image

Ευριπίδης - Άλκηστις, 9.6 ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ (935-961)

9.6 ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ (935-961)

ΑΔΜ. Φίλοι μου, η τύχη της γυναίκας μου είναι

καλύτερη, νομίζω, απ᾽ τη δική μου,

κι ας φαίνεται το αντίθετο· κανείς πια

δε θα την γγίξει πόνος, κι από χίλια

βάσανα έχει γλιτώσει, δοξασμένη.

Εγώ, που να πεθάνω ηταν γραμμένο,

ξεπέρασα τη μοίρα, και θα ζήσω

πικρή ζωή· τώρα το νιώθω. Αλήθεια,

με τί καρδιά να μπω μέσα στο σπίτι;

Ποιός θα μου πει, σε ποιόν θα πω ένα χαίρε,

που ευχάριστα να μπαίνω; Πού θα πάω;

Το σπίτι κι η ερημιά του θα με διώχνουν,

όταν άδεια θα βλέπω τα θρονιά

που καθόταν, το στρώμα που κοιμόταν,

το πάτωμα ασυγύριστο, να κλαίνε

τη μάνα τα παιδιά πεσμένα εμπρός μου,

και την καλή κυρά τους οι υπηρέτες.

Αυτά στο σπίτι· απέξω, θα με διώχνουν

οι γάμοι και οι χαρές των Θεσσαλών

κι οι συντροφιές που θα ᾽ναι και γυναίκες·

γιατί η καρδιά μου δε θα το βαστάει

τις συνομήλικές της ν᾽ αντικρίζω.

Κι αν με μισεί κανείς, αυτά θα λέει:

«Νά τος αυτός που ζει μες στην ντροπή,

που δεν είχε το θάρρος να πεθάνει,

που ξέφυγε τον Άδη, την καλή του

για αντάλλαγμα, ο δειλός, προσφέρνοντάς του.

Άντρας λογιέται αυτός; Κι ενώ είχε ο ίδιος

λιγοψυχήσει, μισεί τους γονιούς του.»

Κοντά στη συμφορά, και τέτοια λόγια!

Τί μ᾽ ωφελεί η ζωή, καλοί μου φίλοι,

μες στην καταλαλιά και μες στον πόνο;

(Αποτραβιέται παράμερα και σκεπάζει το πρόσωπό του με το ιμάτιό του.)



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Εκμάθηση ξένων γλωσσών online @ LingQ

9.6 ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ (935-961)

ΑΔΜ. Φίλοι μου, η τύχη της γυναίκας μου είναι

καλύτερη, νομίζω, απ᾽ τη δική μου,

κι ας φαίνεται το αντίθετο· κανείς πια

δε θα την γγίξει πόνος, κι από χίλια

βάσανα έχει γλιτώσει, δοξασμένη.

Εγώ, που να πεθάνω ηταν γραμμένο,

ξεπέρασα τη μοίρα, και θα ζήσω

πικρή ζωή· τώρα το νιώθω. Αλήθεια,

με τί καρδιά να μπω μέσα στο σπίτι;

Ποιός θα μου πει, σε ποιόν θα πω ένα χαίρε,

που ευχάριστα να μπαίνω; Πού θα πάω;

Το σπίτι κι η ερημιά του θα με διώχνουν,

όταν άδεια θα βλέπω τα θρονιά

που καθόταν, το στρώμα που κοιμόταν,

το πάτωμα ασυγύριστο, να κλαίνε el piso irresistible, llorando

τη μάνα τα παιδιά πεσμένα εμπρός μου,

και την καλή κυρά τους οι υπηρέτες.

Αυτά στο σπίτι· απέξω, θα με διώχνουν

οι γάμοι και οι χαρές των Θεσσαλών

κι οι συντροφιές που θα ᾽ναι και γυναίκες·

γιατί η καρδιά μου δε θα το βαστάει

τις συνομήλικές της ν᾽ αντικρίζω.

Κι αν με μισεί κανείς, αυτά θα λέει:

«Νά τος αυτός που ζει μες στην ντροπή,

που δεν είχε το θάρρος να πεθάνει,

που ξέφυγε τον Άδη, την καλή του

για αντάλλαγμα, ο δειλός, προσφέρνοντάς του.

Άντρας λογιέται αυτός; Κι ενώ είχε ο ίδιος

λιγοψυχήσει, μισεί τους γονιούς του.»

Κοντά στη συμφορά, και τέτοια λόγια!

Τί μ᾽ ωφελεί η ζωή, καλοί μου φίλοι,

μες στην καταλαλιά και μες στον πόνο; en el dolor y en el dolor?

(Αποτραβιέται παράμερα και σκεπάζει το πρόσωπό του με το ιμάτιό του.)

×

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του LingQ. Επισκέπτοντας τον ιστότοπο, συμφωνείς στην cookie policy.