×

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του LingQ. Επισκέπτοντας τον ιστότοπο, συμφωνείς στην πολιτική για τα cookies.


image

Παπαντωνίου, Ζ. - Τα Ψηλά Βουνά (1918), 42. Η ιστορία του Γιάννη από το Πουρνάρι

42. Η ιστορία του Γιάννη από το Πουρνάρι

—Βλέπετε κει κάτω μακριά, είπε η Αφρόδω, κάτι χωράφια που κιτρινίζουν;

Εκεί ήταν ένας πεύκος! Μα τι πεύκος! Έκρουε στα ουράνια, που λέει ο λόγος. Ο ίσκιος που έριχνε μαύριζε σαν το χράμι που είναι από τράγιο μαλλί. Από κάτω μπορούσε να σταλίσει ένα κοπάδι.

Πουλί πετούμενο δεν περνούσε από μακριά δίχως να 'ρθει ν' αγγίξει την κορφή του.

Οι σταλαματιές από το ρετσίνι του σαν κεχριμπάρια· το φύσημά του ποτάμι· η δροσιά του γιάτρευε λαβωμένο.

Λένε πως μέσα στο κορμί του κοιμόταν μια νεράιδα· έτσι λένε. Μεγαλύτερος πεύκος δε φάνηκε πουθενά· τον θυμούνται δα εκείνοι που γέρασαν. Κι ο παππούλης κάθισε στον ίσκιο του.

---

Ώσπου ήρθε μια χρονιά ο Γιάννης από το Πουρνάρι και τον πελέκησε με το τσεκούρι για ρετσίνι. Και την άλλη χρονιά πάλι τον πελέκησε. Κι άμα έβγαλε δυο χρόνια το ρετσίνι, ο Γιάννης άρχισε να μετρά τα κούτσουρα που θα είχε, αν τον έκοβε ολότελα.

Την τρίτη χρονιά τον γκρέμισε. Και πήγε στη μάνα του και της είπε: «Μάνα, καλό χειμώνα θα περάσουμε. Τον μισό πεύκο θα τον κάψουμε εμείς στο τζάκι, τον άλλο θα τον πουλήσουμε στα Δυο Χωριά.»

---

Κίνησε να πάει στα Δυο Χωριά, να βρει τους μαστόρους να τους πει πως έχει ξύλο για πούλημα. Πέρασε ένα μερόνυχτο, δεν έφτασε. Πέρασαν τρεις μέρες, δεν έφτασε. Πέρασε ένας μήνας κι ήταν ακόμη στον δρόμο.

Ο πεύκος, λένε, την ώρα που έπεφτε, τον καταράστηκε. Και σαν είχε την κατάρα του πεύκου, δεν μπορούσε ο Γιάννης να βγει ποτέ από τον κάμπο. Γιατί τα δέντρα, βλέποντάς τον, περπατούσαν κι έφευγαν. Κι ο λόγγος όλο τραβούσε μακριά. Κι ο Γιάννης όλο απόμενε στα ξερολίβαδα.

Δίψα είχε, σταλιά δεν είχε να δροσιστεί. Και περνούσαν τα καλοκαίρια και τον έκαιαν κι οι χειμώνες και τον πάγωναν. Κι ο Γιάννης περπατούσε κι ήταν πάντα στον ίδιο τόπο. Ώσπου σωριάστηκε.

Και του έβγαλαν κι ένα τραγούδι, που λέει όλη αυτή την ιστορία. Έχει και σκοπό. Μα όσο για τα λόγια, εγώ δεν τα ξέρω· στα χαρτιά θα τα βρείτε· γιατί πέρασε στα χαρτιά αυτή η ιστορία.

---

Το τραγούδι του Γιάννη από το Πουρνάρι έτσι το λένε τα χαρτιά:

42. Η ιστορία του Γιάννη από το Πουρνάρι 42. The story of John from Pournari 42. La historia de Juan de Pournari

—Βλέπετε κει κάτω μακριά, είπε η Αφρόδω, κάτι χωράφια που κιτρινίζουν;

Εκεί ήταν ένας πεύκος! Μα τι πεύκος! What a pine tree! Έκρουε στα ουράνια, που λέει ο λόγος. He was crying to the heavens, as the saying goes. Ο ίσκιος που έριχνε μαύριζε σαν το χράμι που είναι από τράγιο μαλλί. The shadow that he cast was black as the shadow of goat's wool. Από κάτω μπορούσε να σταλίσει ένα κοπάδι.

Πουλί πετούμενο δεν περνούσε από μακριά δίχως να 'ρθει ν' αγγίξει την κορφή του. No bird that flew by passed far away without coming to touch its top.

Οι σταλαματιές από το ρετσίνι του σαν κεχριμπάρια· το φύσημά του ποτάμι· η δροσιά του γιάτρευε λαβωμένο. The drips from his resin like amber; his breath like a river; his dew healed the wounded.

Λένε πως μέσα στο κορμί του κοιμόταν μια νεράιδα· έτσι λένε. They say there was a fairy sleeping in his body; so they say. Μεγαλύτερος πεύκος δε φάνηκε πουθενά· τον θυμούνται δα εκείνοι που γέρασαν. A greater pine tree was nowhere to be seen; those who have grown old remember it. Κι ο παππούλης κάθισε στον ίσκιο του. And the grandfather sat down in his shadow.

---

Ώσπου ήρθε μια χρονιά ο Γιάννης από το Πουρνάρι και τον πελέκησε με το τσεκούρι για ρετσίνι. Until one year John from Pournari came and chopped him with an axe for resin. Και την άλλη χρονιά πάλι τον πελέκησε. And the next year he chopped him again. Κι άμα έβγαλε δυο χρόνια το ρετσίνι, ο Γιάννης άρχισε να μετρά τα κούτσουρα που θα είχε, αν τον έκοβε ολότελα. And when he got two years out of the resin, John began to count the number of logs he would have if he cut him off completely.

Την τρίτη χρονιά τον γκρέμισε. In the third year he knocked it down. Και πήγε στη μάνα του και της είπε: «Μάνα, καλό χειμώνα θα περάσουμε. And he went to his mother and said to her: "Mother, we will have a good winter. Τον μισό πεύκο θα τον κάψουμε εμείς στο τζάκι, τον άλλο θα τον πουλήσουμε στα Δυο Χωριά.» We will burn half of the pine tree in the fireplace, the other half we will sell to the Two Villages."

---

Κίνησε να πάει στα Δυο Χωριά, να βρει τους μαστόρους να τους πει πως έχει ξύλο για πούλημα. He moved to go to the Two Villages, to find the masons and tell them he had wood for sale. Πέρασε ένα μερόνυχτο, δεν έφτασε. He spent a day and night, he didn't arrive. Πέρασαν τρεις μέρες, δεν έφτασε. Πέρασε ένας μήνας κι ήταν ακόμη στον δρόμο. A month passed and he was still on the road.

Ο πεύκος, λένε, την ώρα που έπεφτε, τον καταράστηκε. Και σαν είχε την κατάρα του πεύκου, δεν μπορούσε ο Γιάννης να βγει ποτέ από τον κάμπο. And as he had the curse of the pine tree, John could never leave the plain. Γιατί τα δέντρα, βλέποντάς τον, περπατούσαν κι έφευγαν. For the trees, seeing him, walked and went away. Κι ο λόγγος όλο τραβούσε μακριά. And the scholar was pulling away. Κι ο Γιάννης όλο απόμενε στα ξερολίβαδα.

Δίψα είχε, σταλιά δεν είχε να δροσιστεί. Και περνούσαν τα καλοκαίρια και τον έκαιαν κι οι χειμώνες και τον πάγωναν. Κι ο Γιάννης περπατούσε κι ήταν πάντα στον ίδιο τόπο. And John walked and was always in the same place. Ώσπου σωριάστηκε. Until it fell apart.

Και του έβγαλαν κι ένα τραγούδι, που λέει όλη αυτή την ιστορία. And they put out a song for him, which tells the whole story. Έχει και σκοπό. Μα όσο για τα λόγια, εγώ δεν τα ξέρω· στα χαρτιά θα τα βρείτε· γιατί πέρασε στα χαρτιά αυτή η ιστορία. But as for the words, I don't know them; you'll find them in the papers; because this story is in the papers.

---

Το τραγούδι του Γιάννη από το Πουρνάρι έτσι το λένε τα χαρτιά: The song of Yannis from Pournari is what the papers call it: