα και ψεύτρα.

Στο διάλειμμα η Πιπίτσα μου έκανε χαρές. Πήγαινε, λέει, σε άλλο σχολείο, μα σαν έμαθε πως ερχόμαστε εμείς σ' αυτό, χάλασε τον κόσμο να τη φέρουν κι εκείνη. Έτσι, θα 'χα όλο το χειμώνα το «μεγάλο μπελά» κοντά μου! Στο τελευταίο διάλειμμα με πλησίασε ο Αλέξης. Είναι ψηλός ψηλός, αδύνατος και πολύ χλωμός.

– Πως σε λένε; ρώτησε.

– Μέλισσα.

– Εκείνη η χοντρή (εννοούσε την Πιπίτσα), άκουσα πως σε φώναξε αλλιώς.

– Με είπε Μέλια. Είναι το χαϊδευτικό μου.

– Εγώ πως να σε φωνάζω;

– Όπως θέλεις.

– Μέλισσα τότε, Μέλια δε θα πει τίποτα.

– Έτσι λέει κι ο Νίκος.

– Ποιος είναι αυτός;

– Είναι... είναι ένα παιδί στη γειτονιά μας, είπα κομπιάζοντας και κοκκίνισα για το ψέμα.

Ύστερα ο Αλέξης με ρώτησε κάτι, που δεν το περίμενα καθόλου. Ρώτησε αν πληρώνουμε με έκπτωση, η κανονικά δίδαχτρα. Εγώ πήγα να θυμώσω. Τι τον ένοιαζε τι πληρώνουμε στο σχολείο; Μα κείνος δεν άφησε ν' απαντήσω, μόνο μου είπε ψιθυριστά σχεδόν:

– Εγώ είμαι με έκπτωση κι αν δε διορθωθώ στην αριθμητική φέτος, θα μ' αφήσουν στην ίδια τάξη.

– Καλά κι αν δεν ήσουνα με «έκπτωση», πως θα πέρναγες την τάξη; απόρησα εγώ.

Κι ο Αλέξης μου διηγήθηκε τα πιο παράξενα πράγματα, που συμβαίνουνε στο σχολείο του κυρίου Καρανάση. Εκείνος είναι από την πρώτη τάξη σ' αυτόν και ξέρει. Όποιο παιδί πληρώνει κανονικά δίδαχτρα δεν τ' αφήνουν ποτέ στην ίδια τάξη κι ας είναι κουμπούρας. Όποιος είναι με έκπτωση, λιγάκι να μην πάει καλά κιν-δυ-νεύ-ει. Το είπε έτσι ο Αλέξης το «κινδυνεύει», τονίζοντας μια μια τι: συλλαβές, που τρόμαξα.

– Και μείς είμαστε με έκπτωση, τόλμησα να πω.

– Ποιοι εσείς;

– Εγώ και η αδελφή μου. Έχω μια αδελφή στην πέμπτη τάξη. Αυτή δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Είναι πολύ καλή μαθήτρια. Ξέρει και πόσους στήμονες έχει η μηλέα.

– Είσαι καυχησιάρα!

Πήγα να του απαντήσω, μα χτύπησε κείνη την ώρα το κουδούνι να μπούμε στην τάξη.

Δεν καλοάρχισε το μάθημα και μπήκε πάλι στην τάξη ο κύριος Καρανάσης με τη μαμά της Πιπίτσας αυτή τη φορά. Η μαμά της Πιπίτσας άρχισε να κάθεται σ' ένα ένα τα θρανία, για να δει, που δε φυσάει κι από που βλέπει καλύτερα στον πίνακα, για να βάλουν εκεί την Πιπίτσα να καθίσει. Ευτυχώς δεν τη βάλανε μαζί μου. Όχι πως είμαι ενθουσιασμένη, που κάθομαι με τον Αλέξη, μα από την Πιπίτσα...!

– Κανονικά δίδαχτρα, μου ψιθυρίζει ο Αλέξης και γνέφει το κεφάλι κατά τη μεριά της Πιπίτσας.

--

– Πολύ το αγαπώ το σχολείο μας! λέει η Μυρτώ το μεσημέρι, την ώρα που καθίσαμε όλοι μας στο τραπέζι.

– Δεν το αγαπώ καθόλου αυτό το σχολείο, λέω. Μονάχα η δασκάλα μας μοιάζει πολύ καλή.

– Ας συμφωνούσατε μια φορά σε κάτι! μας μάλωσε ο μπαμπάς.

Η Μυρτώ ήτανε ενθουσιασμένη, γιατί δεν κάνανε σχεδόν καθόλου μάθημα, αλλά μάζεψαν πέντε έξι παιδιά από την τάξη τους και από τις μεγάλες τάξεις και τους μίλησε ο κύριος Καρανάσης, πως πρέπει να λάχει η τιμή στο σχολείο μας να οργανώσει μια από τις πρώτες φάλαγγες της «Νεολαίας», που ίδρυσε ο δικτάτοράς μας.

– Σας είπανε, πως είναι υποχρεωτικό; ρώτησε ο παππούς.

– Όχι όποιος θέλει. Μα, αν πάμε μείς από τώρα, θα μας κάνουν αρχηγούς με τρία χρυσά άστρα. Να σαν κι αυτά.

Άνοιξε η Μυρτώ τη φούχτα της κι είχε μέσα τρία αστέρια, που έλαμπαν σαν αληθινό χρυσάφι.

– Που τα βρήκες; ρώτησε η μαμά.

– Στο ψιλικατζίδικο.

Η αλήθεια είναι πως της Μυρτώς της αρέσουνε πολύ τα γυαλιστερά πράγματα. Έχει ένα ολόκληρο κουτί με χρυσά πενάκια κι αλίμονο, αν δεν έχεις να γράψεις, και της ζητήσεις κανένα. Όταν μας δίνουν, καμιά φορά, λεπτά να πάρουμε ό,τι θέμε, η Μυρτώ θα πάει στο ψιλικατζίδικο και θα πάρει ό,τι... χρυσό βρει.

– Αφού δεν είναι υποχρεωτικό, λέει ο παππούς σοβαρά, να καθίσεις στ' αυγά σου κι ας λάχει σε άλλους η τιμή να είναι οι πρώτοι. Ελπίζω κι ο μπαμπάς σου να 'χει την ίδια γνώμη.

– Μόνον αργότερα, αν είναι υποχρεωτικό, συμφωνεί κι ο μπαμπάς.

– Τότε θα 'χουν γίνει όλοι και δε θα γίνω πιά αρχηγός! κλαψουρίζει η Μυρτώ.

– Γιατί κόβετε την πρωτοβουλία του παιδιού; μπήκε στην κουβέντα κι η θεία Δέσποινα.

Μα ο παππούς τη διέκοψε, όπως εκείνη τη μέρα, που έγινε δικτατορία:

– Λες ανοησίες, Δέσποινα!

Το βράδυ, η Μυρτώ έβαλε τα τρία αστέρια κάτω από το μαξιλάρι της κι έλεγε κλαίγοντας: ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ.

Μια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, βρήκαμε το Νώλη να κάνει μάθημα με τον παππού.

– Να δεις που θα 'ρθει κι η Άρτεμη, λέω στη Μυρτώ.

Καθίσαμε να κάνουμε τα μαθήματά μας γρήγορα γρήγορα και, σχεδόν πριν τελειώσουμε, έφτασε η Άρτεμη.

– Ήρθες να μάθεις ράψιμο; την πειράξαμε.

– Όχι, θα 'ρχεται ο κυρ Νώλης να σας βλέπει κι εγώ θα κάθομαι στο Λαμαγάρι, ψευτόκλαψε κείνη.

Η θεία Δέσποινα είχε βγει στα μαγαζιά κι έτσι η Σταματίνα μας άνοιξε τη μεγάλη σάλα, να δει η Άρτεμη το καπλάνι, Εκείνη ούτε του έδωσε σημασία.

Κοίταζε τον πολυέλαιο, που κρεμόταν στη μέση του ταβανιού, άγγιξε με το χέρι της τις βελουδένιες πολυθρόνες κι ύστερα ξετρελάθηκε να κοιτιέται στο μεγάλο καθρέφτη, με τη χρυσή του κορνίζα.

– Γειά σου, γλυκιά μου Άρτεμη! χαιρετούσε τον εαυτό της μέσα στον καθρέφτη και μια έκανε υποκλίσεις, μια χόρευε.

– Μαρή σείς, μας λέει, πρώτη φορά βλέπω πως είμαι ολόκληρη.

Και δώστου να φέρνει βόλτες γύρου γύρου και να χορεύει.

Της Σταματίνας τα μάτια έτρεχαν δάκρυα, όσο την έβλεπε.

– Το πουλάκι μου, το πουλάκι μου, έλεγε. Να μην έχει δει ούτε πως είναι στον καθρέφτη!

– Όχι δα! γελάει η Άρτεμη. Τη μούρη μου τη βλέπω όλη ώρα. Μου 'χει φέρει ο πατέρας ένα καθρέφτη της τσέπης. Μα δεν ήξερα, πως είναι έτσι ωραίο να βλέπεις τον εαυτό σου ολάκερο. Καλέ, σαν κινηματογράφος! Είδα πέρυσι, μια φορά στη χώρα και τρελάθηκα, έτσι που κουνιούνταν οι φωτογραφίες, σαν αληθινοί άνθρωποι!

Στο τέλος κοίταξε και το καπλάνι,

– Σαν ζωντανό μοιάζει, μουρμούρισε.

Η Άρτεμη δεν ήθελε να ξεκολλήσει από τη σάλα κι έλεγε, πως τώρα, άμα θ' ακούει στα παραμύθια για τα παλάτια των βασιλιάδων, θα ξέρει πως μοιάζουν σα τη δίκιά μας σάλα. Που να την άκουγε η θεία Δέσποινα που όλο γκρινιάζει, πως πρέπει ν' αλλάξουμε τα έπιπλα. Το βελούδο στις πολυθρόνες ξεθώριασε πιά και ξέφτισε, οι σούστες του καναπέ χαλαρώθηκαν κι ο μπουφές, η κονσόλα, έχουν γεμίσει τρυπίτσες τρυπίτσες από το σαράκι, που τρώει το ξύλο τόσα χρόνια τώρα.

Ο Νώλης στο μεταξύ τέλειωσε το μάθημα και βιαζότανε να φύγει, να φτάσει στο Λαμαγάρι, πριν σκοτεινιάσει. Έκτος από τη θάλασσα, είχε κι ένα δρόμο από τη στεριά, που πήγαινε για το Λαμαγάρι. Ήταν ένας δρόμος κακοτράχαλος, όλο πέτρα.

– Κάθισε να πάμε μαζί, με τη βάρκα, του λέει η Άρτεμη. Σε λίγο θα 'ρθει ο πατέρας να με πάρει.

– Και το ράψιμο; της λέει η Σταματίνα. Η κυρία δε γύρισε ακόμα. Γιατί, όμως, δε μαθαίνεις κι εσύ γράμματα με το Νώλη; τη ρώτησε υστέρα.

– Γιατί, τότε είναι που δε θα με χωράει το τσαρδάκι μας και το Λαμαγάρι,

Πως μιλάει, καμιά φορά, σαν μεγάλη η Άρτεμη έτσι που νομίζεις πως δεν είναι παιδί.

Ο Νώλης και η Άρτεμη μας είπανε τα νέα του Λαγαμαριού. Εδώ και πέντε μέρες ζούνε τρεις ξένοι εκεί. Τους πήγανε μια μέρα οι χωροφύλακες και νοίκιασαν ένα μικρό καμαράκι, στο τσαρδάκι του Νώλη.

– Είναι εξόριστοι κομμουνιστές, λέει ο Νώλης και με κοιτάζει καλά καλά, σα να ήθελε να ρωτήσει αν έχω φυλάξει το μυστικό του.

– Καλέ, μπολσεβίκοι είναι, έτσι είπε ο κυρ Παντελής ο χωροφύλακας, πετάγεται η Άρτεμη. Αν τους δείξεις, λέει, σταυρό, πέφτουνε χάμω ξεροί.

– Λες βλακείες! θυμώνει ο Νώλης.

Δεν ξέρω γιατί μα ο νους μου πέταξε στο Νίκο. Δεν ξέρουμε, αν είναι καν στη χώρα. Η Σταματίνα μπορεί κάτι να ξέρει, μα, σαν τη ρωτήσω, θα απαντήσει πάλι με τα λόγια της θείας Δέσποινας: Καπλάνι και Νίκος απαγορεύεται.

—————

Τρεις μέρες δεν ερχότανε σχολείο ο Αλέξης και η κυρία Ειρήνη μου είπε να πάω να ρωτήσω στο σπίτι του, αν είναι άρρωστος. Ίσως να έμεινε με τον μπαμπά του, συλλογίστηκα. Γιατί μου 'λεγε, πως πριν λίγες μέρες ήρθε ο μπαμπάς του από την Αθήνα. Δούλευε εκεί, μα τώρα θα μένει μαζί τους στο νησί. Το σπίτι του Αλέξη είναι δυο στενά πιο κάτω από το δικό μας. Μια φορά, πήγα ως εκεί μαζί του, για να μου δώσει ένα βιβλίο, μα δε μ' άφησε να μπω μέσα. Περίμενα απέξω, στο πεζοδρόμιο, και σαν μου έφερε το βιβλίο, μου λέει:

– Θέλεις να σου δείξω τη γάτα μου; Είναι της Αγκύρας.

Εγώ ήθελα. Και νόμισα, πως θα μου 'λεγε να μπω στο σπίτι του να τη δω. Μα κείνος χάθηκε πάλι στην πόρτα κι εγώ περίμενα πάλι στο δρόμο. Γύρισε αμέσως, αλλά χωρίς τη γάτα.

– Δεν τη βρήκα, λέει, Θα σ' τη δείξω καμιά άλλη φορά.

Γι' αυτό, όταν χτύπησα σήμερα το κουδούνι, χτυπούσε κι η καρδιά μου δυνατά κι έλεγα, μήπως βγει ο ίδιος ο Αλέξης και με κοιτάξει με το χλωμό χλωμό του πρόσωπο και πει:

– Τι θέλεις στην πόρτα μου;

Άνοιξε όμως η μαμά του. Είχε έρθει μια φορά να τον πάρει από το σχολείο και την είδα. Φορούσε ένα παλιό φόρεμα κι από πάνω μια ξεθωριασμένη κλαδωτή ποδιά. Με κοίταξε παράξενα, σαν να ρωτούσε τι θέλω.

– Με έστειλε η δασκάλα μας... η κυρία Ειρήνη, κατόρθωσα να πω. Να ρωτήσου για τον Αλέξη... αν είναι άρρωστος.

– Πέρασε να τον δεις, χαμογελάει εκείνη και παραμέρισε στην πόρτα.

Εγώ στάθηκα και δεν ήξερα τι να κάνω.

– Έλα μαζί μου, λέει η μαμά του Αλέξη και με πήρε από το χέρι,

Κατεβήκαμε μερικά σκαλιά και περάσαμε ένα μακρύ διάδρομο, που μόλις είχε χώρο να σταθεί κανείς, γιατί δεξιά κι αριστερά, χάμω στο πάτωμα, ήτανε στοιβαγμένα βιβλία, που έφταναν σχεδόν ως το ταβάνι. Η μαμά του Αλέξη άνοιξε μια πόρτα και μπήκαμε σ' ένα δωμάτιο. Κι εκεί είχε βιβλία, παντού βιβλία, κατάχαμα, πάνω σ' ένα μπαούλο, σε κάτι ράφια, ως και στο περβάζι του παραθύρου.

Τότε είδα για πρώτη φορά τον μπαμπά του Αλέξη. Καθότανε σ' ένα τραπέζι κι έγραφε. Είχε αναμμένη τη λάμπα, παρ' όλο που έξω έλαμπε ο ήλιος. Από το παράθυρο δεν έμπαινε σταλιά φως, γιατί το σπίτι ήταν υπόγειο.

– Δημήτρη, λέει η μαμά του Αλέξη, ήρθε ένα κοριτσάκι από την τάξη του Αλέξη, την έστειλε η δασκάλα να ρωτήσει...

Εκείνος σήκωσε τα μάτια του για να με δει και τότε εγώ ξαφνικά κατάλαβα. Ήτανε συγγραφέας... ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ.

– Τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου; ρωτούσανε τα παιδιά στο σχολείο τον Αλέξη.

– Τίποτα, γράφει, απαντούσε κείνος.

Δεν είχε πάει ο νους μου πως μπορεί να ήτανε συγγραφέας, μα τώρα το έβλεπα. Ήτανε χλωμός, σαν τον Αλέξη, μόνο που δεν είχε μακριά μαλλιά κι έγραφε με στυλό, αντί φτερό, όπως είχα δει μια φορά σ' ένα βιβλίο του παππού μια ζωγραφιά. Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα συγγραφέα και τον κοίταζα μαρμαρωμένη. Εκείνος δεν έλεγε τίποτα κι εγώ, δεν ξέρω γιατί, άρχισα να τον φοβάμαι. Κι είπα μέσα μου, πως ποτέ, ποτέ δε θα γίνω συγγραφέας!

– Φαίνεται, πως σε φοβήθηκε η μικρή, είπε η μαμά του Αλέξη χαμογελώντας.

Τότε χαμογέλασε και κείνος. Τα μάτια του, σαν να ζωντάνεψαν ξαφνικά, γίνανε πολύ γελαστά και γύρω γύρω γέμισαν ψιλές ψιλές ζάρες.

– Εσύ είσαι που σε λένε Μέλισσα; ρώτησε.

– Μάλιστα, είπα ξεθαρρεμένα και χάρηκα που ο Αλέξης του είχε μιλήσει για μένα.

Πάνω στο ντιβάνι, κάτω από την κουβέρτα, κάτι σάλεψε. Δεν είχα πάρει είδηση, πως ήτανε κειδά κουλουριασμένος ο Αλέξης, με το πρόσωπο χωμένο στα μαξιλάρια.

– Είναι άρρωστος; ρώτησα.

Ο Αλέξης ούτε κουνήθηκε. Η μαμά του πήγε κοντά του.

– Δε θα μιλήσεις στη Μέλισσα;

Ο μπαμπάς του άρχισε να του λέει ένα σωρό πράγματα κι εγώ τίποτα δεν μπορούσα να καταλάβω. Τού 'λεγε, πως πρέπει να 'ναι περήφανος, που δεν έχει καινούρια παπούτσια και πώς ο κύριος Καρανάσης πρέπει να ντρέπεται που του είπε: «Να μη σε ξαναδώ μ' αυτά τα σαράβαλα». Κι έλεγε ακόμα, πως εκείνος έφυγε από την Αθήνα κι άφησε την εφημερίδα που δούλευε γιατί δεν μπορούσε να γράφει αυτά που θέλουν εκείνοι και, καλύτερα, όλη η οικογένεια να περπατάει ξυπόλητη.

Μιλούσε πολύ δυνατά. Η μαμά του Αλέξη σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα του δωματίου.

– Σιγά, Δημήτρη, μην ακούσει κανείς, είπε κι άρχισε να κλαίει.

Εγώ άρχισα να λέω πάλι, μέσα μου, πως ποτέ δε θα γίνω συγγραφέας... Μα ξαφνικά κατάλαβα: ο Αλέξης δεν ερχότανε σχολείο, γιατί είχε παπούτσια σαράβαλα. Τότε θυμήθηκα τα... βασανάκια της Μυρτώς. Η Μυρτώ χάλασε τον κόσμο να της πάρουν κάτι παπούτσια με κορδόνι —ολόιδια αγορίστικα. Η θεία Δέσποινα της τ' αγόρασε.

– Μου ορκίζεσαι, πως δε θα πεις τίποτε σε κανένα; μου λέει η Μυρτώ, την πρώτη κιόλας μέρα που τα φόρεσε.

Εγώ έδωσα το λόγο μου.

– Με χτυπάνε στις μύτες.

Έτσι, τα φοράει πότε πότε, για να μην τη ρωτήσει η μαμά τι τα έκανε, αφού τα ήθελε τόσο. Και όταν τα βάζει, λέει:

– Ας βάλω τα βασανάκια μου, σήμερα.

Έπρεπε να τα πω ολ' αυτά, να ρωτήσω ακόμα και τι νούμερο παπούτσι φοράει ο Αλέξης, μα ο μπαμπάς του ξανάγινε σοβαρός κι αμίλητος, η μαμά του έκλαιγε κι ο Αλέξης δε σάλευε μπρουμυτισμένος στα μαξιλάρια.

– Σε λένε, λοιπόν, Μέλισσα, έκοψε τη σιωπή ο μπαμπάς του, και πάλι τα μάτια του γίνανε γελαστά και γέμισαν ψιλές ζάρες γύρω γύρω.

Εγώ είπα, πως μ' έβγαλε ο παππούς, γιατί λέγανε τη γιαγιά και μιάν αρχαία βασίλισσα.

– Εσύ τους αγαπάς τους βασιλιάδες; ρωτάει ο μπαμπάς του Αλέξη.

Έμενα μ' έπιασε η φλυαρία μου και τα είπα όλα. Για τη θεία Δέσποινα και τη Μυρτώ, που τους αγαπάνε τους βασιλιάδες, για μένα και τον παππού, που δεν τους θέμε. Είπα ακόμα και για τον μπαμπά, που φοβήθηκε μη χάσει τη θέση του, σαν έγινε δικτατορία, και μας έβαλε ν' αλλάξουμε το όνομα του γατιού μας. Είπα και για τη Μυρτώ και τα αστέρια της, που θέλουνε να την κάνουνε αρχηγό κι ο παππούς είπε, «αφού δεν είναι υποχρεωτικό, να καθίσει στ' αυγά της». Μίλησα για το καπλάνι της βιτρίνας, για την Άρτεμη, που θαρρούσε πως η σάλα μας, με τις ξεφτισμένες βελούδινες πολυθρόνες, ήτανε σαν το παλάτι των βασιλιάδων στα παραμύθια. «Ο ξάδελφός μας ο Νίκος», πήγα να πω, μα στάθηκα και κοίταξα χαμένη γύρω μου.

Ο Αλέξης είχε βγάλει το κεφάλι του από τα μαξιλάρια, κι ανασκουμπισμένος με τους αγκώνες στο ντιβάνι, καθότανε και μ' άκουγε. Η μαμά του δεν έκλαιγε πιά, γελούσε κιόλας, κι ο μπαμπάς του γελούσε, γελούσε.

– Τι νούμερο παπούτσι φοράς, Αλέξη, άλλαξα κουβέντα βιαστικά και μίλησα για τα βασανάκια της Μυρτώς. Ο μπαμπάς του σηκώθηκε και με φίλησε στα δυό μάγουλα, υστέρα έγινε σοβαρός:

– Ίσως φταίω εγώ, Μέλισσα, που σε ρώτησα για τους βασιλιάδες, μα σε ξένους δεν πρέπει να μιλάς γι' αυτά τα πράγματα.

– Λέτε να χάσει ο μπαμπάς τη θέση του στην Τράπεζα; τον ρώτησα τρομοκρατημένη.

– Ησύχασε, λέει εκείνος. Δε θα γίνει τίποτα κακό. Εμείς είμαστε φίλοι σου, μα μη μιλάς σε ξένους.

– Δε μοιάζουν με κοριτσίστικα; μίλησε για πρώτη φορά ο Αλέξης.

– Καθόλου! τον καθησυχάζω. Ολόιδια αγορίστικα.

– Για λίγες μέρες... αν αφήνει η μαμά σου, λέει η μαμά του Αλέξη. Ύστερα, θα τα καταφέρουμε να του πάρουμε καινούρια.

Εγώ είπα πως η μαμά θα χαρεί, γιατί δεν της άρεσαν καθόλου για κορίτσι. Όσο για τη Μυρτώ, αυτή μονάχα τα χρυσά της πενάκια δε δίνει σε κανένα, και τ' άστρα της, όλα τ' άλλα πράγματά της δεν τη νοιάζει να τα χαρίζει.

– Η αδελφή σου είναι αυτή που ξέρει πόσους στήμονες έχει η μηλέα; γέλασε ο μπαμπάς του Αλέξη.

Μα όλα του τα είχε πει αυτός ο Αλέξης!...

Ο Αλέξης έβαλε τα «σαράβαλά» του, για να 'ρθει να πάρει τα «βασανάκια» της Μυρτώς, μη χάσει κι αύριο το σχολείο.

– Δε θα μπω μέσα στο σπίτι σου, γιατί ντρέπομαι, θα περιμένω στο δρόμο, μου είπε.

Κι όλη την ώρα που πηγαίναμε σπίτι, μου έλεγε:

– Να πεις στην αδελφή σου, για τρεις μέρες μόνο. Μετά θα μου πάρουνε.

Θαρρώ, πως θα προτιμούσε χίλιες φορές να φορεί τα «σαράβαλά» του, παρά να ζητάει ξένα παπούτσια, μα ο κύριος Καρανάσης έλεγε, πως είναι ντροπή για ολόκληρο το σχολείο να φορεί ο Αλέξης τέτοια παπούτσια. Αυτό καθόλου δεν το κατάλαβα.

– Πως σου φάνηκε ο μπαμπάς μου; Δεν είναι σπουδαίος; με ρώτησε ο Αλέξης, αφού είχαμε φτάσει πιά κοντά στο σπίτι.

– Καλός είναι, του λέω.

Όμως μέσα μου δεν ήξερα αν θέλω να γίνω συγγραφέας.

—————

Το βράδυ, σαν πέσαμε στα κρεβάτια μας, διηγήθηκα στη Μυρτώ για το σπίτι του Αλέξη:

– Είναι αληθινός συγγραφέας ο μπαμπάς του. Το γραφείο του είναι γεμάτο βιβλία και σκόνη. Εκείνος φορεί σακάκι με τρύπιους αγκώνες και γράφει με το φως της λάμπας, ενώ έξω φέγγει ο ήλιος.

– Εγώ δε θέλω να 'χαμε μπαμπά συγγραφέα, λέει η Μυρτώ. Γιατί, τότε, μπορεί να τρέχαμε και μείς στις γειτονιές να ζητάμε δανεικά παπούτσια.

Δεν της απάντησα, γιατί δεν ήξερα τι να πω, θυμήθηκα πως μου άρεσε πολύ έτσι όπως μιλούσε μαζί μου ο μπαμπάς του Αλέξη σαν να 'μασταν δυό φίλοι.

– ΕΥ-ΠΟ, ΕΥ-ΠΟ! καληνυχτίζω τη Μυρτώ.

Είχα δει πρώτη φορά στη ζωή μου συγγραφέα και γι' αυτό ήμουνα ΕΥ-ΠΟ.

– ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απαντάει η Μυρτώ. Σήμερα είπα στον κύριο Καρανάση, πως δε θα γίνω η πρώτη φαλαγγίτισσα... έτσι, δε θα γίνω κι αρχηγός.


7. Κουκουβάγιες και βασιλιάδες... 7\. Owls and kings...

Πάντα μας άρεσαν οι πρώτες μέρες που γυρίζαμε στη χώρα. We always loved the early days when we were shooting in the country. Ξαναβρίσκαμε την κάμαρά μας, τα παιχνίδια μας και το καπλάνι. We were re-finding our chamber, our toys and the chaplain. Εκείνο καθόταν στη βιτρίνα και, θαρρείς, μόλις μας έβλεπε, το γαλάζιο του μάτι σαν να ζωντάνευε. He was sitting in the window and, as soon as he saw us, his blue eye seemed to come alive.

Φέτος όμως για δυο πράγματα δεν έκανε να κουβεντιάζουμε στο σπίτι: Για το Νίκο και για το καπλάνι. This year, however, we didn't talk about two things at home: About Niko and about the chaplain.

– Σε αρκετούς μπελάδες μας έβαλε, έλεγε η θεία Δέσποινα. - He got us into a lot of trouble, said Aunt Despina.

Και δεν μπορούσες να καταλάβεις πότε το 'λεγε για το Νίκο και πότε για το καπλάνι. And you couldn't tell when he was saying it about Niko and when about the chaplain.

Η Σταματίνα όμως, την άλλη μέρα που φτάσαμε στη χώρα κι είχε πάρει από τη θεία Δέσποινα το κλειδί να πλύνει τα τζάμια της βιτρίνας, μας φώναξε κι εμάς. However, Stamatina, the other day when we arrived in the country and had taken from aunt Despina the key to wash the windows of the shop window, called us too.

Στην αρχή φοβήθηκα ν' απλώσω το χέρι μου να χαϊδέψω το καπλάνι. At first I was afraid to reach out to pet the chaplain. Πρώτη άγγιξε η Μυρτώ τα μουστάκια του κι ύστερα τα νύχια του. First Myrto touched his whiskers and then his fingernails.

– Είναι καταληθινά! – It's true! μουρμουρίζει. he murmurs.

Τ' άγγιξα κι εγώ. I touched it too. Τα νύχια του ήτανε σκληρά, γυρισμένα προς τα έξω. His claws were hard, turned outwards. Ύστερα το χάιδεψα. Then I stroked it. Το τρίχωμά του, άμα το χαϊδεύεις από τη μια μεριά είναι λείο και γυαλιστερό. His fur, if you stroke it from one side, is smooth and shiny. Η Μυρτώ λέει πως τα μάτια του είναι χάντρινα. Εγώ δεν τ' άγγιξα, μα έσκυψα πολύ κοντά και μου φάνηκε πως με κοίταζαν. Γυάλιζαν παράξενα, το ένα γαλανό γαλανό και το άλλο κατάμαυρο. They shone strangely, one azure blue and the other pitch black. Το στόμα του καπλανιού ήταν μισοανοιγμένο, τα δόντια του σουβλερά και μυτερά. The goat's mouth was half open, its teeth sharp and pointed.

– Κοίτα! - Look! λέει η Μυρτώ. Myrto says. Κάτι έχει ανάμεσα στα δόντια του! He has something between his teeth!

Έβαλε προσεχτικά το χέρι της και τράβηξε ένα άσπρο χαρτάκι. She carefully reached in and pulled out a white slip of paper.

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗ ΧΩΡΑ. WELCOME TO THE COUNTRY. ΚΑΛΟ ΣΧΟΛΕΙΟ. GOOD SCHOOL.

ΤΟ ΚΑΠΛΑΝΙ THE CAPTAIN

Γυρίσαμε και κοιτάξαμε τη Σταματίνα, που χτυπούσε με φόρα μια πολυθρόνα με το ξεσκονόπανο. We turned and looked at Stamatina, who was banging an armchair with the duster. Όσο κι αν τη σταυρώσαμε να μας πει τι ξέρει για το Νίκο, αν θα τον ξαναδούμε και πότε, εκείνη έσφιγγε πεισμωμένη τα χείλια της. No matter how much we asked her to tell us what she knows about Niko, if and when we will see him again, she stubbornly pursed her lips.

– Εμένα μη μ' ανακατεύετε, λέει. - Don't mess with me, he says. Δεν είπε η θεία σας: «Καπλάνι και Νίκος απαγορεύεται»; Didn't your aunt say: "Kaplani and Nikos are forbidden"?

Εμείς δεν την ξαναρωτήσαμε, για πολλές μέρες, όχι γιατί πιστέψαμε πως αλήθεια δεν ήξερε τίποτα, μα είχαμε φούριες με το σχολείο, που θ' άνοιγε σε μια βδομάδα. We didn't ask her again, for many days, not because we believed that she really didn't know anything, but we were busy with the school, which would open in a week. Το σχολείο που θα πηγαίναμε δεν είναι πολύ μακριά από το σπίτι μας. The school we would go to is not too far from our house. Βρίσκεται πάνω στην προκυμαία. It is located on the waterfront. Οι τάξεις, που είναι στο απάνω πάτωμα, θα μπορούν να βλέπουν τα βαπόρια που πηγαινοέρχονται. The classrooms, which are on the upper floor, will be able to see the steamers coming and going. Στο μπαλκόνι έχει μια πινακίδα με τεράστια μαύρα γράμματα: On the balcony he has a sign with huge black letters:

ΙΔΙΩΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ «Ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ» ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΡΑΝΑΣΗ

Πήγαμε, με τη μαμά και τον παππού, να γραφτούμε. We went, with mom and grandpa, to register. Δεν ξέρω γιατί, ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται σαν μπήκαμε μέσα στο γραφείο του διευθυντή. I don't know why, I felt my heart tighten as we entered the principal's office. Γύρω γύρω στο δωμάτιο στέκονταν πάνω σε ράφια βαλσαμωμένα πουλιά και στους τοίχους κρέμονταν φωτογραφίες των βασιλιάδων. Around the room, stuffed birds stood on shelves, and pictures of the kings hung on the walls. Αλήθεια, δίκιο είχε η Σταματίνα: έμοιαζε με βάτραχο! Indeed, Stamatina was right: it looked like a frog! Ο δικτάτοράς μας. Κοίταξα τη φωτογραφία του, που κρεμόταν τεράστια στη μέση του τοίχου, κι από κάτω ένα ραφάκι με μια βαλσαμωμένη κουκουβάγια. I looked at his picture, which hung huge in the middle of the wall, and below it a shelf with an embalmed owl.

Ο κύριος Καρανάσης, ο διευθυντής, καθότανε στο γραφείο του και κοίταζε σοβαρός κι αγέλαστος. Mr. Karanasis, the director, was sitting in his office looking serious and unsmiling. Φορούσε ένα μαύρο κουστούμι (σαν αυτό που έχει ο παππούς και το φοράει μόνο όταν πηγαίνει σε καμιά κηδεία). He was wearing a black suit (like the one grandpa has and he only wears it when he goes to some funeral). Πριν απ' όλα μίλησε με τη μαμά, για την έκπτωση, που θα έκανε στα δίδαχτρα! First of all, he talked to mom about the discount he would get on the tuition!

– Βλέπετε, εγώ δεν ενδιαφέρομαι για το κέρδος. – You see, I'm not interested in profit. Θέλω να 'χω παιδιά καλών οικογενειών στο σχολείο μου. I want to have children from good families in my school.

Κοιταχτήκαμε με τη Μυρτώ, γιατί πρώτη φορά ακούγαμε πως είμαστε καλών οικογενειών! Myrto and I looked at each other, because for the first time we heard that we are from good families! Ο κ. Καρανάσης άρχισε να μας ρωτά γραμματική και αριθμητική και είδε που απαντούσαμε σωστά. Mr. Karanasis started asking us grammar and arithmetic questions and he saw that we answered correctly. Γύρισε και είπε στον παππού: He turned and said to the grandfather:

– Σας συγχαίρω, κύριε, τις προετοιμάσατε άριστα. – I congratulate you, sir, you prepared them perfectly.

Νομίζαμε πως τελείωσε η εξέταση, μα ξαφνικά ο κύριος Καρανάσης έδειξε με το χέρι του τους βασιλιάδες, στον τοίχο και ρώτησε τη Μυρτώ να του πει, ποιος είναι ο καθένας. We thought the examination was over, but suddenly Mr. Karanasis pointed with his hand to the kings on the wall and asked Myrto to tell him who each one is. Η Μυρτώ τους ήξερε όλους. Myrto knew them all. Τις χειμωνιάτικες βραδιές, όταν είχε πολύ κρύο, η θεία Δέσποινα μας έπαιρνε στην κάμαρά της, οπού έκαιγε ένα μεγάλο, μπρούτζινο μαγκάλι, και μας άρχιζε τις ιστορίες για τους βασιλιάδες. On winter evenings, when it was very cold, Aunt Despina would take us into her chamber, where she would burn a large, bronze brazier, and start telling us stories about the kings. Είχε κι ένα μεγάλο άλμπουμ με φωτογραφίες και μας τους έδειχνε έναν έναν. He also had a large album of photos and showed them to us one by one. Εγώ βαριόμουνα πολύ, γιατί, άμα δεν είναι στα παραμύθια αλλά αληθινοί βασιλιάδες, δεν έχει καθόλου γούστο. I was very bored, because if they are not in fairy tales but real kings, it has no taste at all. Περίμενα πως και πως ν' ακούσω το ΠΑ ΒΟΥ ΓΑ ΔΕ ΚΕ ΖΩ ΝΗ, για να καταλάβω πως τέλειωσε ο παππούς τη μελέτη του κι είχε όρεξη να διηγηθεί μύθους. I was waiting to hear PA VOU GA DE KE ZO NI, to understand how the grandfather finished his studies and felt like telling fables. Δυσκολευόμουνα, βέβαια, ν' αποφασίσω να φύγω, γιατί ήτανε τόσο ζεστά στο δωμάτιο της θείας Δέσποινας κι έπειτα, αφού τέλειωνε με τους βασιλιάδες της, άνοιγε ένα ντουλάπι και μας έδινε γλυκό πελτέ και νεραντζάκι. I had a hard time, of course, deciding to leave, because it was so hot in Aunt Despina's room and then, after she was done with her kings, she would open a cupboard and give us sweet porridge and orange juice. Στου παππού όχι μόνο δεν άναβε καμιά φωτιά, μα είχε κι ολάνοιχτο το παράθυρο και δεν είχε κανένα ντουλάπι με λιχουδιές. Grandpa not only didn't have a fire lit, but his window was wide open and he didn't have a cupboard full of treats.

Ήξερε όμως τον Άδμητο και την Άλκηστη, τον Περσέα και την Ανδρομέδα και μύθους, μύθους που δεν τέλειωναν ποτέ! But he knew Admetus and Alceste, Perseus and Andromeda and myths, myths that never ended! Μόλις μ' έβλεπε να μπαίνω στο δωμάτιό του, έκλεινε το παράθυρο και μου 'δινε μια κουβέρτα να κουκουλωθώ. As soon as he saw me enter his room, he would close the window and give me a blanket to cover up. Στην αρχή έτρεμα από το κρύο και θυμόμουνα το μαγκάλι με τα φλογάτα κάρβουνα και τη Μυρτώ να κουταλιάζει το γλυκό. At first I was shivering from the cold and I remembered the grill with the flaming coals and Myrto spooning the dessert. Μα σαν άρχιζε ο παππούς να διηγιέται, δε λυπόμουνα πιά καθόλου, ούτε για τη ζέστη ούτε για τις λιχουδιές που άφησα. But as the grandfather began to tell, I was no longer sorry at all, neither for the heat nor for the delicacies I left behind.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν τα ήξερε ο κύριος Καρανάσης. Of course, Mr. Karanasis did not know all this. Δεν ήξερε πως ο παππούς αγαπούσε τον Περικλή και τη Δημοκρατία και δε χώνευε κανένα βασιλιά, ούτε αρχαίο, πόσο μάλιστα τον σημερινό, που δεν είναι καν Έλληνας, παρά μας τον κουβαλήσανε από τη Δανία, όπως έλεγε ο παππούς. He didn't know that grandpa loved Pericles and the Republic and he didn't hate any king, not even an ancient one, let alone the current one, who is not even Greek, but they brought him from Denmark, as grandpa used to say.

– Σας συγχαίρω, ξαναλέει, λοιπόν, ο διευθυντής νομίζοντας, πως ο παππούς έμαθε στη Μυρτώ για τους βασιλιάδες. - I congratulate you, says the director again, thinking that the grandfather learned about the kings in Myrto. Ύστερα, γύρισε στη Μυρτώ: Αν είσαι καλή πάντα, γρήγορα θα σε κάνουμε αρχηγό. Then he turned to Myrto: If you are always good, we will quickly make you leader. Ο κυβερνήτης μας ίδρυσε οργάνωση νεολαίας! Our governor founded a youth organization!

--

Στο δρόμο που γυρίζαμε στο σπίτι, ο παππούς κι η μαμά δεν έβγαζαν λέξη. On the way home, grandpa and mom didn't say a word. Η Μυρτώ κι εγώ φλυαρούσαμε. Myrto and I were chatting. Η Μυρτώ πέταγε από τη χαρά της, που θα την κάνουν αρχηγό κι ας μην ήξερε ακόμα σε τι θα 'ναι αρχηγός. Myrto was flying with joy, that she would be made leader, even though she did not yet know what she would be leader of.

– Εσύ κατάλαβες που θα με κάνουν αρχηγό; ρώτησε τον παππού. – Did you understand that they will make me leader? asked the grandfather.

– Θα τα πούμε στο σπίτι, της απάντησε κείνος και συνέχισε σιωπηλά το δρόμο. - We'll see you at home, he answered her and continued on the road in silence.

Στο σπίτι, όμως, δεν είπαμε τίποτα, η, μάλλον πολλά, που εμείς δεν μπορούσαμε να τα καταλάβουμε. At home, however, we didn't say anything, or rather a lot, that we couldn't understand. Γιατί, από τότε που έγινε δικτατορία, άλλα λέει ο μπαμπάς, άλλα ο παππούς, άλλα η θεία Δέσποινα. Because, since it became a dictatorship, dad says different things, grandfather says different things, Aunt Despina says different things. Μονάχα η μαμά δε μιλάει, μα το καταλαβαίνουμε πως μέσα της συμφωνεί με τον παππού. Only the mother does not speak, but we understand that inside she agrees with the grandfather. Εμένα μου φάνηκε, πάντως, πολύ αστείο να συζητάνε τόσο σοβαρά οι μεγάλοι, για το αν θα γίνει αρχηγός η Μυρτώ. However, it seemed very funny to me that the adults are discussing so seriously whether Myrto will become leader. Ούτε καταλάβαμε, τι είναι η οργάνωση της νεολαίας, που έλεγε ο παππούς, πως θα 'ναι φοβερό να υποχρεώσουν τα παιδιά να πάνε. We didn't even understand what the youth organization was, that grandfather used to say, that it would be awesome if they forced the children to go.

Το βράδυ, σαν πέσαμε να κοιμηθούμε, η Μυρτώ ήταν όλο χαρά και με πείραζε, που είμαι κοντά οχτώ χρονώ και δε σκέφτηκα ακόμα τι θα γίνω, σα μεγαλώσω. At night, as we fell asleep, Myrto was all happy and it bothered me that I'm close to eight years old and I still haven't thought about what I'm going to be when I grow up.

– Εσύ τι θα γίνεις; Κι εσύ δεν ξέρεις! – What will become of you? And you don't know! απάντησα θυμωμένα. I replied angrily.

– Πως δεν ξέρω; Αποφάσισα να γίνω αρχηγός! – How can I not know? I decided to become a leader!

– Αυτό δεν είναι επάγγελμα! – This is not a profession!

– Και πάρα είναι! – And that's enough!

Ήθελα να της πω τότε, πως εγώ θα γίνω συγγραφέας, μα πάλι θα μου έλεγε πως συγγραφέας γεννιέται κανείς, δε γίνεται. I wanted to tell her then, that I will become a writer, but she would still tell me that one is born a writer, it is not possible.

– Κι εσύ γεννήθηκες αρχηγός; ρώτησα όλο φούρκα. – Were you also born a leader? I asked out loud.

Η Μυρτώ κάθισε πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού και λέει όλο ύφος: Myrto sat on the rails of the bed and says in full voice:

– Ο αρχηγός δεν είναι συγγραφέας, ο αρχηγός μπορεί να γεννηθεί οτιδήποτε. – The leader is not a writer, the leader can be born anything.

Εκεί στα κάγκελα τη βρήκε η Σταματίνα, σαν μπήκε στο δωμάτιό μας να κλείσει τα πατζούρια. Stamatina found her there on the railings, as if she had entered our room to close the shutters.

– Θα πιάσει μπόρα. – It will catch on. Φύλαξε, θεέ μου, όποιον ταξιδεύει απόψε, μουρμούρισε. Save, my god, who travels tonight, he murmured.

Ξαφνικά, θυμήθηκε το Νίκο. Suddenly, he remembered Nico. Που να βρίσκεται άραγε; Και από το καπλάνι κανένα μήνυμα. Where should it be? And no message from the chaplain.

– Μήπως ο Νίκος ταξιδεύει απόψε; ρώτησα. – Is Nikos traveling tonight? I asked.

– Που σου 'ρθε, παιδάκι μου! – What's wrong with you, my child! έκανε κείνη ξαφνιασμένη. she asked in surprise.

– Γιατί είπες: Φύλαγε, θεέ μου, όποιον ταξιδεύει; – Why did you say: Protect, my God, whoever travels?

– Δεν ταξιδεύει, λέει τότε η Σταματίνα σοβαρά, μα πλέει σε φουρτούνες... - He doesn't travel, Stamatina then says seriously, but he sails in storms...

Έπειτα, το 'κλεισε πάλι το στόμα της κι ας ρωτούσαμε όσο θέλαμε να μάθουμε τι απόγινε ο Νίκος! Then she shut her mouth again even though we asked as much as we wanted to know what happened to Nikos!

– ΛΥ-ΠΟ για το Νίκο, ΕΥ-ΠΟ, που θα πάμε σχολείο, λέει η Μυρτώ, σα μείναμε μόνες. - LY-PO about Niko, EY-PO, where are we going to school, Myrto says, as if we were left alone.

– ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απαντάω εγώ, γιατί για το σχολείο δε χαιρόμουνα πιά. – LY-PO, LY-PO, I answer, because I wasn't happy about school anymore. Ίσως φταίγανε οι βασιλιάδες κι οι βαλσαμωμένες κουκουβάγιες. Maybe it was the kings and the embalmed owls.

————

Την πρώτη Οχτωβρίου ο δρόμος γέμισε παιδιά με μπλε και μαύρες ποδιές. On the first of October the street was filled with children in blue and black aprons. Εμείς φορούσαμε μπλε, με άσπρα γιακαδάκια. We wore blue, with white collars. Τη δική μου δασκάλα τη λένε κυρία Ειρήνη και το παιδί που κάθεται πλάι μου στο θρανίο το λένε Αλέξη. My teacher's name is Mrs. Irini and the child sitting next to me at the desk is called Alexis. Πολύ θα ήθελα να του πιάσω κουβέντα κάθε φορά, πριν μπει η κυρία Ειρήνη στην τάξη, μα κείνος καθόταν έτσι, που μου είχε σχεδόν γυρισμένη την πλάτη. I would really like to catch up with him every time, before Mrs. Irini entered the classroom, but he was sitting like that, almost with his back to me. Πρόσεξα την ποδιά του που ήταν παλιά, ξεθωριασμένη, και τα παπούτσια του καταφαγωμένα στις μύτες. I noticed his apron which was old, faded, and his shoes were eaten to the toes. Σκέφτηκα, πως δε θα γίνουμε φίλοι κι έλεγα, τι καλά αντί του Αλέξη να πηγαίναμε με το Νώλη στο ίδιο σχολείο! I thought that we wouldn't be friends and I was saying, how nice it would be if we went to the same school with Noli instead of Alexis!

Είχε αρχίσει πιά το μάθημα, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα στην τάξη ο κύριος Καρανάσης. The lesson had already started when the door opened and Mr. Karanasis entered the classroom.

– Κυρία Ειρήνη, είπε στη δασκάλα μας, θα έχετε ακόμη μια μαθήτρια. - Mrs. Irene, she said to our teacher, you will have another student. Γόνο μιας των καλυτέρων οικογενειών της κοινωνίας μας. Son of one of the best families in our society.

Ήταν η Πιπίτσα! It was Pipitsa! Κι ο κύριος Καρανάσης συνέχιζε να λέει χίλια δυό καλά γι' αυτή. And Mr. Karanasis kept saying a thousand and two good things about her. Που να 'ξερε, πως αυτή ήτανε προδότρα και ψεύτρα. How could he know that she was a traitor and a liar.

Στο διάλειμμα η Πιπίτσα μου έκανε χαρές. During the break, Pipitsa cheered me on. Πήγαινε, λέει, σε άλλο σχολείο, μα σαν έμαθε πως ερχόμαστε εμείς σ' αυτό, χάλασε τον κόσμο να τη φέρουν κι εκείνη. She was going, she says, to another school, but when she found out that we were coming to this one, she spoiled the world for her to be brought too. Έτσι, θα 'χα όλο το χειμώνα το «μεγάλο μπελά» κοντά μου! Thus, I would have the "big trouble" near me all winter! Στο τελευταίο διάλειμμα με πλησίασε ο Αλέξης. At the last break, Alexis approached me. Είναι ψηλός ψηλός, αδύνατος και πολύ χλωμός. He is tall tall, thin and very pale.

– Πως σε λένε; ρώτησε. - What's your name; asked.

– Μέλισσα.

– Εκείνη η χοντρή (εννοούσε την Πιπίτσα), άκουσα πως σε φώναξε αλλιώς. – That fat woman (she meant Pipitsa), I heard she called you something else.

– Με είπε Μέλια. – He called me Melia. Είναι το χαϊδευτικό μου. It's my pet.

– Εγώ πως να σε φωνάζω; – How should I call you?

– Όπως θέλεις. - As you want.

– Μέλισσα τότε, Μέλια δε θα πει τίποτα. – Melissa then, Melia won't say anything.

– Έτσι λέει κι ο Νίκος. – That's what Nikos says too.

– Ποιος είναι αυτός; - Who is this;

– Είναι... είναι ένα παιδί στη γειτονιά μας, είπα κομπιάζοντας και κοκκίνισα για το ψέμα. – It's... it's a kid in our neighborhood, I said with a smile and blushed for the lie.

Ύστερα ο Αλέξης με ρώτησε κάτι, που δεν το περίμενα καθόλου. Then Alexis asked me something, which I did not expect at all. Ρώτησε αν πληρώνουμε με έκπτωση, η κανονικά δίδαχτρα. He asked if we pay with a discount, or regular tuition. Εγώ πήγα να θυμώσω. I went to get angry. Τι τον ένοιαζε τι πληρώνουμε στο σχολείο; Μα κείνος δεν άφησε ν' απαντήσω, μόνο μου είπε ψιθυριστά σχεδόν: What did he care what we pay in school? But he didn't let me answer, he just said to me almost in a whisper:

– Εγώ είμαι με έκπτωση κι αν δε διορθωθώ στην αριθμητική φέτος, θα μ' αφήσουν στην ίδια τάξη. – I'm on discount and if I don't improve in arithmetic this year, they'll leave me in the same class.

– Καλά κι αν δεν ήσουνα με «έκπτωση», πως θα πέρναγες την τάξη; απόρησα εγώ. - Even if you weren't on a "discount", how would you pass the class? I asked.

Κι ο Αλέξης μου διηγήθηκε τα πιο παράξενα πράγματα, που συμβαίνουνε στο σχολείο του κυρίου Καρανάση. And Alexis told me about the strangest things that happened at Mr. Karanasis' school. Εκείνος είναι από την πρώτη τάξη σ' αυτόν και ξέρει. He is from the first grade to him and he knows. Όποιο παιδί πληρώνει κανονικά δίδαχτρα δεν τ' αφήνουν ποτέ στην ίδια τάξη κι ας είναι κουμπούρας. Any child who pays regular tuition is never left in the same class, even if he is a bum. Όποιος είναι με έκπτωση, λιγάκι να μην πάει καλά κιν-δυ-νεύ-ει. Whoever is on discount, a little bit not going well kin-dy-nev-ei. Το είπε έτσι ο Αλέξης το «κινδυνεύει», τονίζοντας μια μια τι: συλλαβές, που τρόμαξα. That's how Alexis said it "endangers", emphasizing one by one: syllables, which scared me.

– Και μείς είμαστε με έκπτωση, τόλμησα να πω. – And we are at a discount, I dared to say.

– Ποιοι εσείς; – Who are you?

– Εγώ και η αδελφή μου. – Me and my sister. Έχω μια αδελφή στην πέμπτη τάξη. I have a sister in the fifth grade. Αυτή δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. She has nothing to fear. Είναι πολύ καλή μαθήτρια. She is a very good student. Ξέρει και πόσους στήμονες έχει η μηλέα. He also knows how many stamens the apple tree has.

– Είσαι καυχησιάρα! – You are bragging!

Πήγα να του απαντήσω, μα χτύπησε κείνη την ώρα το κουδούνι να μπούμε στην τάξη. I went to answer him, but at that time the bell rang for us to enter the classroom.

Δεν καλοάρχισε το μάθημα και μπήκε πάλι στην τάξη ο κύριος Καρανάσης με τη μαμά της Πιπίτσας αυτή τη φορά. The lesson didn't start well and Mr. Karanasis entered the classroom again with Pipitsa's mom this time. Η μαμά της Πιπίτσας άρχισε να κάθεται σ' ένα ένα τα θρανία, για να δει, που δε φυσάει κι από που βλέπει καλύτερα στον πίνακα, για να βάλουν εκεί την Πιπίτσα να καθίσει. Pipitsa's mom started to sit on the desks one by one, to see where it wasn't blowing and where she could see the table better, so that Pipitsa could sit there. Ευτυχώς δεν τη βάλανε μαζί μου. Luckily they didn't put her with me. Όχι πως είμαι ενθουσιασμένη, που κάθομαι με τον Αλέξη, μα από την Πιπίτσα...! Not that I'm excited to be sitting with Alexis, but from Pipitsa...!

– Κανονικά δίδαχτρα, μου ψιθυρίζει ο Αλέξης και γνέφει το κεφάλι κατά τη μεριά της Πιπίτσας. – Normal tuition, Alexis whispers to me and nods his head towards Pipitsa.

--

– Πολύ το αγαπώ το σχολείο μας! – I love our school very much! λέει η Μυρτώ το μεσημέρι, την ώρα που καθίσαμε όλοι μας στο τραπέζι. says Myrto at noon, when we all sat down at the table.

– Δεν το αγαπώ καθόλου αυτό το σχολείο, λέω. – I don't like this school at all, I say. Μονάχα η δασκάλα μας μοιάζει πολύ καλή. Only our teacher seems very good.

– Ας συμφωνούσατε μια φορά σε κάτι! – Let's agree on something for once! μας μάλωσε ο μπαμπάς. dad scolded us.

Η Μυρτώ ήτανε ενθουσιασμένη, γιατί δεν κάνανε σχεδόν καθόλου μάθημα, αλλά μάζεψαν πέντε έξι παιδιά από την τάξη τους και από τις μεγάλες τάξεις και τους μίλησε ο κύριος Καρανάσης, πως πρέπει να λάχει η τιμή στο σχολείο μας να οργανώσει μια από τις πρώτες φάλαγγες της «Νεολαίας», που ίδρυσε ο δικτάτοράς μας. Myrto was excited, because they hardly did any lessons, but they gathered five or six children from their class and from the big classes and Mr. Karanasis spoke to them, saying that our school should be honored to organize one of its first phalanxes "Youth", founded by our dictator.

– Σας είπανε, πως είναι υποχρεωτικό; ρώτησε ο παππούς. – Did they tell you that it is mandatory? asked the grandfather.

– Όχι όποιος θέλει. – Not whoever wants to. Μα, αν πάμε μείς από τώρα, θα μας κάνουν αρχηγούς με τρία χρυσά άστρα. But if we go now, they will make us captains with three gold stars. Να σαν κι αυτά. Yes, like these.

Άνοιξε η Μυρτώ τη φούχτα της κι είχε μέσα τρία αστέρια, που έλαμπαν σαν αληθινό χρυσάφι. Myrto opened her box and inside were three stars, shining like real gold.

– Που τα βρήκες; ρώτησε η μαμά. - Where did you find them; Mom asked.

– Στο ψιλικατζίδικο. – At the convenience store.

Η αλήθεια είναι πως της Μυρτώς της αρέσουνε πολύ τα γυαλιστερά πράγματα. The truth is that Myrtle really likes shiny things. Έχει ένα ολόκληρο κουτί με χρυσά πενάκια κι αλίμονο, αν δεν έχεις να γράψεις, και της ζητήσεις κανένα. She has a whole box of gold pens and woe betide you if you have nothing to write and you ask her for one. Όταν μας δίνουν, καμιά φορά, λεπτά να πάρουμε ό,τι θέμε, η Μυρτώ θα πάει στο ψιλικατζίδικο και θα πάρει ό,τι... χρυσό βρει. When we are given, sometimes, minutes to take whatever we ask, Myrto will go to the convenience store and take whatever... gold she can find.

– Αφού δεν είναι υποχρεωτικό, λέει ο παππούς σοβαρά, να καθίσεις στ' αυγά σου κι ας λάχει σε άλλους η τιμή να είναι οι πρώτοι. - Since it is not mandatory, says the grandfather seriously, to sit on your eggs, even if others have the honor of being the first. Ελπίζω κι ο μπαμπάς σου να 'χει την ίδια γνώμη. I hope your dad feels the same way.

– Μόνον αργότερα, αν είναι υποχρεωτικό, συμφωνεί κι ο μπαμπάς. – Only later, if it's mandatory, Dad agrees.

– Τότε θα 'χουν γίνει όλοι και δε θα γίνω πιά αρχηγός! – Then they will all be done and I will no longer be the leader! κλαψουρίζει η Μυρτώ. Myrto whines.

– Γιατί κόβετε την πρωτοβουλία του παιδιού; μπήκε στην κουβέντα κι η θεία Δέσποινα. – Why are you cutting off the child's initiative? Aunt Despina joined the conversation.

Μα ο παππούς τη διέκοψε, όπως εκείνη τη μέρα, που έγινε δικτατορία: But the grandfather interrupted her, like on that day, when it became a dictatorship:

– Λες ανοησίες, Δέσποινα! – You are talking nonsense, Despina!

Το βράδυ, η Μυρτώ έβαλε τα τρία αστέρια κάτω από το μαξιλάρι της κι έλεγε κλαίγοντας: ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ. At night, Myrto put the three stars under her pillow and cried: LY-PO, LY-PO.

Μια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, βρήκαμε το Νώλη να κάνει μάθημα με τον παππού. One day, returning from school, we found Noli doing a lesson with the grandfather.

– Να δεις που θα 'ρθει κι η Άρτεμη, λέω στη Μυρτώ. – See where Artemis will come, I say to Myrto.

Καθίσαμε να κάνουμε τα μαθήματά μας γρήγορα γρήγορα και, σχεδόν πριν τελειώσουμε, έφτασε η Άρτεμη. We sat down to do our homework quickly and, almost before we finished, Artemis arrived.

– Ήρθες να μάθεις ράψιμο; την πειράξαμε. – Did you come to learn sewing? we teased her.

– Όχι, θα 'ρχεται ο κυρ Νώλης να σας βλέπει κι εγώ θα κάθομαι στο Λαμαγάρι, ψευτόκλαψε κείνη. - No, Mr. Nolis will come to see you and I will sit in Lamagari, she lied.

Η θεία Δέσποινα είχε βγει στα μαγαζιά κι έτσι η Σταματίνα μας άνοιξε τη μεγάλη σάλα, να δει η Άρτεμη το καπλάνι, Εκείνη ούτε του έδωσε σημασία. Aunt Despina had gone out to the shops, so Stamatina opened the great hall for us, so that Artemis could see the chaplain. She didn't even pay attention to him.

Κοίταζε τον πολυέλαιο, που κρεμόταν στη μέση του ταβανιού, άγγιξε με το χέρι της τις βελουδένιες πολυθρόνες κι ύστερα ξετρελάθηκε να κοιτιέται στο μεγάλο καθρέφτη, με τη χρυσή του κορνίζα. She looked at the chandelier, which hung in the middle of the ceiling, touched the velvet armchairs with her hand, and then went crazy looking at herself in the large mirror, with its golden frame.

– Γειά σου, γλυκιά μου Άρτεμη! – Hello, my sweet Artemis! χαιρετούσε τον εαυτό της μέσα στον καθρέφτη και μια έκανε υποκλίσεις, μια χόρευε. she greeted herself in the mirror and sometimes bowed, sometimes danced.

– Μαρή σείς, μας λέει, πρώτη φορά βλέπω πως είμαι ολόκληρη. - Goodbye, he tells us, for the first time I see that I am whole.

Και δώστου να φέρνει βόλτες γύρου γύρου και να χορεύει. And let him ride round and round and dance.

Της Σταματίνας τα μάτια έτρεχαν δάκρυα, όσο την έβλεπε.

– Το πουλάκι μου, το πουλάκι μου, έλεγε. – My little bird, my little bird, he said. Να μην έχει δει ούτε πως είναι στον καθρέφτη! He hasn't even seen how he looks in the mirror!

– Όχι δα! γελάει η Άρτεμη. Τη μούρη μου τη βλέπω όλη ώρα. I see my berry all the time. Μου 'χει φέρει ο πατέρας ένα καθρέφτη της τσέπης. Father has brought me a pocket mirror. Μα δεν ήξερα, πως είναι έτσι ωραίο να βλέπεις τον εαυτό σου ολάκερο. But I didn't know how nice it is to see yourself whole. Καλέ, σαν κινηματογράφος! Well, like a movie theater! Είδα πέρυσι, μια φορά στη χώρα και τρελάθηκα, έτσι που κουνιούνταν οι φωτογραφίες, σαν αληθινοί άνθρωποι! I saw last year, once in the country and I was crazy, so the pictures were moving, like real people!

Στο τέλος κοίταξε και το καπλάνι, At the end he also looked at the goat,

– Σαν ζωντανό μοιάζει, μουρμούρισε. – It looks alive, he muttered.

Η Άρτεμη δεν ήθελε να ξεκολλήσει από τη σάλα κι έλεγε, πως τώρα, άμα θ' ακούει στα παραμύθια για τα παλάτια των βασιλιάδων, θα ξέρει πως μοιάζουν σα τη δίκιά μας σάλα. Artemis did not want to leave the hall and said that now, if she listens to the fairy tales about the palaces of the kings, she will know that they look like our hall. Που να την άκουγε η θεία Δέσποινα που όλο γκρινιάζει, πως πρέπει ν' αλλάξουμε τα έπιπλα. How could Aunt Despina be listening to her, who is always complaining that we have to change the furniture. Το βελούδο στις πολυθρόνες ξεθώριασε πιά και ξέφτισε, οι σούστες του καναπέ χαλαρώθηκαν κι ο μπουφές, η κονσόλα, έχουν γεμίσει τρυπίτσες τρυπίτσες από το σαράκι, που τρώει το ξύλο τόσα χρόνια τώρα. The velvet on the armchairs has now faded and faded, the sofa's zippers have loosened and the buffet, the console, have been filled with holes and holes from the rot, which has been eating the wood for so many years now.

Ο Νώλης στο μεταξύ τέλειωσε το μάθημα και βιαζότανε να φύγει, να φτάσει στο Λαμαγάρι, πριν σκοτεινιάσει. Meanwhile, Nolis finished the lesson and was in a hurry to leave, to reach Lamagari before it got dark. Έκτος από τη θάλασσα, είχε κι ένα δρόμο από τη στεριά, που πήγαινε για το Λαμαγάρι. Apart from the sea, it also had a road from the land, which went to Lamagari. Ήταν ένας δρόμος κακοτράχαλος, όλο πέτρα. It was a rough road, all stone.

– Κάθισε να πάμε μαζί, με τη βάρκα, του λέει η Άρτεμη. - Sit down, let's go together, with the boat, Artemis tells him. Σε λίγο θα 'ρθει ο πατέρας να με πάρει. Father will come to pick me up soon.

– Και το ράψιμο; της λέει η Σταματίνα. – And sewing? Stamatina tells her. Η κυρία δε γύρισε ακόμα. Γιατί, όμως, δε μαθαίνεις κι εσύ γράμματα με το Νώλη; τη ρώτησε υστέρα. But why don't you also learn letters with Noli? he asked her later.

– Γιατί, τότε είναι που δε θα με χωράει το τσαρδάκι μας και το Λαμαγάρι, - Why, that's when our tsardaki and Lamagari won't fit me,

Πως μιλάει, καμιά φορά, σαν μεγάλη η Άρτεμη έτσι που νομίζεις πως δεν είναι παιδί. How Artemis talks, sometimes, like an adult, so that you think she is not a child.

Ο Νώλης και η Άρτεμη μας είπανε τα νέα του Λαγαμαριού. Nolis and Artemis told us the news of Lagamarios. Εδώ και πέντε μέρες ζούνε τρεις ξένοι εκεί. Three foreigners have been living there for five days. Τους πήγανε μια μέρα οι χωροφύλακες και νοίκιασαν ένα μικρό καμαράκι, στο τσαρδάκι του Νώλη. One day the gendarmes took them and they rented a small arch, in the tsardaki of Nolis.

– Είναι εξόριστοι κομμουνιστές, λέει ο Νώλης και με κοιτάζει καλά καλά, σα να ήθελε να ρωτήσει αν έχω φυλάξει το μυστικό του. - They are exiled communists, says Nolis and looks at me closely, as if he wanted to ask if I have kept his secret.

– Καλέ, μπολσεβίκοι είναι, έτσι είπε ο κυρ Παντελής ο χωροφύλακας, πετάγεται η Άρτεμη. - Well, they are Bolsheviks, so said Mr. Pantelis the gendarme, Artemis is flying. Αν τους δείξεις, λέει, σταυρό, πέφτουνε χάμω ξεροί. If you show them, he says, a cross, they fall dead.

– Λες βλακείες! - You are talking nonsense! θυμώνει ο Νώλης. Nolis gets angry.

Δεν ξέρω γιατί μα ο νους μου πέταξε στο Νίκο. I don't know why, but my mind went to Niko. Δεν ξέρουμε, αν είναι καν στη χώρα. We don't know if he's even in the country. Η Σταματίνα μπορεί κάτι να ξέρει, μα, σαν τη ρωτήσω, θα απαντήσει πάλι με τα λόγια της θείας Δέσποινας: Καπλάνι και Νίκος απαγορεύεται. Stamatina may know something, but if I ask her, she will answer again with the words of Aunt Despina: Kaplani and Nikos are forbidden.

—————

Τρεις μέρες δεν ερχότανε σχολείο ο Αλέξης και η κυρία Ειρήνη μου είπε να πάω να ρωτήσω στο σπίτι του, αν είναι άρρωστος. Alexis did not come to school for three days and Mrs. Irene told me to go to his house and ask if he is sick. Ίσως να έμεινε με τον μπαμπά του, συλλογίστηκα. Maybe he stayed with his dad, I reasoned. Γιατί μου 'λεγε, πως πριν λίγες μέρες ήρθε ο μπαμπάς του από την Αθήνα. Because he was telling me that a few days ago his dad came from Athens. Δούλευε εκεί, μα τώρα θα μένει μαζί τους στο νησί. He used to work there, but now he will live with them on the island. Το σπίτι του Αλέξη είναι δυο στενά πιο κάτω από το δικό μας. Alexis' house is two streets down from ours. Μια φορά, πήγα ως εκεί μαζί του, για να μου δώσει ένα βιβλίο, μα δε μ' άφησε να μπω μέσα. Once, I went there with him, so he could give me a book, but he wouldn't let me in. Περίμενα απέξω, στο πεζοδρόμιο, και σαν μου έφερε το βιβλίο, μου λέει: I waited outside, on the sidewalk, and as he brought me the book, he says:

– Θέλεις να σου δείξω τη γάτα μου; Είναι της Αγκύρας. – Do you want me to show you my cat? It is from Ankara.

Εγώ ήθελα. I wanted. Και νόμισα, πως θα μου 'λεγε να μπω στο σπίτι του να τη δω. And I thought that he would tell me to enter his house to see her. Μα κείνος χάθηκε πάλι στην πόρτα κι εγώ περίμενα πάλι στο δρόμο. But he disappeared again at the door and I waited again on the street. Γύρισε αμέσως, αλλά χωρίς τη γάτα. He immediately returned, but without the cat.

– Δεν τη βρήκα, λέει, Θα σ' τη δείξω καμιά άλλη φορά. – I didn't find it, he says, I'll show it to you another time.

Γι' αυτό, όταν χτύπησα σήμερα το κουδούνι, χτυπούσε κι η καρδιά μου δυνατά κι έλεγα, μήπως βγει ο ίδιος ο Αλέξης και με κοιτάξει με το χλωμό χλωμό του πρόσωπο και πει: That is why, when I rang the bell today, my heart was also beating loudly and I was saying, maybe Alexis himself will come out and look at me with his pale pale face and say:

– Τι θέλεις στην πόρτα μου; – What do you want at my door?

Άνοιξε όμως η μαμά του. But his mom opened up. Είχε έρθει μια φορά να τον πάρει από το σχολείο και την είδα. She had come once to pick him up from school and I saw her. Φορούσε ένα παλιό φόρεμα κι από πάνω μια ξεθωριασμένη κλαδωτή ποδιά. She wore an old dress and over it a faded branched apron. Με κοίταξε παράξενα, σαν να ρωτούσε τι θέλω. He looked at me strangely, as if asking what I want.

– Με έστειλε η δασκάλα μας... η κυρία Ειρήνη, κατόρθωσα να πω. – I was sent by our teacher... Mrs. Irini, I managed to say. Να ρωτήσου για τον Αλέξη... αν είναι άρρωστος.

– Πέρασε να τον δεις, χαμογελάει εκείνη και παραμέρισε στην πόρτα. – Come to see him, she smiles and turns to the door.

Εγώ στάθηκα και δεν ήξερα τι να κάνω. I stood there and didn't know what to do.

– Έλα μαζί μου, λέει η μαμά του Αλέξη και με πήρε από το χέρι, - Come with me, says Alexis' mom and took my hand,

Κατεβήκαμε μερικά σκαλιά και περάσαμε ένα μακρύ διάδρομο, που μόλις είχε χώρο να σταθεί κανείς, γιατί δεξιά κι αριστερά, χάμω στο πάτωμα, ήτανε στοιβαγμένα βιβλία, που έφταναν σχεδόν ως το ταβάνι. We went down a few steps and passed a long corridor, where there was barely room for anyone to stand, because on the right and left, on the floor, were piled books, reaching almost to the ceiling. Η μαμά του Αλέξη άνοιξε μια πόρτα και μπήκαμε σ' ένα δωμάτιο. Alexis' mom opened a door and we entered a room. Κι εκεί είχε βιβλία, παντού βιβλία, κατάχαμα, πάνω σ' ένα μπαούλο, σε κάτι ράφια, ως και στο περβάζι του παραθύρου. And there were books there, books everywhere, scattered, on a trunk, on some shelves, even on the windowsill.

Τότε είδα για πρώτη φορά τον μπαμπά του Αλέξη. Then I saw Alexis' dad for the first time. Καθότανε σ' ένα τραπέζι κι έγραφε. He was sitting at a table and writing. Είχε αναμμένη τη λάμπα, παρ' όλο που έξω έλαμπε ο ήλιος. He had the lamp on, even though the sun was shining outside. Από το παράθυρο δεν έμπαινε σταλιά φως, γιατί το σπίτι ήταν υπόγειο. No light came through the window, because the house was underground.

– Δημήτρη, λέει η μαμά του Αλέξη, ήρθε ένα κοριτσάκι από την τάξη του Αλέξη, την έστειλε η δασκάλα να ρωτήσει... - Dimitri, says Alexis' mom, a little girl came from Alexis' class, the teacher sent her to ask...

Εκείνος σήκωσε τα μάτια του για να με δει και τότε εγώ ξαφνικά κατάλαβα. He looked up to see me and then I suddenly understood. Ήτανε συγγραφέας... ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ. He was a writer... A WRITER.

– Τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου; ρωτούσανε τα παιδιά στο σχολείο τον Αλέξη. – What does your father do? the children at school asked Alexis.

– Τίποτα, γράφει, απαντούσε κείνος. - Nothing, he writes, he answered.

Δεν είχε πάει ο νους μου πως μπορεί να ήτανε συγγραφέας, μα τώρα το έβλεπα. It hadn't crossed my mind that he might be a writer, but now I saw it. Ήτανε χλωμός, σαν τον Αλέξη, μόνο που δεν είχε μακριά μαλλιά κι έγραφε με στυλό, αντί φτερό, όπως είχα δει μια φορά σ' ένα βιβλίο του παππού μια ζωγραφιά. He was pale, like Alexis, except he didn't have long hair and wrote with a pen instead of a quill, as I had once seen a drawing in one of my grandfather's books. Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα συγγραφέα και τον κοίταζα μαρμαρωμένη. For the first time in my life I saw an author and looked at him dumbfounded. Εκείνος δεν έλεγε τίποτα κι εγώ, δεν ξέρω γιατί, άρχισα να τον φοβάμαι. He didn't say anything and I, I don't know why, started to fear him. Κι είπα μέσα μου, πως ποτέ, ποτέ δε θα γίνω συγγραφέας! And I said to myself, I will never, never become a writer!

– Φαίνεται, πως σε φοβήθηκε η μικρή, είπε η μαμά του Αλέξη χαμογελώντας. - It seems that the little one was afraid of you, said Alexis' mom, smiling.

Τότε χαμογέλασε και κείνος. Then he smiled too. Τα μάτια του, σαν να ζωντάνεψαν ξαφνικά, γίνανε πολύ γελαστά και γύρω γύρω γέμισαν ψιλές ψιλές ζάρες. His eyes, as if they suddenly came to life, became very funny and all around were filled with fine fine wrinkles.

– Εσύ είσαι που σε λένε Μέλισσα; ρώτησε. – Are you, whose name is Melissa? asked.

– Μάλιστα, είπα ξεθαρρεμένα και χάρηκα που ο Αλέξης του είχε μιλήσει για μένα. - Yes, I said discouraged and I was glad that Alexis had spoken to him about me.

Πάνω στο ντιβάνι, κάτω από την κουβέρτα, κάτι σάλεψε. On the couch, under the blanket, something rustled. Δεν είχα πάρει είδηση, πως ήτανε κειδά κουλουριασμένος ο Αλέξης, με το πρόσωπο χωμένο στα μαξιλάρια. I hadn't heard that Alexis was curled up there, with his face buried in the pillows.

– Είναι άρρωστος; ρώτησα. - He is sick; I asked.

Ο Αλέξης ούτε κουνήθηκε. Alexis didn't even move. Η μαμά του πήγε κοντά του. His mom went to him.

– Δε θα μιλήσεις στη Μέλισσα; - Won't you talk to Melissa?

Ο μπαμπάς του άρχισε να του λέει ένα σωρό πράγματα κι εγώ τίποτα δεν μπορούσα να καταλάβω. His dad started telling him a lot of things and I couldn't understand anything. Τού 'λεγε, πως πρέπει να 'ναι περήφανος, που δεν έχει καινούρια παπούτσια και πώς ο κύριος Καρανάσης πρέπει να ντρέπεται που του είπε: «Να μη σε ξαναδώ μ' αυτά τα σαράβαλα». He told him that he should be proud that he doesn't have new shoes and that Mr. Karanasis should be ashamed for saying to him: "Don't ever see you in those shoes again." Κι έλεγε ακόμα, πως εκείνος έφυγε από την Αθήνα κι άφησε την εφημερίδα που δούλευε γιατί δεν μπορούσε να γράφει αυτά που θέλουν εκείνοι και, καλύτερα, όλη η οικογένεια να περπατάει ξυπόλητη. And she also said that he left Athens and left the newspaper he was working for because he could not write what they wanted and, better yet, the whole family would walk barefoot.

Μιλούσε πολύ δυνατά. He was talking very loudly. Η μαμά του Αλέξη σηκώθηκε κι έκλεισε την πόρτα του δωματίου. Alexis' mom got up and closed the door to the room.

– Σιγά, Δημήτρη, μην ακούσει κανείς, είπε κι άρχισε να κλαίει. - Shut up, Dimitri, don't let anyone hear, he said and started to cry.

Εγώ άρχισα να λέω πάλι, μέσα μου, πως ποτέ δε θα γίνω συγγραφέας... Μα ξαφνικά κατάλαβα: ο Αλέξης δεν ερχότανε σχολείο, γιατί είχε παπούτσια σαράβαλα. I started to say again, to myself, that I will never be a writer... But suddenly I understood: Alexis didn't come to school, because he had dirty shoes. Τότε θυμήθηκα τα... βασανάκια της Μυρτώς. Then I remembered Myrto's sufferings. Η Μυρτώ χάλασε τον κόσμο να της πάρουν κάτι παπούτσια με κορδόνι —ολόιδια αγορίστικα. Myrto spoiled the world to get her some lace-up shoes—all boys. Η θεία Δέσποινα της τ' αγόρασε. Aunt Despina bought it for her.

– Μου ορκίζεσαι, πως δε θα πεις τίποτε σε κανένα; μου λέει η Μυρτώ, την πρώτη κιόλας μέρα που τα φόρεσε. - Do you swear to me that you won't say anything to anyone? Myrto tells me, the very first day she wore them.

Εγώ έδωσα το λόγο μου. I gave my word.

– Με χτυπάνε στις μύτες. – They hit me in the nose.

Έτσι, τα φοράει πότε πότε, για να μην τη ρωτήσει η μαμά τι τα έκανε, αφού τα ήθελε τόσο. So, she wears them now and then, so that mom doesn't ask her what she did with them, since she wanted them so much. Και όταν τα βάζει, λέει: And when he does, he says:

– Ας βάλω τα βασανάκια μου, σήμερα. – Let me put my sufferings, today.

Έπρεπε να τα πω ολ' αυτά, να ρωτήσω ακόμα και τι νούμερο παπούτσι φοράει ο Αλέξης, μα ο μπαμπάς του ξανάγινε σοβαρός κι αμίλητος, η μαμά του έκλαιγε κι ο Αλέξης δε σάλευε μπρουμυτισμένος στα μαξιλάρια. I had to say all this, even ask what shoe size Alexis wears, but his dad became serious and speechless again, his mom was crying and Alexis wasn't shaking face down on the pillows.

– Σε λένε, λοιπόν, Μέλισσα, έκοψε τη σιωπή ο μπαμπάς του, και πάλι τα μάτια του γίνανε γελαστά και γέμισαν ψιλές ζάρες γύρω γύρω. - So, your name is Melissa, his dad broke the silence, and again his eyes became funny and filled with fine wrinkles all around.

Εγώ είπα, πως μ' έβγαλε ο παππούς, γιατί λέγανε τη γιαγιά και μιάν αρχαία βασίλισσα. I said that the grandfather took me out, because they called the grandmother an ancient queen.

– Εσύ τους αγαπάς τους βασιλιάδες; ρωτάει ο μπαμπάς του Αλέξη. – Do you love kings? Alexis's dad asks.

Έμενα μ' έπιασε η φλυαρία μου και τα είπα όλα. I was caught up in my chatter and told everything. Για τη θεία Δέσποινα και τη Μυρτώ, που τους αγαπάνε τους βασιλιάδες, για μένα και τον παππού, που δεν τους θέμε. For aunt Despina and Myrto, who love them like kings, for me and grandpa, who don't like them. Είπα ακόμα και για τον μπαμπά, που φοβήθηκε μη χάσει τη θέση του, σαν έγινε δικτατορία, και μας έβαλε ν' αλλάξουμε το όνομα του γατιού μας. I even told about the dad, who was afraid of losing his position, like it became a dictatorship, and made us change the name of our cat. Είπα και για τη Μυρτώ και τα αστέρια της, που θέλουνε να την κάνουνε αρχηγό κι ο παππούς είπε, «αφού δεν είναι υποχρεωτικό, να καθίσει στ' αυγά της». I also said about Myrto and her stars, who want to make her leader and the grandfather said, "since it is not mandatory, she should sit on her eggs". Μίλησα για το καπλάνι της βιτρίνας, για την Άρτεμη, που θαρρούσε πως η σάλα μας, με τις ξεφτισμένες βελούδινες πολυθρόνες, ήτανε σαν το παλάτι των βασιλιάδων στα παραμύθια. I spoke of the chaplain of the window, of Artemis, who dared that our hall, with its frayed velvet armchairs, was like the palace of the kings in fairy tales. «Ο ξάδελφός μας ο Νίκος», πήγα να πω, μα στάθηκα και κοίταξα χαμένη γύρω μου. "Our cousin Nikos," I went to say, but stopped and looked around me lost.

Ο Αλέξης είχε βγάλει το κεφάλι του από τα μαξιλάρια, κι ανασκουμπισμένος με τους αγκώνες στο ντιβάνι, καθότανε και μ' άκουγε. Alexis had taken his head out of the pillows, and propped up with his elbows on the couch, he was sitting and listening to me. Η μαμά του δεν έκλαιγε πιά, γελούσε κιόλας, κι ο μπαμπάς του γελούσε, γελούσε. His mom wasn't crying anymore, she was already laughing, and his dad was laughing, laughing.

– Τι νούμερο παπούτσι φοράς, Αλέξη, άλλαξα κουβέντα βιαστικά και μίλησα για τα βασανάκια της Μυρτώς. – What shoe size are you wearing, Alexis, I hastily changed the subject and talked about Myrto's sufferings. Ο μπαμπάς του σηκώθηκε και με φίλησε στα δυό μάγουλα, υστέρα έγινε σοβαρός: His dad got up and kissed me on both cheeks, then he got serious:

– Ίσως φταίω εγώ, Μέλισσα, που σε ρώτησα για τους βασιλιάδες, μα σε ξένους δεν πρέπει να μιλάς γι' αυτά τα πράγματα. – Maybe it's my fault, Melissa, for asking you about the kings, but you shouldn't talk about these things to strangers.

– Λέτε να χάσει ο μπαμπάς τη θέση του στην Τράπεζα; τον ρώτησα τρομοκρατημένη. – Are you saying that dad should lose his position at the Bank? I asked him horrified.

– Ησύχασε, λέει εκείνος. - Calm down, he says. Δε θα γίνει τίποτα κακό. Nothing bad will happen. Εμείς είμαστε φίλοι σου, μα μη μιλάς σε ξένους. We are your friends, but don't talk to strangers.

– Δε μοιάζουν με κοριτσίστικα; μίλησε για πρώτη φορά ο Αλέξης. – Don't they look like girls? Alexis spoke for the first time.

– Καθόλου! - Not at all! τον καθησυχάζω. Ολόιδια αγορίστικα. Kind of boyish.

– Για λίγες μέρες... αν αφήνει η μαμά σου, λέει η μαμά του Αλέξη. – For a few days... if your mom lets, says Alexis' mom. Ύστερα, θα τα καταφέρουμε να του πάρουμε καινούρια. Then we'll manage to get him new ones.

Εγώ είπα πως η μαμά θα χαρεί, γιατί δεν της άρεσαν καθόλου για κορίτσι. I said that mom would be happy, because she didn't like them at all for a girl. Όσο για τη Μυρτώ, αυτή μονάχα τα χρυσά της πενάκια δε δίνει σε κανένα, και τ' άστρα της, όλα τ' άλλα πράγματά της δεν τη νοιάζει να τα χαρίζει. As for Myrto, she alone does not give away her golden pennies to anyone, and her stars, all her other things she does not care to give away.

– Η αδελφή σου είναι αυτή που ξέρει πόσους στήμονες έχει η μηλέα; γέλασε ο μπαμπάς του Αλέξη. – Is your sister the one who knows how many stamens the apple tree has? Alexis's dad laughed.

Μα όλα του τα είχε πει αυτός ο Αλέξης!... But this Alexis had told him everything!...

Ο Αλέξης έβαλε τα «σαράβαλά» του, για να 'ρθει να πάρει τα «βασανάκια» της Μυρτώς, μη χάσει κι αύριο το σχολείο. Alexis put on his "saravalas" to come pick up Myrto's "sufferings" so he doesn't miss school tomorrow.

– Δε θα μπω μέσα στο σπίτι σου, γιατί ντρέπομαι, θα περιμένω στο δρόμο, μου είπε. - I will not enter your house, because I am ashamed, I will wait on the street, he told me.

Κι όλη την ώρα που πηγαίναμε σπίτι, μου έλεγε: And the whole time we were going home, he said to me:

– Να πεις στην αδελφή σου, για τρεις μέρες μόνο. – Tell your sister, for three days only. Μετά θα μου πάρουνε. Then they will take it from me.

Θαρρώ, πως θα προτιμούσε χίλιες φορές να φορεί τα «σαράβαλά» του, παρά να ζητάει ξένα παπούτσια, μα ο κύριος Καρανάσης έλεγε, πως είναι ντροπή για ολόκληρο το σχολείο να φορεί ο Αλέξης τέτοια παπούτσια. I imagine that he would prefer wearing his "saravalas" a thousand times over asking for foreign shoes, but Mr. Karanasis said that it is a shame for the whole school that Alexis wears such shoes. Αυτό καθόλου δεν το κατάλαβα. I didn't understand that at all.

– Πως σου φάνηκε ο μπαμπάς μου; Δεν είναι σπουδαίος; με ρώτησε ο Αλέξης, αφού είχαμε φτάσει πιά κοντά στο σπίτι. – What did you think of my dad? Isn't he great? Alexis asked me, after we got closer to the house.

– Καλός είναι, του λέω. – He's good, I tell him.

Όμως μέσα μου δεν ήξερα αν θέλω να γίνω συγγραφέας. But inside I didn't know if I wanted to be a writer.

—————

Το βράδυ, σαν πέσαμε στα κρεβάτια μας, διηγήθηκα στη Μυρτώ για το σπίτι του Αλέξη: In the evening, as we fell into our beds, I told Myrto about Alexis's house:

– Είναι αληθινός συγγραφέας ο μπαμπάς του. – His dad is a real writer. Το γραφείο του είναι γεμάτο βιβλία και σκόνη. His desk is full of books and dust. Εκείνος φορεί σακάκι με τρύπιους αγκώνες και γράφει με το φως της λάμπας, ενώ έξω φέγγει ο ήλιος. He wears a jacket with holes in his elbows and writes by lamplight, while the sun is shining outside.

– Εγώ δε θέλω να 'χαμε μπαμπά συγγραφέα, λέει η Μυρτώ. - I don't want us to have a writer father, Myrto says. Γιατί, τότε, μπορεί να τρέχαμε και μείς στις γειτονιές να ζητάμε δανεικά παπούτσια. Because, then, we might have run around the neighborhoods asking for borrowed shoes.

Δεν της απάντησα, γιατί δεν ήξερα τι να πω, θυμήθηκα πως μου άρεσε πολύ έτσι όπως μιλούσε μαζί μου ο μπαμπάς του Αλέξη σαν να 'μασταν δυό φίλοι. I didn't answer her, because I didn't know what to say, I remembered that I really liked the way Alexis' dad talked to me as if we were two friends.

– ΕΥ-ΠΟ, ΕΥ-ΠΟ! – YE-PO, YE-PO! καληνυχτίζω τη Μυρτώ. goodnight Myrto.

Είχα δει πρώτη φορά στη ζωή μου συγγραφέα και γι' αυτό ήμουνα ΕΥ-ΠΟ. I had seen a writer for the first time in my life and that's why I was EY-PO.

– ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απαντάει η Μυρτώ. – LY-PO, LY-PO, answers Myrto. Σήμερα είπα στον κύριο Καρανάση, πως δε θα γίνω η πρώτη φαλαγγίτισσα... έτσι, δε θα γίνω κι αρχηγός. Today I told Mr. Karanasis, that I will not be the first Phalangite woman... so, I will not be a leader either.