×

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του LingQ. Επισκέπτοντας τον ιστότοπο, συμφωνείς στην cookie policy.


image

Ζέη, Άλκη - Το καπλάνι της βιτρίνας, 4.1 Η «απελπισία» μας...

4.1 Η «απελπισία» μας...

4.Η «απελπισία» μας. Η Σταματίνα. Έρχεται ο Νίκος. Τρεις λυπητερές ιστορίες

Όλες οι μέρες περνάνε γρήγορα γρήγορα, που δεν τις καταλαβαίνουμε. Μονάχα το Σάββατο και η Κυριακή θαρρείς και βαστούνε ολόκληρη βδομάδα η καθεμιά. Ίσως, γιατί είναι η απελπισία μας. Δε φτάνουν όλα τ' άλλα, μα τις Κυριακές περνούμε όλο τ' απόγευμα με την Πιπίτσα (το μεγάλο μπελά) στο σπίτι της και καθόμαστε ήσυχα ήσυχα στη βεράντα, κοντά στους μεγάλους, παίζοντας πεντόβολα. Τι άλλο να κάνουμε πλάι στις μαμάδες και τους μπαμπάδες μας που παίζουνε χαρτιά, η συζητάνε κάτι μεγαλίστικα βαρετά πράγματα.

Όταν ξυπνήσαμε από το μεσημεριανό ύπνο - βέβαια! κοιμόμασταν και το μεσημέρι, σαν ήτανε ο μπαμπάς στο Λαμαγάρι - κι είδαμε πλάι μας στην καρέκλα κάτι τεράστιους φιόγκους από οργαντίνα, που μας έκαναν, σαν τους φορούσαμε, να μοιάζουμε με κουτιά σοκολάτας - θυμηθήκαμε πως ήτανε Κυριακή και πως η απελπισία μας συνεχιζότανε απελπιστικά. Πήγαμε στη βεράντα της Πιπίτσας και βαριόμασταν να την ακούμε να λέει, πόσα βολάν έχει το φουστάνι που της ράψανε για τα γενέθλιά της. Ο Νώλης και τ' άλλα παιδιά περνούσανε και ξαναπερνούσανε, επίτηδες, κάτω από τη βεράντα και χάλαγαν τον κόσμο στο παιχνίδι. Κάποια στιγμή είπανε να παίξουνε κρυφτό κι άρχισε ο Νώλης να τα «βγάζει», για να δούνε ποιος θα τα φυλάξει. Αντί όμως, να πει το: «Πέντε φούσκες στον αέρα - μάνα, πατέρα, μπουμ Αμπερούμ», που το λέγαμε πάντα, σαν τα «βγάζαμε», άλλαξε τα λόγια κι έλεγε κοιτάζοντας κιόλας να δει αν τον βλέπουμε:

Πέντε φιόγκοι στον αέρα,

Μάνα, πατέρα, μπουμ!

Αμπερούμ!

- Θα του δείξω εγώ αύριο, μουρμουρίζει η Μυρτώ και τραβάει τους φιόγκους της να τους χώσει στην τσέπη.

Η μαμά, φαίνεται, κάτι πήρε είδηση, γιατί μας λυπήθηκε και είπε να μας κάνει μια βόλτα στη θάλασσα.

- Μην πάτε μακριά, λέει ο μπαμπάς, γιατί σκοτείνιασε. Μη γλιστρήσετε σε κανένα βράχο.

Ευτυχώς που η Πιπίτσα δεν ήρθε μαζί μας, γιατί ο μπαμπάς της, που κι αυτός ερχότανε τα Σαββατοκύριακα, είπε πως... δεν τη χόρτασε!

Πήγαμε προς το μουράγιο, μα δε βρήκαμε κανένα από τα παιδιά. Ποιος ξέρει που τρέχανε. Μπορεί να πήγανε πουθενά με τη βάρκα του κυρ Αντώνη. Και μείς; Καρφωμένες, σαν άρρωστες, στη βεράντα, με το μεγάλο μπελά. Ήμασταν όλο φούρκα και ξεσπάσαμε στη μαμά!

- Τι μας θρονιάσατε σαν κοκόνες!

- Πάνε όλες οι Κυριακές!

- Δεν είμαστε πιά μωρά!

Η μαμά δεν απαντάει. Κάθεται και κοιτάει πέρα τη θάλασσα. Είναι πολύ μικρή, μια σταλιά, που δεν μπορούμε να τη λογαριάσουμε σαν μαμά.

Η μαμά της Πιπίτσας - μάλιστα! Παχουλή παχουλή, με διπλό πηγούνι. Η δίκιά μας είναι αδύνατη, κοντούλα, λίγο ακόμα κι η Μυρτώ θα την ξεπεράσει στο μπόι.

- Τι μαμά είναι αυτή, λέει η Μυρτώ, που φοράει τριάντα τέσσερα και μισό παπούτσι. (Η Μυρτώ φοράει 35 νούμερο).

Θα θέλαμε κι εμείς μια μαμά παχουλή, να φοράει κορσέ με μπανέλες και κορδόνια, που περνάνε σε καψούλες... Είχαμε δει μια μέρα τη μαμά της Πιπίτσας, που φορούσε έναν τέτοιο κορσέ, τριανταφυλλί χρώμα.

Όποιος μας βλέπει μαζί με τη μαμά την παίρνει για μεγαλύτερη αδελφή μας. Αφού κι εμείς κοντεύουμε να το πιστέψουμε. Εγώ νομίζω πως θα το 'θελε να 'ναι αδελφή μας, να τρέχει μαζί μας στα βραχάκια για καβούρια, αντί να κάθεται με τις ώρες στη βεράντα της Πιπίτσας. Τη λυπάμαι την καημενούλα, γιατί, για κείνη, όλες οι μέρες θα 'ναι απελπισία. Μα, φαίνεται, πως κι οι μεγάλοι δεν την πολυλογαριάζουν για μαμά, γιατί, αν της ζητήσουμε άδεια για κάτι, δε φτάνει να πει μόνο εκείνη το «ναι». Πρέπει να ρωτήσουμε και κανέναν... μεγάλο. Τον παππού, τον μπαμπά η τη θεία Δέσποινα.

- Κοιτάξτε, λέει η μαμά και μας δείχνει πέρα τη θάλασσα, πως κολυμπάει το σκυλί!

Ήτανε το λυκόσκυλο της Πιπίτσας.

- Έτσι και πιο καλά κολυμπούσε το καπλάνι, συνεχίζει.

Γυρίσαμε και την κοιτάξαμε απορημένες.

- Το είδα μια φορά πριν το σκοτώσουν, λέει. Ήμουν σαν τη Μέλια. Το κυνηγούσαν και κείνο έδωσε μια βουτιά και ρίχτηκε στη θάλασσα.

- Κι υστέρα, μαμά;

- Ύστερα, χάθηκε από τα μάτια μας. Είπανε πως ξαναπέρασε στην απέναντι όχθη - στην Τουρκία - από κει που είχε έρθει.

Να την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μας πει, τώρα μόνο, πως είχε δει το καπλάνι ζωντανό.

- Η θεία Δέσποινα λέει, πως ερχότανε στο νησί μας να φάει τα πρόβατα.

- Δεν του 'φτάνε ολόκληρη η Τουρκία; ρώτησε η Μυρτώ.

Η μαμά τότε μας έδειξε πέρα μακριά στον ορίζοντα μια στεριά, που μόλις ξεχώριζε.

- Εκεί, λέει, στα παράλια της Τουρκίας, ήτανε κάποτε μια πόλη Ελληνική, που τη λέγανε με το παράξενο όνομα Σμύρνη. Όταν ήτανε πόλεμος, οι Τούρκοι την κάψανε, πέρα ως πέρα, κι η πολιτεία ερημώθηκε. Η φωτιά απλώθηκε ίσαμε τα δάση και τα βουνά. Ίσως, τότε, το καπλάνι να ξέφυγε τρομαγμένο, να 'πεσε στη θάλασσα και να κολύμπησε ως το νησί μας. Μήπως κι οι άνθρωποι το ίδιο δεν κάνανε; Μπαίνανε στις βάρκες και τα καράβια και περνούσαν στο νησί μας να σωθούν. Είχε γεμίσει η προκυμαία κόσμο, που δεν είχε που να πάει και ξημεροβραδιαζότανε στο δρόμο.

- Εσύ τη θυμάσαι, μαμά, αυτή την ιστορία;

- Βέβαια, λέει εκείνη. Θυμάμαι, μάλιστα, σαν να ήτανε χτες, τη μέρα που χτύπησε την πόρτα μας η Σταματίνα.

- Η Σταματίνα; είπαμε κι οι δυο με μια φωνή!

- Να την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μη μας έχει πει την ιστορία της Σταματίνας; Θύμωσε η Μυρτώ και κλότσησε το σεντόνι της.

Ήτανε πολύ ώρα που είχαμε ξαπλώσει στα κρεβάτια μας, μα δεν έλεγε να μας πάρει ο ύπνος. Πολλά και περίεργα ακούσαμε σήμερα, τόσο που κοντέψαμε να πούμε, πως αυτή η Κυριακή δεν ήτανε απελπισία.

- Κι εγώ που της μίλησα άσχημα χτες της Σταματίνας, κοντεύει να κλάψει η Μυρτώ.

- Κι εγώ που είπα «ουφ, άσε με!» σαν φώναζε να πάρω το ζακετάκι μου, γιατί φυσούσε, μουρμούρισα κι εγώ.

Μα πού να ξέραμε, αφού μας νομίζανε τόσο μικρές και κανείς δε μας είπε ποτέ, ότι η Σταματίνα είχε δικιά της οικογένεια και δυο κοριτσάκια σαν και μας, που χάθηκαν στην καμένη πολιτεία. Πού να ξέρουμε, πως σώθηκε μονάχα αυτή και πέρασε στο νησί μας, σαν το καπλάνι, τριγύριζε μερόνυχτα στους δρόμους κι ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας, της άνοιξε ο παππούς και την πήρε μέσα. Από τότε δεν ξανάφυγε.

Σαν ήρθε η Σταματίνα να στεριώσει τα παραθυρόφυλλα, μη φυσήξει αέρας τη νύχτα, εμείς κρεμαστήκαμε στο λαιμό της και τη φιλούσαμε.

- Θέλεις να σου χαρίσω το σπίτι που θα μου αφήσει η θεία Δέσποινα σαν πεθάνει; λέει η Μυρτώ.

- Εγώ θα σου δώσω τον χαρτοφύλακα του μπαμπά, εκείνον τον πέτσινο με το ελάφι. Θα μου τον αφήσει ο μπαμπάς, όταν πεθάνει.

- Χριστός και Παναγία! τι πάθατε βραδιάτικα με τα θανατικά και τα χαρίσματα; σταυροκοπιέται εκείνη.

ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; Η αλήθεια είναι πως δεν ξέραμε να πούμε τι είμαστε. Κι αποκοιμηθήκαμε χωρίς να απαντήσει η μια στην άλλη.

Περιμέναμε το Νίκο. Επιτέλους πιά. Κόντευε να βγει ο Ιούνης. Το βαπόρι πριν λίγη ώρα είχε μπει στο λιμάνι, στη χώρα. Το βλέπαμε να φτάνει από πέρα και ξεχωρίζαμε τα άσπρα γράμματα, που ήτανε γραμμένα στο φουγάρο του: ΦΡΙΝΤΩΝ. Έτσι το λένε.

Από στιγμή σε στιγμή θα φαινότανε η «Κρυσταλλία». Πήγε ο κυρ Αντώνης στη χώρα να παραλάβει το Νίκο και να τον φέρει στο Λαμαγάρι. Παρ' όλα τα παρακάλια που του κάναμε, δε δέχτηκε να πάρει κανένα μας μαζί του. Ούτε όταν του δώσαμε το λόγο μας πως δε θα τσακωθούμε ποιος θα πρωτοπάει, αλλά θα βάλουμε κόμπο.

- Καλά, μη με παίρνεις, του φώναξε η Άρτεμη, μόλις ξεκίνησε η «Κρυσταλλία». Κι εγώ δε θα σου μαγειρεύω πιά, ούτε θα σου πλένω, ούτε θα σε μπαλώνω.

- Δεν πειράζει, γέλασε ο κυρ Αντώνης. Κι εγώ θα παντρευτώ στη χώρα, να σου φέρω μητριά στο σπίτι.

- Για φέρε! Και πάω τώρα να πέσω από τα βράχια να πνιγώ, τσίριξε εκείνη.

Τότε η «Κρυσταλλία» έκανε μια βόλτα και γύρισε πάλι στο μουράγιο. Η Άρτεμη πήδηξε μέσα.

- Ζαβολιάρα, μουρμούρισε ο Νώλης.

Ο κυρ Αντώνης κοιτάει αμίλητος, με σουφρωμένα τα φρύδια, που κανείς δεν τόλμησε να του ζητήσει να πάει κι αυτός μαζί.

Δεν ξέρω γιατί, μα όλα τα παιδιά από τα τσαρδάκια έχουνε κάτι λυπητερές ιστορίες. Πιο λυπητερές κι από του Δαβίδ Κόπερφηλδ. Πολύ θα 'θελα, σα μεγαλώσω, να γινόμουνα συγγραφέας και να τις γράψω. Η Μυρτώ όμως έχει διαβάσει κάπου, πως συγγραφέας δε γίνεται, αλλά γεννιέται κανείς.

Κοίταζα την «Κρυσταλλία» που ξεμάκραινε κι άρχισα να συλλογιέμαι: Τι κρίμα! Αν είχα γεννηθεί συγγραφέας, θα 'γραφα τρεις λυπητερές ιστορίες

Πρώτη λυπητερή Ιστορία - ΆΡΤΕΜΗ Πολλές φορές, σαν κοντεύει να δύσει ο ήλιος, η Άρτεμη λέει στη Μυρτώ και σε μένα: «Πάμε στο βράχο της μάνας μου».

Είναι ένας ψηλός απότομος βράχος, που στην κορφή του έχει φυτρώσει μια μικρή αγριοροδιά. Κάτω, στο βάθος, απλώνεται η θάλασσα, που το νερό της καθώς το κοιτάμε από ψηλά φαίνεται βαθύ και σκοτεινό. Από κει, πέρυσι το χειμώνα, έπεσε η μαμά της Άρτεμης και πνίγηκε. Ήτανε άρρωστη κι ο κυρ Αντώνης ήθελε να πουλήσει τη βάρκα του, για να βάλει τη γυναίκα του στο νοσοκομείο. Μα κείνη δεν το 'θελε αυτό, γιατί «η βάρκα δίνει ψωμί», έτσι έλεγε.

«... Κι έπεσε από τα βράχια, για να 'χει ψωμί η πολυαγαπημένη της κόρη...». Έτσι θα 'γραφα. Μπορεί όμως το «πολυαγαπημένη» να το 'σβηνα και να 'γραφα μόνο «το παιδί της» η «η Άρτεμη».

Όταν φτάσουμε στο βράχο, η Άρτεμη στέκεται στην άκρη άκρη κι αρχίζει να δέρνεται και να χτυπιέται.

- Άχου, μάνα μου, γιατί μας το 'κανες!

Εμείς οι δυό φοβόμαστε τόσο, που αγκαλιάζουμε τη ροδιά.

Στο τσαρδάκι της Άρτεμης δεν έχει ούτε κρεβάτι. Όταν δεν κοιμάται με τον κυρ Αντώνη στη βάρκα, πέφτει κατάχαμα στην κουρελού. Μονάχα στον ένα τοίχο σε μια χρυσή κορνίζα είναι ένα κάδρο που παριστάνει τη θεία Δέσποινα, σαν ήτανε νέα, με φόρεμα χορού. Αυτό το κάδρο το είχαμε στην αποθήκη, γιατί όλοι λέγανε πως ήτανε κακοζωγραφισμένο. Ο Νίκος, μάλιστα, πείραζε τη θεία Δέσποινα και το έλεγε το «σκιάχτρο». Μια μέρα, που η Σταματίνα καθάριζε την αποθήκη, το 'βγαλε στην αυλή. Η Άρτεμη έκανε χίλια παρακάλια να της το δώσουν.

- Τώρα έχουμε και μείς το έπιπλό μας, έλεγε σαν το κουβαλούσε στο τσαρδάκι τους.

Η Άρτεμη φοράει όλα τα περσινά φορέματα της Μυρτώς που της μίκραιναν η πάλιωσαν. Άμα φοράει η Μυρτώ κανένα φόρεμα που αρέσει πολύ στην Άρτεμη εκείνη της λέει:

- Μαρή Μυρτώ, μην κάθεσαι στον ήλιο και ξεβάψουνε τα λουλούδια.

Η «Κρυσταλλία» αργούσε να φανεί. Φαίνεται, ο Νίκος πήγε στο σπίτι στη χώρα να δει τη μαμά και τον μπαμπά. Τα παιδιά αρχίσανε να παίζουνε «παξιμάδια», για να περάσει η ώρα. Του Νώλη το πετράδι έκανε δώδεκα πήδους... Έριξα κι εγώ μια φορά, μα έκανε μονάχα τρεις. Δεν μπορούσα να παραβγώ με το Νώλη και τη Μυρτώ που δεν έκαναν κάτω από δέκα.

Πήγα και κάθισα στην άκρη του μουράγιου, να σκεφτώ τη:

Δεύτερη λυπητερή Ιστορία (με χαρούμενο τέλος) - ΝΩΛΗΣ Λένε, πως άμα κολυμπάς στα πολύ βαθιά νερά, στο βυθό της θάλασσας, εκεί που φυτρώνουνε τα σφουγγάρια, μπορεί να σε χτυπήσει μια αλλόκοτη δύναμη που τη λένε ρεύμα. Τότε, μπορεί να μην περπατήσεις πιά σ' όλη σου τη ζωή.

Ο πατέρας του Νώλη ψάρευε σε τέτοιες βαθιές και μακρινές θάλασσες σφουγγάρια. Τώρα περπατάει με δεκανίκια. Όλη μέρα κάθεται σε μια καρέκλα, έξω από το τσαρδάκι τους, με τα χέρια κρεμασμένα και κοιτάει, πέρα, το πέλαγος.

Δεν τον έχω ακούσει ποτέ να μιλάει. Εγώ τον φοβάμαι και μια φορά είδα στον ύπνο μου, πως αντί χέρια είχε δυο τεράστια σφουγγάρια. Η μαμά του Νώλη δουλεύει στις αποθήκες του μπαμπά της Πιπίτσας. Πλένει βαρέλια. Άμα τελειώσει τη δουλειά, τη φωνάζει η μαμά της Πιπίτσας να σφουγγαρίσει κι όλο το σπίτι τους, τις αυλές και τις βεράντες. Δεν ξέρω γιατί, μα αυτό, λέει ο Νίκος το λένε εκμετάλλευση.

Πιστεύω να τον πάει ο Νίκος το Νώλη στην Αθήνα. Κι έτσι η θλιβερή ιστορία θα τελειώσει, που ο Νώλης γίνεται διάσημος μουσικός, ο μπαμπάς του γιατρεύεται κι η μαμά του δε θα πλένει πιά βαρέλια, αλλά θα φοράει άσπρα γάντια σαν την κυρία νομάρχου.

Τρίτη λυπητερή ιστορία (πιο λυπητερή απ' όλες) - ΟΔΥΣΣΕΑΣ και ΑΥΓΗ Πως να 'ναι άραγε η φυλακή; Ένα σκοτεινό δωμάτιο - μια σταλιά - κι ένα μικρούτσικο παραθυράκι, όλο κάγκελα. Ούτε φως να βλέπεις, ούτε ήλιο. Γιατί το παραθυράκι είναι ψηλά ψηλά, που δε φτάνει να δεις απέξω. Ο Οδυσσέας μας ζωγράφισε στην άμμο το παραθυράκι με τα κάγκελα, όταν γύρισε απ' τη χώρα, που είχε πάει στη φυλακή να δει τον πατέρα του... Ψάρευε με δυναμίτη ο πατέρας του και τον έβαλαν φυλακή, γιατί απαγορεύεται. Μα, αλλιώς, πιάνει λίγα ψάρια και δεν βγαίνει το ψωμί. Ο Οδυσσέας λέει, πως όλοι οι ψαράδες έτσι κάνουνε. Όποιος έχει και πληρώσει το χωροφύλακα, δεν τον πιάνουν.

Η μαμά τους τούς άφησε κι έφυγε στη χώρα. Έρχεται καμιά φορά, πολύ σπάνια, και φέρνει της Αυγής κανένα μικρούτσικου κουκλάκι. Ο Οδυσσέας όμως κρύβεται και δε θέλει να τη δει.

- Αφού μας παράτησε, λέει.

Σαν τον δούμε να τρέχει στην ακρογιαλιά και να κρύβεται κάτω από μια παλιά, αναποδογυρισμένη βάρκα, καταλαβαίνουμε πως ήρθε η μαμά του στο Λαμαγάρι.

Ύστερα από λίγο την ακούμε που τον ψάχνει και φωνάζει:

- Οδυσσέεεαααααα! Που είσαι, καμάρι μου;

- Μην τον είδατε; μας ρωτάει.

Μα εμείς γνέφουμε όχι.

Ο Οδυσσέας και η Αυγή μένουμε με τη γιαγιά τους

- Θα 'ναι κι εκατό χρονώ. Πλένει τα ρούχα στη θάλασσα και καθώς τα κοπανάει μ' ένα μεγάλο κόπανο, μιλάει μόνη της και λέει:

- Γιε μ', γιέ μ'. Έι μπου. Έι μπου...


4.1 Η «απελπισία» μας...

4.Η «απελπισία» μας. Η Σταματίνα. Έρχεται ο Νίκος. Τρεις λυπητερές ιστορίες

Όλες οι μέρες περνάνε γρήγορα γρήγορα, που δεν τις καταλαβαίνουμε. Alle Tage vergehen schnell, das verstehen wir nicht. Μονάχα το Σάββατο και η Κυριακή θαρρείς και βαστούνε ολόκληρη βδομάδα η καθεμιά. Ίσως, γιατί είναι η απελπισία μας. Δε φτάνουν όλα τ' άλλα, μα τις Κυριακές περνούμε όλο τ' απόγευμα με την Πιπίτσα (το μεγάλο μπελά) στο σπίτι της και καθόμαστε ήσυχα ήσυχα στη βεράντα, κοντά στους μεγάλους, παίζοντας πεντόβολα. Τι άλλο να κάνουμε πλάι στις μαμάδες και τους μπαμπάδες μας που παίζουνε χαρτιά, η συζητάνε κάτι μεγαλίστικα βαρετά πράγματα.

Όταν ξυπνήσαμε από το μεσημεριανό ύπνο - βέβαια! κοιμόμασταν και το μεσημέρι, σαν ήτανε ο μπαμπάς στο Λαμαγάρι - κι είδαμε πλάι μας στην καρέκλα κάτι τεράστιους φιόγκους από οργαντίνα, που μας έκαναν, σαν τους φορούσαμε, να μοιάζουμε με κουτιά σοκολάτας - θυμηθήκαμε πως ήτανε Κυριακή και πως η απελπισία μας συνεχιζότανε απελπιστικά. Πήγαμε στη βεράντα της Πιπίτσας και βαριόμασταν να την ακούμε να λέει, πόσα βολάν έχει το φουστάνι που της ράψανε για τα γενέθλιά της. Ο Νώλης και τ' άλλα παιδιά περνούσανε και ξαναπερνούσανε, επίτηδες, κάτω από τη βεράντα και χάλαγαν τον κόσμο στο παιχνίδι. Κάποια στιγμή είπανε να παίξουνε κρυφτό κι άρχισε ο Νώλης να τα «βγάζει», για να δούνε ποιος θα τα φυλάξει. Αντί όμως, να πει το: «Πέντε φούσκες στον αέρα - μάνα, πατέρα, μπουμ Αμπερούμ», που το λέγαμε πάντα, σαν τα «βγάζαμε», άλλαξε τα λόγια κι έλεγε κοιτάζοντας κιόλας να δει αν τον βλέπουμε: But instead of saying: "Five bubbles in the air - mother, father, boom Aberum", which we always said, as if we were "getting them out", he changed the words and said, even looking to see if we could see him:

Πέντε φιόγκοι στον αέρα, Fünf Bögen in der Luft, Five bows in the air,

Μάνα, πατέρα, μπουμ! Mom, Dad, Boom!

Αμπερούμ! Aberum!

- Θα του δείξω εγώ αύριο, μουρμουρίζει η Μυρτώ και τραβάει τους φιόγκους της να τους χώσει στην τσέπη. - Ich werde es ihm morgen zeigen, murmelt Myrto und zieht ihre Schleifen, um sie in ihre Tasche zu stecken. - I'll show him tomorrow, Myrto murmurs and pulls her bows to put them in her pocket.

Η μαμά, φαίνεται, κάτι πήρε είδηση, γιατί μας λυπήθηκε και είπε να μας κάνει μια βόλτα στη θάλασσα. Mom, it seems, got the news, because she felt sorry for us and asked to take us for a walk to the sea.

- Μην πάτε μακριά, λέει ο μπαμπάς, γιατί σκοτείνιασε. - Don't go far, says dad, because it got dark. Μη γλιστρήσετε σε κανένα βράχο. Don't slip on any rocks.

Ευτυχώς που η Πιπίτσα δεν ήρθε μαζί μας, γιατί ο μπαμπάς της, που κι αυτός ερχότανε τα Σαββατοκύριακα, είπε πως... δεν τη χόρτασε! Fortunately, Pipitsa didn't come with us, because her dad, who also came on weekends, said that... he couldn't get enough of her!

Πήγαμε προς το μουράγιο, μα δε βρήκαμε κανένα από τα παιδιά. We went to the swamp, but did not find any of the children. Ποιος ξέρει που τρέχανε. Who knows where they ran to. Μπορεί να πήγανε πουθενά με τη βάρκα του κυρ Αντώνη. They might have gone somewhere with Mr. Antonis' boat. Και μείς; Καρφωμένες, σαν άρρωστες, στη βεράντα, με το μεγάλο μπελά. And us? Pinned, as if sick, on the porch, with the big trouble. Ήμασταν όλο φούρκα και ξεσπάσαμε στη μαμά! Wir waren alle Gabel und wir brachen mit Mama aus! We were all excited and burst out at mom!

- Τι μας θρονιάσατε σαν κοκόνες! - Why did you enthrone us like cocoons!

- Πάνε όλες οι Κυριακές!

- Δεν είμαστε πιά μωρά!

Η μαμά δεν απαντάει. Κάθεται και κοιτάει πέρα τη θάλασσα. He sits and looks across the sea. Είναι πολύ μικρή, μια σταλιά, που δεν μπορούμε να τη λογαριάσουμε σαν μαμά. Sie ist sehr klein, eine Stalia, die wir nicht als Mama zählen können. She is too small, a little one, that we cannot consider her as a mother.

Η μαμά της Πιπίτσας - μάλιστα! Pipitsa's mom - in fact! Παχουλή παχουλή, με διπλό πηγούνι. Η δίκιά μας είναι αδύνατη, κοντούλα, λίγο ακόμα κι η Μυρτώ θα την ξεπεράσει στο μπόι. Unsere ist schwach, Contoula, ein bisschen sogar Myrto wird es in dem Jungen überwinden. Our justice is thin, short, a little even Myrto will surpass it in the boy.

- Τι μαμά είναι αυτή, λέει η Μυρτώ, που φοράει τριάντα τέσσερα και μισό παπούτσι. - What a mother is she, says Myrto, who wears thirty-four and a half shoes. (Η Μυρτώ φοράει 35 νούμερο).

Θα θέλαμε κι εμείς μια μαμά παχουλή, να φοράει κορσέ με μπανέλες και κορδόνια, που περνάνε σε καψούλες... Είχαμε δει μια μέρα τη μαμά της Πιπίτσας, που φορούσε έναν τέτοιο κορσέ, τριανταφυλλί χρώμα.

Όποιος μας βλέπει μαζί με τη μαμά την παίρνει για μεγαλύτερη αδελφή μας. Anyone who sees us together with mom takes her for our older sister. Αφού κι εμείς κοντεύουμε να το πιστέψουμε. Since we are close to believing it too. Εγώ νομίζω πως θα το 'θελε να 'ναι αδελφή μας, να τρέχει μαζί μας στα βραχάκια για καβούρια, αντί να κάθεται με τις ώρες στη βεράντα της Πιπίτσας. I think she would like to be our sister, running with us to the rocks for crabs, instead of sitting for hours on Pipitsa's veranda. Τη λυπάμαι την καημενούλα, γιατί, για κείνη, όλες οι μέρες θα 'ναι απελπισία. I pity the poor thing, because for her, all days will be despair. Μα, φαίνεται, πως κι οι μεγάλοι δεν την πολυλογαριάζουν για μαμά, γιατί, αν της ζητήσουμε άδεια για κάτι, δε φτάνει να πει μόνο εκείνη το «ναι». But it seems that even the adults don't think of her as a mom, because if we ask her permission for something, it's not enough for her to just say "yes". Πρέπει να ρωτήσουμε και κανέναν... μεγάλο. We have to ask no one... big. Τον παππού, τον μπαμπά η τη θεία Δέσποινα. The grandfather, the father or the aunt Despina.

- Κοιτάξτε, λέει η μαμά και μας δείχνει πέρα τη θάλασσα, πως κολυμπάει το σκυλί! - Look, says mom and shows us across the sea, how the dog swims!

Ήτανε το λυκόσκυλο της Πιπίτσας. It was Pipitsa's wolfdog.

- Έτσι και πιο καλά κολυμπούσε το καπλάνι, συνεχίζει. - That's how the kaplani swam even better, he continues.

Γυρίσαμε και την κοιτάξαμε απορημένες. We turned around and looked at her in bewilderment.

- Το είδα μια φορά πριν το σκοτώσουν, λέει. - I saw it once before they killed it, he says. Ήμουν σαν τη Μέλια. I was like Melia. Το κυνηγούσαν και κείνο έδωσε μια βουτιά και ρίχτηκε στη θάλασσα. Sie jagten ihn und er tauchte ins Wasser und wurde ins Meer geworfen. They were chasing it and it took a dive and threw itself into the sea.

- Κι υστέρα, μαμά; - And then, mom?

- Ύστερα, χάθηκε από τα μάτια μας. - Then, he disappeared from our sight. Είπανε πως ξαναπέρασε στην απέναντι όχθη - στην Τουρκία - από κει που είχε έρθει. They said that he crossed again to the opposite bank - to Turkey - from where he had come.

Να την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μας πει, τώρα μόνο, πως είχε δει το καπλάνι ζωντανό. Ihre Mutter so viele Jahre zu haben und uns erst jetzt zu sagen, dass sie den Kaplan lebend gesehen hatte. To have her as a mother for so many years and to tell us, just now, how she had seen the goat alive.

- Η θεία Δέσποινα λέει, πως ερχότανε στο νησί μας να φάει τα πρόβατα. - Tante Despina sagt, dass sie früher auf unsere Insel kam, um die Schafe zu essen. - Aunt Despina says that she used to come to our island to eat the sheep.

- Δεν του 'φτάνε ολόκληρη η Τουρκία; ρώτησε η Μυρτώ. - Hat ihn nicht die ganze Türkei erreicht? fragte Myrto. - Isn't the whole of Turkey enough for him? Myrto asked.

Η μαμά τότε μας έδειξε πέρα μακριά στον ορίζοντα μια στεριά, που μόλις ξεχώριζε. Mom then showed us far away on the horizon a land that was barely visible.

- Εκεί, λέει, στα παράλια της Τουρκίας, ήτανε κάποτε μια πόλη Ελληνική, που τη λέγανε με το παράξενο όνομα Σμύρνη. - There, he says, on the coast of Turkey, there once was a Greek city, which was called by the strange name Smyrni. Όταν ήτανε πόλεμος, οι Τούρκοι την κάψανε, πέρα ως πέρα, κι η πολιτεία ερημώθηκε. Η φωτιά απλώθηκε ίσαμε τα δάση και τα βουνά. Das Feuer breitete sich auf die Wälder und Berge aus. The fire spread across the forests and mountains. Ίσως, τότε, το καπλάνι να ξέφυγε τρομαγμένο, να 'πεσε στη θάλασσα και να κολύμπησε ως το νησί μας. Perhaps, then, the capricorn got away scared, fell into the sea and swam to our island. Μήπως κι οι άνθρωποι το ίδιο δεν κάνανε; Μπαίνανε στις βάρκες και τα καράβια και περνούσαν στο νησί μας να σωθούν. Haben die Menschen das nicht auch getan? Sie gingen an Bord von Booten und Schiffen und durchquerten unsere Insel, um gerettet zu werden. Είχε γεμίσει η προκυμαία κόσμο, που δεν είχε που να πάει και ξημεροβραδιαζότανε στο δρόμο. Die Uferpromenade war voller Menschen, die nirgendwo hin konnten und auf der Straße aufwachten. The waterfront was filled with people, who had nowhere to go and were on the street at dawn.

- Εσύ τη θυμάσαι, μαμά, αυτή την ιστορία; - Do you remember this story, mom?

- Βέβαια, λέει εκείνη. - Of course, she says. Θυμάμαι, μάλιστα, σαν να ήτανε χτες, τη μέρα που χτύπησε την πόρτα μας η Σταματίνα. I remember, in fact, as if it were yesterday, the day Stamatina knocked on our door.

- Η Σταματίνα; είπαμε κι οι δυο με μια φωνή! - Stamatina? we both said in unison!

- Να την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μη μας έχει πει την ιστορία της Σταματίνας; Θύμωσε η Μυρτώ και κλότσησε το σεντόνι της. - Haben wir sie schon so viele Jahre Mama und sie hat uns die Geschichte von Stamatina nicht erzählt? Myrto wurde wütend und trat gegen ihr Laken.

Ήτανε πολύ ώρα που είχαμε ξαπλώσει στα κρεβάτια μας, μα δεν έλεγε να μας πάρει ο ύπνος. It had been a long time since we had lain down in our beds, but he wouldn't let us fall asleep. Πολλά και περίεργα ακούσαμε σήμερα, τόσο που κοντέψαμε να πούμε, πως αυτή η Κυριακή δεν ήτανε απελπισία. Wir haben heute viele seltsame Dinge gehört, so viel, dass wir fast gesagt hätten, dass dieser Sonntag keine Verzweiflung war. We heard many strange things today, so much so that we were about to say that this Sunday was not despair.

- Κι εγώ που της μίλησα άσχημα χτες της Σταματίνας, κοντεύει να κλάψει η Μυρτώ. - Und ich, der ich gestern schlecht mit Stamatina gesprochen habe, Myrto ist kurz davor zu weinen. - I, too, who spoke badly of Stamatina yesterday, Myrto is about to cry.

- Κι εγώ που είπα «ουφ, άσε με!» σαν φώναζε να πάρω το ζακετάκι μου, γιατί φυσούσε, μουρμούρισα κι εγώ. - Und ich, der sagte: "Oh, verlass mich!" Als wollte ich schreien, um meine Strickjacke zu holen, weil sie wehte, murmelte ich auch. - And I who said "ugh, let me go!" as if he was yelling for me to take my jacket, because it was windy, I mumbled too.

Μα πού να ξέραμε, αφού μας νομίζανε τόσο μικρές και κανείς δε μας είπε ποτέ, ότι η Σταματίνα είχε δικιά της οικογένεια και δυο κοριτσάκια σαν και μας, που χάθηκαν στην καμένη πολιτεία. Aber wie konnten wir das wissen, da sie dachten, wir seien so jung und niemand hat uns je gesagt, dass Stamatina ihre eigene Familie und zwei kleine Mädchen wie wir hatte, die im verbrannten Zustand verloren waren. But how could we know, since they thought we were so young and no one ever told us, that Stamatina had her own family and two little girls like us, who were lost in the burnt state. Πού να ξέρουμε, πως σώθηκε μονάχα αυτή και πέρασε στο νησί μας, σαν το καπλάνι, τριγύριζε μερόνυχτα στους δρόμους κι ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας, της άνοιξε ο παππούς και την πήρε μέσα. How do we know, how she was the only one who was saved and crossed over to our island, like a chaplain, she roamed the streets day and night and one night she knocked on the door of our house, the grandfather opened it for her and took her inside. Από τότε δεν ξανάφυγε. He hasn't left since then.

Σαν ήρθε η Σταματίνα να στεριώσει τα παραθυρόφυλλα, μη φυσήξει αέρας τη νύχτα, εμείς κρεμαστήκαμε στο λαιμό της και τη φιλούσαμε. Als ob Stamatina kam, um die Fensterläden zu trocknen, lass den Wind nachts nicht wehen, wir hingen um ihren Hals und küssten sie. When Stamatina came to fasten the shutters, lest the wind blow in the night, we hung on her neck and kissed her.

- Θέλεις να σου χαρίσω το σπίτι που θα μου αφήσει η θεία Δέσποινα σαν πεθάνει; λέει η Μυρτώ. - Soll ich dir das Haus geben, das Tante Despina mir hinterlassen wird, als ob sie sterben würde? sagt Myrto. - Do you want me to give you the house that Aunt Despina will leave me when she dies? says Myrto.

- Εγώ θα σου δώσω τον χαρτοφύλακα του μπαμπά, εκείνον τον πέτσινο με το ελάφι. - Ich gebe dir Dads Aktentasche, das magere Reh. Θα μου τον αφήσει ο μπαμπάς, όταν πεθάνει. Mein Vater wird ihn verlassen, wenn er stirbt.

- Χριστός και Παναγία! τι πάθατε βραδιάτικα με τα θανατικά και τα χαρίσματα; σταυροκοπιέται εκείνη. Was hast du nachts mit den Todesfällen und den Geschenken gelitten? sie ist gekreuzigt. what have you been up to at night with mortals and gifts? she crosses herself.

ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; Η αλήθεια είναι πως δεν ξέραμε να πούμε τι είμαστε. EY-PO? LY-PO? The truth is that we didn't know what we were. Κι αποκοιμηθήκαμε χωρίς να απαντήσει η μια στην άλλη.

Περιμέναμε το Νίκο. Wir haben auf Nikos gewartet. Επιτέλους πιά. Jetzt endlich. Finally now. Κόντευε να βγει ο Ιούνης. June was about to come out. Το βαπόρι πριν λίγη ώρα είχε μπει στο λιμάνι, στη χώρα. The steamer a little while ago had entered the port, in the country. Το βλέπαμε να φτάνει από πέρα και ξεχωρίζαμε τα άσπρα γράμματα, που ήτανε γραμμένα στο φουγάρο του: ΦΡΙΝΤΩΝ. Wir konnten sehen, wie es von oben reichte, und wir konnten die weißen Buchstaben erkennen, die auf seinem Schornstein geschrieben standen: FRIDON. We could see it coming from beyond and we could distinguish the white letters, which were written on its mantelpiece: FRIDON. Έτσι το λένε. That's what they call it.

Από στιγμή σε στιγμή θα φαινότανε η «Κρυσταλλία». Von Zeit zu Zeit erschien "Crystal". From moment to moment "Krystallia" would appear. Πήγε ο κυρ Αντώνης στη χώρα να παραλάβει το Νίκο και να τον φέρει στο Λαμαγάρι. Herr Antonis ging aufs Land, um Nikos abzuholen und ihn nach Lamagari zu bringen. Mr. Antonis went to the country to pick up Nikos and bring him to Lamagari. Παρ' όλα τα παρακάλια που του κάναμε, δε δέχτηκε να πάρει κανένα μας μαζί του. Despite all the pleas we made to him, he did not accept to take any of us with him. Ούτε όταν του δώσαμε το λόγο μας πως δε θα τσακωθούμε ποιος θα πρωτοπάει, αλλά θα βάλουμε κόμπο. Auch nicht, als wir ihm unser Wort gaben, dass wir uns nicht darum streiten werden, wer die Führung übernehmen wird, sondern einen Knoten setzen werden. Not even when we gave him our word that we won't fight over who will go first, but we will tie the knot.

- Καλά, μη με παίρνεις, του φώναξε η Άρτεμη, μόλις ξεκίνησε η «Κρυσταλλία». - Nun, nimm mich nicht, schrie Artemis ihn an, sobald "Krystallia" anfing. - Well, don't take me, Artemis shouted to him, as soon as "Krystallia" started. Κι εγώ δε θα σου μαγειρεύω πιά, ούτε θα σου πλένω, ούτε θα σε μπαλώνω. Und ich werde nicht mehr für dich kochen, dich nicht waschen, dich nicht flicken. And I will no longer cook for you, nor wash for you, nor patch you up.

- Δεν πειράζει, γέλασε ο κυρ Αντώνης. - It doesn't matter, Mr. Antonis laughed. Κι εγώ θα παντρευτώ στη χώρα, να σου φέρω μητριά στο σπίτι. I too will marry in the country, to bring you a stepmother at home.

- Για φέρε! - Bring es! - Come on! Και πάω τώρα να πέσω από τα βράχια να πνιγώ, τσίριξε εκείνη. Und jetzt falle ich von den Felsen, um zu ertrinken, quietschte sie. And now I'm going to fall off the rocks to drown, she screamed.

Τότε η «Κρυσταλλία» έκανε μια βόλτα και γύρισε πάλι στο μουράγιο. Then "Krystallia" took a walk and returned to the moor. Η Άρτεμη πήδηξε μέσα. Artemis jumped in.

- Ζαβολιάρα, μουρμούρισε ο Νώλης. - Zavoliara, murmelte Nolis. - Zaboliara, muttered Nolis.

Ο κυρ Αντώνης κοιτάει αμίλητος, με σουφρωμένα τα φρύδια, που κανείς δεν τόλμησε να του ζητήσει να πάει κι αυτός μαζί. Herr Antonis sieht sprachlos aus, mit gerunzelter Stirn, dass niemand es gewagt hat, ihn zu bitten, mit ihm zu gehen. Mr. Antonis looks speechless, with furrowed brows, that no one dared to ask him to go with him.

Δεν ξέρω γιατί, μα όλα τα παιδιά από τα τσαρδάκια έχουνε κάτι λυπητερές ιστορίες. Ich weiß nicht warum, aber alle Kinder aus den Scheunen haben traurige Geschichten. I don't know why, but all the children from tsardakia have some sad stories. Πιο λυπητερές κι από του Δαβίδ Κόπερφηλδ. Πολύ θα 'θελα, σα μεγαλώσω, να γινόμουνα συγγραφέας και να τις γράψω. Ich würde sehr gerne, wenn ich groß bin, Schriftstellerin werden und sie schreiben. I would very much like, when I grow up, to become a writer and write them. Η Μυρτώ όμως έχει διαβάσει κάπου, πως συγγραφέας δε γίνεται, αλλά γεννιέται κανείς. Myrto aber hat irgendwo gelesen, dass man kein Schriftsteller wird, sondern geboren wird. But Myrto has read somewhere that one does not become a writer, one is born.

Κοίταζα την «Κρυσταλλία» που ξεμάκραινε κι άρχισα να συλλογιέμαι: Τι κρίμα! Ich sah auf den „Kristall“, der sich entfernte, und dachte: Schade! I was looking at "Krystallia" who was getting away and I started thinking: What a shame! Αν είχα γεννηθεί συγγραφέας, θα 'γραφα τρεις λυπητερές ιστορίες

Πρώτη λυπητερή Ιστορία - ΆΡΤΕΜΗ Πολλές φορές, σαν κοντεύει να δύσει ο ήλιος, η Άρτεμη λέει στη Μυρτώ και σε μένα: «Πάμε στο βράχο της μάνας μου». First sad story - ARTEMI Many times, as the sun is about to set, Artemis says to Myrto and me: "Let's go to my mother's rock".

Είναι ένας ψηλός απότομος βράχος, που στην κορφή του έχει φυτρώσει μια μικρή αγριοροδιά. Es ist eine hohe Klippe, auf deren Spitze ein kleiner wilder Felsen gewachsen ist. It is a high steep rock, on the top of which a small wild pomegranate has grown. Κάτω, στο βάθος, απλώνεται η θάλασσα, που το νερό της καθώς το κοιτάμε από ψηλά φαίνεται βαθύ και σκοτεινό. Unten, im Hintergrund, erstreckt sich das Meer, dessen Wasser, wenn wir nach unten schauen, tief und dunkel aussieht. Below, in the background, stretches the sea, the water of which looks deep and dark as we look at it from above. Από κει, πέρυσι το χειμώνα, έπεσε η μαμά της Άρτεμης και πνίγηκε. From there, last winter, Artemis's mom fell and drowned. Ήτανε άρρωστη κι ο κυρ Αντώνης ήθελε να πουλήσει τη βάρκα του, για να βάλει τη γυναίκα του στο νοσοκομείο. She was sick and Mr. Antonis wanted to sell his boat to put his wife in the hospital. Μα κείνη δεν το 'θελε αυτό, γιατί «η βάρκα δίνει ψωμί», έτσι έλεγε. But she didn't want that, because "the boat gives bread", so she said.

«... Κι έπεσε από τα βράχια, για να 'χει ψωμί η πολυαγαπημένη της κόρη...». "... und sie fiel von den Felsen, damit ihre geliebte Tochter Brot haben konnte ...". "... And she fell from the rocks, so that her beloved daughter would have bread...". Έτσι θα 'γραφα. That's how I would write. Μπορεί όμως το «πολυαγαπημένη» να το 'σβηνα και να 'γραφα μόνο «το παιδί της» η «η Άρτεμη». Allerdings kann ich das „Geliebte“ streichen und nur „ihr Kind“ oder „Artemis“ schreiben. However, I might have erased the "beloved" and written only "her child" or "Artemis".

Όταν φτάσουμε στο βράχο, η Άρτεμη στέκεται στην άκρη άκρη κι αρχίζει να δέρνεται και να χτυπιέται. Als wir den Felsen erreichen, steht Artemis am Rand und beginnt zu schlagen und zu schlagen. When we get to the rock, Artemis is standing on end and begins to beat and beat herself.

- Άχου, μάνα μου, γιατί μας το 'κανες! - Oh, my mother, why did you do this to us!

Εμείς οι δυό φοβόμαστε τόσο, που αγκαλιάζουμε τη ροδιά. We are both so afraid that we hug the pomegranate.

Στο τσαρδάκι της Άρτεμης δεν έχει ούτε κρεβάτι. He doesn't even have a bed in Artemis's garden. Όταν δεν κοιμάται με τον κυρ Αντώνη στη βάρκα, πέφτει κατάχαμα στην κουρελού. Wenn er nicht mit Herrn Antonis im Boot schläft, fällt er platt auf den Lappen. When she's not sleeping with Mr. Antonis on the boat, she falls head over heels in rags. Μονάχα στον ένα τοίχο σε μια χρυσή κορνίζα είναι ένα κάδρο που παριστάνει τη θεία Δέσποινα, σαν ήτανε νέα, με φόρεμα χορού. Only on one wall in a golden frame is a frame representing Aunt Despina, as a young woman, in a ball gown. Αυτό το κάδρο το είχαμε στην αποθήκη, γιατί όλοι λέγανε πως ήτανε κακοζωγραφισμένο. We had this frame in the warehouse, because everyone said it was poorly painted. Ο Νίκος, μάλιστα, πείραζε τη θεία Δέσποινα και το έλεγε το «σκιάχτρο». Nikos, in fact, teased Aunt Despina and called him the "spook". Μια μέρα, που η Σταματίνα καθάριζε την αποθήκη, το 'βγαλε στην αυλή. Η Άρτεμη έκανε χίλια παρακάλια να της το δώσουν. Artemis begged a thousand times to be given it.

- Τώρα έχουμε και μείς το έπιπλό μας, έλεγε σαν το κουβαλούσε στο τσαρδάκι τους. - Now we also have our furniture, he said as if he was carrying it in their tsarda.

Η Άρτεμη φοράει όλα τα περσινά φορέματα της Μυρτώς που της μίκραιναν η πάλιωσαν. Artemis wears all of Myrto's last year's dresses that were made smaller or resized. Άμα φοράει η Μυρτώ κανένα φόρεμα που αρέσει πολύ στην Άρτεμη εκείνη της λέει: Wenn Myrto irgendein Kleid trägt, das Artemis sehr mag, sagt sie ihr: If Myrto wears a dress that Artemis really likes, she tells her:

- Μαρή Μυρτώ, μην κάθεσαι στον ήλιο και ξεβάψουνε τα λουλούδια. - Marie Myrto, setze dich nicht in die Sonne und wasche die Blumen. - Mary Myrto, don't sit in the sun and wash the flowers.

Η «Κρυσταλλία» αργούσε να φανεί. "Krystallia" was slow to appear. Φαίνεται, ο Νίκος πήγε στο σπίτι στη χώρα να δει τη μαμά και τον μπαμπά. Anscheinend ist Nikos nach Hause aufs Land gefahren, um Mama und Papa zu sehen. Apparently, Nikos went home to the country to see mom and dad. Τα παιδιά αρχίσανε να παίζουνε «παξιμάδια», για να περάσει η ώρα. Die Kinder fingen an, „Nüsse“ zu spielen, um sich die Zeit zu vertreiben. The children started playing "nuts" to pass the time. Του Νώλη το πετράδι έκανε δώδεκα πήδους... Έριξα κι εγώ μια φορά, μα έκανε μονάχα τρεις. Der Edelstein von Nolis hat zwölf Sprünge gemacht ... Ich habe ihn auch einmal geworfen, aber er hat nur drei gemacht. Noli's gem made twelve jumps... I also threw once, but it only made three. Δεν μπορούσα να παραβγώ με το Νώλη και τη Μυρτώ που δεν έκαναν κάτω από δέκα. Ich konnte Nolis und Myrto nicht übel nehmen, die nicht weniger als zehn machten. I couldn't go wrong with Noli and Myrto who didn't do less than ten.

Πήγα και κάθισα στην άκρη του μουράγιου, να σκεφτώ τη: Ich ging und setzte mich an den Rand der Muräne, um zu denken: I went and sat on the edge of the moor, to think of her:

Δεύτερη λυπητερή Ιστορία (με χαρούμενο τέλος) - ΝΩΛΗΣ Λένε, πως άμα κολυμπάς στα πολύ βαθιά νερά, στο βυθό της θάλασσας, εκεί που φυτρώνουνε τα σφουγγάρια, μπορεί να σε χτυπήσει μια αλλόκοτη δύναμη που τη λένε ρεύμα. Second sad story (with a happy ending) - NOLIS They say that if you swim in very deep water, at the bottom of the sea, where sponges grow, you can be hit by a strange force called a current. Τότε, μπορεί να μην περπατήσεις πιά σ' όλη σου τη ζωή. Dann kann es sein, dass Sie für den Rest Ihres Lebens nicht mehr laufen können. Then, you may never walk again for the rest of your life.

Ο πατέρας του Νώλη ψάρευε σε τέτοιες βαθιές και μακρινές θάλασσες σφουγγάρια. Noli's father fished in such deep and distant seas for sponges. Τώρα περπατάει με δεκανίκια. Όλη μέρα κάθεται σε μια καρέκλα, έξω από το τσαρδάκι τους, με τα χέρια κρεμασμένα και κοιτάει, πέρα, το πέλαγος. All day he sits in a chair, outside their small garden, with his arms hanging down and looking, beyond, at the sea.

Δεν τον έχω ακούσει ποτέ να μιλάει. I have never heard him speak. Εγώ τον φοβάμαι και μια φορά είδα στον ύπνο μου, πως αντί χέρια είχε δυο τεράστια σφουγγάρια. I am afraid of him and once I saw in my dream that instead of hands he had two huge sponges. Η μαμά του Νώλη δουλεύει στις αποθήκες του μπαμπά της Πιπίτσας. Noli's mom works in Pipitsa's dad's warehouse. Πλένει βαρέλια. Άμα τελειώσει τη δουλειά, τη φωνάζει η μαμά της Πιπίτσας να σφουγγαρίσει κι όλο το σπίτι τους, τις αυλές και τις βεράντες. If she finishes the work, Pipitsa's mother calls her to mop the whole house, the yards and the verandas. Δεν ξέρω γιατί, μα αυτό, λέει ο Νίκος το λένε εκμετάλλευση. I don't know why, but this, says Nikos, is called exploitation.

Πιστεύω να τον πάει ο Νίκος το Νώλη στην Αθήνα. I believe Nikos to Noli will take him to Athens. Κι έτσι η θλιβερή ιστορία θα τελειώσει, που ο Νώλης γίνεται διάσημος μουσικός, ο μπαμπάς του γιατρεύεται κι η μαμά του δε θα πλένει πιά βαρέλια, αλλά θα φοράει άσπρα γάντια σαν την κυρία νομάρχου. And so the sad story will end, when Nolis becomes a famous musician, his father is cured and his mother will no longer wash barrels, but will wear white gloves like the prefect's lady.

Τρίτη λυπητερή ιστορία (πιο λυπητερή απ' όλες) - ΟΔΥΣΣΕΑΣ και ΑΥΓΗ Πως να 'ναι άραγε η φυλακή; Ένα σκοτεινό δωμάτιο - μια σταλιά - κι ένα μικρούτσικο παραθυράκι, όλο κάγκελα. Third sad story (saddest of all) - ODYSSEUS and DAWN How could prison be? A dark room - a stalia - and a small window, all bars. Ούτε φως να βλέπεις, ούτε ήλιο. No light to see, no sun. Γιατί το παραθυράκι είναι ψηλά ψηλά, που δε φτάνει να δεις απέξω. Because the little window is so high up that you can't see out. Ο Οδυσσέας μας ζωγράφισε στην άμμο το παραθυράκι με τα κάγκελα, όταν γύρισε απ' τη χώρα, που είχε πάει στη φυλακή να δει τον πατέρα του... Ψάρευε με δυναμίτη ο πατέρας του και τον έβαλαν φυλακή, γιατί απαγορεύεται. Odysseus malte das Fenster mit dem Geländer in den Sand, als er vom Land zurückkehrte, wo er ins Gefängnis gegangen war, um seinen Vater zu sehen ... Sein Vater fischte mit Dynamit und sie steckten ihn ins Gefängnis, weil es verboten ist. Our Odysseus drew in the sand the little window with the bars, when he returned from the country, where he had gone to prison to see his father... His father was fishing with dynamite and they put him in prison, because it is forbidden. Μα, αλλιώς, πιάνει λίγα ψάρια και δεν βγαίνει το ψωμί. But, otherwise, he catches a few fish and the bread does not come out. Ο Οδυσσέας λέει, πως όλοι οι ψαράδες έτσι κάνουνε. Όποιος έχει και πληρώσει το χωροφύλακα, δεν τον πιάνουν. Whoever has paid the gendarme, they don't catch him.

Η μαμά τους τούς άφησε κι έφυγε στη χώρα. Ihre Mutter verließ sie und ging aufs Land. Their mother left them and went to the country. Έρχεται καμιά φορά, πολύ σπάνια, και φέρνει της Αυγής κανένα μικρούτσικου κουκλάκι. Er kommt manchmal, sehr selten, und bringt Dawn irgendeine kleine Puppe mit. He comes sometimes, very rarely, and brings Dawn some little doll. Ο Οδυσσέας όμως κρύβεται και δε θέλει να τη δει. Aber Odysseus versteckt sich und will sie nicht sehen. But Odysseus hides and does not want to see her.

- Αφού μας παράτησε, λέει. - Nachdem er uns verlassen hat, sagt er. - After he left us, he says.

Σαν τον δούμε να τρέχει στην ακρογιαλιά και να κρύβεται κάτω από μια παλιά, αναποδογυρισμένη βάρκα, καταλαβαίνουμε πως ήρθε η μαμά του στο Λαμαγάρι. When we see him running on the beach and hiding under an old, overturned boat, we understand how his mom came to Lamagari.

Ύστερα από λίγο την ακούμε που τον ψάχνει και φωνάζει: After a while we hear her looking for him and shouting:

- Οδυσσέεεαααααα! - Odysseus! Που είσαι, καμάρι μου; Where are you, my pride?

- Μην τον είδατε; μας ρωτάει. - Didn't you see him? he asks us.

Μα εμείς γνέφουμε όχι. But we nod no.

Ο Οδυσσέας και η Αυγή μένουμε με τη γιαγιά τους

- Θα 'ναι κι εκατό χρονώ. Πλένει τα ρούχα στη θάλασσα και καθώς τα κοπανάει μ' ένα μεγάλο κόπανο, μιλάει μόνη της και λέει: She washes the clothes in the sea and as she beats them with a big thong, she talks to herself and says:

- Γιε μ', γιέ μ'. - My son, my son. Έι μπου. Έι μπου...