ΧΙΙ. Η επιστροφή του Τούριν στο Ντορ-Λόμιν
Επιτέλους, ο Τούριν εξουθενωμένος από τη βιασύνη και το μακρύ ταξίδι (γιατί είχε διανύσει σαράντα και παραπάνω λεύγες χωρίς ανάπαυση), έφτασε με τους πρώτους πάγους του χειμώνα στις λίμνες του Ίβριν, όπου είχε θεραπευτεί πριν. Τώρα όμως υπήρχε μόνο ένας παγωμένος βούρκος και δεν μπορούσε να πιει πάλι από τα νερά τους.
Από κει έφτασε στα περάσματα και μπήκε στο Ντορ-λόμιν, και το χιόνι έφτασε βαρύ από το Βορρά και οι δρόμοι ήταν επικίνδυνοι και κρύοι. Αν και είχαν περάσει είκοσι και τρία χρόνια από την τελευταία φορά που περπάτησε σ' αυτό το μονοπάτι, ετούτο παρέμενε χαραγμένο στην καρδιά του, γιατί μεγάλη ήταν η θλίψη του σε κάθε βήμα που τον χώριζε από τη Μόργουεν. Έτσι επιτέλους επέστρεψε στη γη των παιδικών του χρόνων.
Ήταν τόπος ζοφερός και γυμνός και οι άνθρωποι εκεί ήταν λίγοι και άξεστοι και μιλούσαν την τραχιά γλώσσα των Ανατολιτών και η παλιά γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των δούλων και των εχθρών. Έτσι ο Τούριν βάδιζε με προσοχή, σκεπάζοντας το πρόσωπό του με την κουκούλα και μένοντας σιωπηλός, κι έφτασε επιτέλους στο σπίτι που αναζητούσε. Ήταν άδειο και σκοτεινό και κανείς δεν υπήρχε γύρω του. Γιατί η Μόργουεν είχε φύγει και ο Μπρόντα ο Ξένος (αυτός που πήρε με τη βία την Άεριν, τη συγγένισσα του Χούριν, για γυναίκα του) είχε λεηλατήσει το σπίτι της και είχε πάρει ό,τι της είχε απομείνει από αγαθά ή υπηρέτες. Το σπίτι του Μπρόντα ήταν πιο κοντά στο παλιό σπίτι του Χούριν και εκεί πήγε ο Τούριν, τσακισμένος από την περιπλάνηση και τη θλίψη, και ζήτησε καταφύγιο. Του το έδωσαν, γιατί μερικές ευγενικές συνήθειες της παλιάς εποχής διατηρούνταν ακόμη εκεί από την Άεριν. Τον έβαλαν να καθίσει δίπλα στη φωτιά με τους υπηρέτες και μερικούς περιπλανώμενους εξίσου σκυθρωπούς και εξαντλημένους με τον ίδιο. Και ο Τούριν ρώτησε τα νέα της περιοχής.
Τότε όλοι σώπασαν και μερικοί τραβήχτηκαν μακριά κοιτάζοντας άναυδοι τον άγνωστο. Αλλά ένας γέρος με δεκανίκι είπε:
«Αν πρέπει να μιλάς την παλιά γλώσσα, αφέντη, μίλα την πιο σιγά και μη ρωτάς για ειδήσεις. Θέλεις να σε πάρουν για κακοποιό και να σε ξυλοκοπήσουν ή για κατάσκοπο και να σε κρεμάσουν; Γιατί μπορεί να είσαι κάλλιστα και τα δύο με αυτή την εμφάνιση. Που σημαίνει», συνέχισε, πλησιάζοντας και μιλώντας σιγά στο αυτί του Τούριν, «ότι μοιάζεις με τους ευγενείς της παλιάς εποχής που είχαν έρθει με τον Χάντορ τις χρυσές μέρες, πριν τα κεφάλια αποκτήσουν λυκίσια μαλλιά. Μερικοί εδώ είναι του ίδιου είδους, αν και τώρα τους έχουν κάνει ζητιάνους και σκλάβους, και αν δεν ήταν η Λαίδη Άεριν, δεν θα είχες ούτε αυτήν τη φωτιά ούτε αυτήν τη σούπα. Από πού είσαι και τι νέα θέλεις να μάθεις;».
«Υπήρχε μια γυναίκα που την έλεγαν Μόργουεν», απάντησε ο Τούριν, «και πριν από καιρό ζούσε στο σπίτι της. Εκεί, μετά από μακρύ ταξίδι, πήγα για να ζητήσω καλωσόρισμα, αλλά δεν υπάρχει τώρα ούτε φωτιά ούτε άνθρωποι».
«Ένα χρόνο τώρα και παραπάνω δεν υπάρχουν», απάντησε ο γέρος. «Αλλά λιγοστοί ήταν σε αυτό το σπίτι και οι άνθρωποι και η φωτιά μετά τον ολέθριο πόλεμο. Γιατί η Μόργουεν ήταν από τους παλιούς -όπως θα ξέρεις αναμφίβολα, χήρα του άρχοντά μας, του Χούριν, γιου του Γκάλντορ. Δεν τόλμησαν να την πειράξουν, όμως, γιατί τη φοβούνταν. Περήφανη και όμορφη σαν βασίλισσα, πριν την τσακίσει η θλίψη. Μάγισσα την αποκαλούσαν και την απέφευγαν. Μάγισσα: αυτό απλώς σημαίνει "φίλη των Ξωτικών" στην καινούργια γλώσσα. Όμως τη λήστεψαν. Συχνά αυτή και η κόρη της θα πεινούσαν, αν δεν υπήρχε η Λαίδη Άεριν. Αυτή τις βοηθούσε κρυφά, λένε, και συχνά την έδερνε γι' αυτό ο άξεστος Μπρόντα, εξ ανάγκης άντρας της».
«Και αυτό τον ένα χρόνο και παραπάνω;», είπε ο Τούριν. « Είναι νεκρές ή τις έκαναν σκλάβες; Ή τους επιτέθηκαν οι Ορκ; »
«Δεν είναι γνωστό με σιγουριά», είπε ο γέρος. «Αλλά έφυγε με την κόρη της. Και τότε αυτός ο Μπρόντα λεηλάτησε το σπίτι και άρπαξε ό,τι απόμεινε. Τώρα δεν έχει μείνει ούτε ένα σκυλί και τους λίγους ανθρώπους που είχε τους έκαναν σκλάβους. Εκτός από μερικούς που έγιναν ζητιάνοι, όπως εγώ. Την υπηρετούσα πολλά χρόνια και τον μεγάλο κύριο πριν από αυτήν, Σάντορ ο Μονοπόδαρος: ένα καταραμένο τσεκούρι στο δάσος πριν από πολύν καιρό, αλλιώς θα ήμουν στον Μεγάλο Σωρό. Θυμάμαι καλά τη μέρα που έστειλαν μακριά το γιο του Χούριν και πώς έκλαιγε. Και πώς έκλαιγε κι αυτή όταν έφυγε το παιδί. Λένε ότι πήγε στο Κρυμμένο Βασίλειο». Τότε ο γέρος σταμάτησε να μιλά και κοίταξε με αμφιβολία τον Τούριν. «Είμαι γέρος και φλυαρώ, αφέντη », είπε. «Μη μου δίνεις σημασία! Όμως, αν και είναι ευχάριστο να μιλώ την παλιά γλώσσα με κάποιον που τη μιλά τόσο καλά όσο εκείνη την εποχή, οι μέρες είναι κακές και πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός. Δεν είναι καλοί στην καρδιά όλοι όσοι μιλούν την καλή γλώσσα».
«Αυτό είναι αλήθεια», είπε ο Τούριν. «Η καρδιά μου είναι βαριά. Αλλά αν φοβάσαι ότι είμαι κατάσκοπος του Βορρά ή της Ανατολής, τότε δεν έχεις αποκτήσει μεγαλύτερη σοφία από κείνη που είχες πριν από πολύν καιρό, Σάντορ Λάμπανταλ».
Ο γέρος τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Και μετά τρέμοντας μίλησε.
«Έλα έξω! Είναι πιο κρύο, αλλά και λιγότερο επικίνδυνο. Εσύ μιλάς πολύ δυνατά κι εγώ πιο πολύ απ' όσο πρέπει για το σπίτι ενός Ανατολίτη».
Μόλις βγήκαν στην αυλή, άρπαξε απ' το μανδύα τον Τούριν.
«Πριν από πολύν καιρό ζούσες σ' εκείνο το σπίτι, λες. Άρχοντα Τούριν, γιατί γύρισες πίσω; Άνοιξαν τα μάτια μου και τα αυτιά μου επιτέλους: έχεις τη φωνή του πατέρα σου. Αλλά μόνο ο μικρός Τούριν μου έδινε αυτό το όνομα, Λάμπανταλ. Δεν ήταν από κακία: ήμαστε καλοί φίλοι κείνες τις μέρες. Τι ζητάει τώρα εδώ; Ελάχιστοι από μας έχουμε απομείνει και είμαστε γέροι και άοπλοι. Πιο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι στον Μεγάλο Σωρό».
«Δεν ήρθα εδώ με μυαλά πολέμου», είπε ο Τούριν, «αν και τα λόγια σου με κέντρισαν τώρα, Λάμπανταλ. Όμως αυτό ας περιμένει. Ήρθα αναζητώντας τη Λαίδη Μόργουεν και τη Νίενορ. Μπορείς να μου πεις και γρήγορα;».
«Ελάχιστα πράγματα, άρχοντα», είπε ο Σάντορ. «Έφυγαν κρυφά. Ψιθυριζόταν ανάμεσά μας ότι τους κάλεσε ο άρχοντας Τούριν. Γιατί δεν αμφιβάλλαμε ότι είχε γίνει σπουδαίος με τα χρόνια, βασιλιάς ή άρχοντας σε κάποια νότια χώρα. Αλλά φαίνεται ότι δεν είναι έτσι».
«Δεν είναι», απάντησε ο Τούριν. «Ήμουν άρχοντας σε μια νότια χώρα, αλλά τώρα είμαι ένας περιπλανώμενος. Και δεν τις κάλεσα εγώ».
«Τότε δεν ξέρω τι να σου πω», είπε ο Σάντορ. «Αλλά η Λαίδη Άεριν θα γνωρίζει, δεν αμφιβάλλω. Γνώριζε όλα τα σχέδια της μητέρας σου».
«Πώς μπορώ να τη βρω;».
«Αυτό δεν το ξέρω. Θα της προκαλούσε μεγάλο μπελά αν την έπιαναν να ψιθυρίζει σε κάποια πόρτα μ' έναν περιπλανώμενο από τους καταδυναστευμένους, ακόμη και αν κάποιο μήνυμα μπορούσε να την κάνει να βγει. Και ένας ζητιάνος όπως είσαι τώρα εσύ δεν μπορεί να περπατήσει πολύ στο ανάκτορο προς την υψηλή τράπεζα, θα τον αρπάξουν οι Ανατολίτες και θα τον ξυλοκοπήσουν ή και χειρότερα».
Τότε εξοργισμένος ο Τούριν φώναξε:
«Δεν μπορώ να περπατήσω μέσα στο ανάκτορο του Μπρόντα γιατί θα με ξυλοκοπήσουν; Έλα και δες!».
Και μπήκε πάλι στο ανάκτορο κι έριξε πίσω την κουκούλα του και παραμερίζοντας όποιον βρισκόταν μπροστά του προχώρησε προς το τραπέζι όπου καθόταν ο κύριος του σπιτιού και η γυναίκα του μαζί με άλλους Ανατολίτες άρχοντες. Τότε κάποιοι σηκώθηκαν κι ετοιμάστηκαν να τον αρπάξουν, αλλά τους πέταξε κάτω και φώναξε.
«Δεν κυβερνά κανείς αυτό το σπίτι, ή είναι άντρο των Ορκ; Πού είναι ο κύριος του σπιτιού;».
Τότε ο Μπρόντα σηκώθηκε εξοργισμένος.
«Εγώ κυβερνώ αυτό το σπίτι», είπε.
Αλλά πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ο Τούριν του είπε:
«Τότε δεν έμαθες τους ευγενείς τρόπους που υπήρχαν σ' αυτήν τη χώρα πριν από σένα. Τώρα συνηθίζουν οι άνθρωποι να αφήνουν λακέδες να κακομεταχειρίζονται τους συγγενείς της γυναίκας τους; Τέτοιος είμαι κι έχω μια ερώτηση για τη Λαίδη Άεριν. Να έρθω ελεύθερα ή να έρθω όπως θέλω;».
«Έλα», είπε ο Μπρόντα βλοσυρός. Αλλά η Άεριν είχε χλωμιάσει.
Τότε ο Τούριν πήγε στην υψηλή τράπεζα και στάθηκε μπροστά της και υποκλίθηκε.
«Με συγχωρείς, Λαίδη Άεριν», είπε, «που σε ενοχλώ έτσι. Αλλά η δουλειά μου είναι επείγουσα και μ' έφερε από μακριά. Αναζητώ τη Μόργουεν, Κυρία του Ντορ-λόμιν, και τη Νίενορ την κόρη της. Αλλά το σπίτι της είναι άδειο και λεηλατημένο. Τι μπορείς να μου πεις;».
«Τίποτα», είπε η Άεριν με μεγάλο φόβο, γιατί ο Μπρόντα την παρακολουθούσε με στενεμένα μάτια.
«Αυτό δεν το πιστεύω», είπε ο Τούριν.
Τότε ο Μπρόντα πετάχτηκε μπροστά και ήταν κατακόκκινος από μέθη και οργή.
«Αρκετά!», φώναξε. «Θα αφήσω έναν ζητιάνο που μιλά τη γλώσσα των δούλων να αντικρούει τη γυναίκα μου μπροστά μου; Δεν υπάρχει Κυρία του Ντορ-λόμιν. Όσο για τη Μόργουεν, ήταν από τους δούλους και το 'σκασε όπως κάνουν οι δούλοι. Κάνε κι εσύ το ίδιο, και γρήγορα, αλλιώς θα βάλω να σε κρεμάσουν σε δέντρο!».
Τότε ο Τούριν όρμησε πάνω του και τράβηξε το μαύρο του σπαθί και άρπαξε τον Μπρόντα από τα μαλλιά και του τράβηξε πίσω το κεφάλι.
«Μην κουνηθεί κανείς», είπε, «αλλιώς το κεφάλι του θα φύγει από τους ώμους του! Λαίδη Άεριν, θα σου ζητούσα να με συγχωρέσεις και πάλι καθ' ότι πιστεύω ότι αυτός ο άξεστος δεν σου έχει κάνει ποτέ τίποτε άλλο εκτός από κακό. Μίλα όμως τώρα και μη μου αρνιέσαι! Είμαι ή δεν είμαι ο Τούριν, ο Κύριος του Ντορ-λόμιν; Πρέπει να σε διατάξω;».
«Διάταξέ με», είπε η Άεριν.
«Ποιος λεηλάτησε το σπίτι της Μόργουεν;»
«Ο Μπρόντα», του απάντησε.
«Πότε έφυγε η Μόργουεν και πού πήγε;»
«Έχει περάσει ένας χρόνος και τρεις μήνες», είπε η Άεριν. «Ο αφέντης Μπρόντα και άλλοι από τους Ξένους της Ανατολής εδώ γύρω την καταπίεζαν βαριά. Από καιρό την είχαν καλέσει στο Κρυμμένο Βασίλειο. Και ξεκίνησε επιτέλους για κει. Γιατί οι χώρες ενδιάμεσα είχαν απελευθερωθεί για λίγο από το κακό χάρη στην ικανότητα του Μαύρου Σπαθιού της νότιας χώρας, λένε. Τώρα όμως αυτό τελείωσε. Περίμενε να βρει το γιο της να την περιμένει εκεί. Αλλά αν αυτός είσαι εσύ, τότε φοβάμαι ότι όλα πήγαν στραβά».
Τότε ο Τούριν γέλασε πικρά.
«Στραβά, στραβά;» φώναξε. «Ναι, πάντα στραβά: στραβά σαν τον Μόργκοθ!». Και ξαφνικά τον διαπέρασε μια μαύρη οργή. Γιατί τα μάτια του άνοιξαν και λύθηκαν τα τελευταία νήματα της μαγείας του Γκλάουρουνγκ και κατάλαβε τα ψέματα με τα οποία τον είχε ξεγελάσει. «Με εξαπάτησαν για να έρθω και να πεθάνω εδώ ατιμασμένος, ενώ θα μπορούσα τουλάχιστον να τελειώσω γενναία τη ζωή μου μπροστά στις Πύλες του Νάργκοθροντ;». Και ολόγυρα μέσα στη νύχτα του φάνηκε ότι άκουγε τις κραυγές της Φιντούιλας.
«Δεν θα πεθάνω πρώτος εδώ!» φώναξε. Και άρπαξε τον Μπρόντα και με τη δύναμη που του έδινε η μεγάλη αγωνία και η οργή του τον σήκωσε ψηλά και τον τράνταξε σαν να ήταν σκυλί.
«Η Μόργουεν ήταν από τους δούλους είπες; Ω γιε δειλών, κλέφτη, σκλάβε σκλάβων!».
Και τότε πέταξε τον Μπρόντα πάνω από το ίδιο του το τραπέζι με το κεφάλι μπροστά, στα μούτρα ενός Ανατολίτη που σηκωνόταν για να επιτεθεί. Σε αυτή την πτώση ο λαιμός του Μπρόντα έσπασε. Και ο Τούριν όρμησε και σκότωσε τρεις ακόμη που λούφαζαν τρομοκρατημένοι, γιατί είχαν βρεθεί άοπλοι. Δημιουργήθηκε αναταραχή στο μέγαρο. Οι Ανατολίτες που παραβρίσκονταν θα ορμούσαν στον Τούριν, αλλά ήταν εκεί συγκεντρωμένοι και πολλοί άλλοι από τους παλιούς κατοίκους του Ντορ-λόμιν: για πολύν καιρό ήταν πειθήνιοι υπηρέτες, τώρα όμως ξεσηκώθηκαν με κραυγές επαναστατικές. Γρήγορα ξέσπασε μεγάλη μάχη και παρόλο που οι σκλάβοι είχαν μόνο μαχαίρια του κρέατος και ό,τι μπορούσαν να αρπάξουν για να αντιμετωπίσουν στιλέτα και σπαθιά, πολλοί σκοτώθηκαν γρήγορα και από τις δύο πλευρές πριν ορμήσει ο Τούριν ανάμεσά τους και σκοτώσει τους τελευταίους Ανατολίτες που παρέμεναν στο ανάκτορο.
Μετά ξεκουράστηκε ακουμπώντας σ' έναν κίονα και η φωτιά της οργής του είχε γίνει τώρα σαν στάχτη. Όμως ο γερο-Σάντορ πλησίασε έρποντας και τον έπιασε από τα γόνατα, γιατί ήταν θανάσιμα τραυματισμένος.
«Τρεις φορές εφτά χρόνια και παραπάνω ήταν μεγάλη αναμονή για την ώρα τούτη», είπε. «Τώρα όμως φύγε, φύγε, κύριε! Φύγε και μην ξανάρθεις, παρά μόνο με μεγαλύτερη δύναμη. Θα ξεσηκώσουν όλο τον τόπο εναντίον σου. Πολλοί το έσκασαν από τ' ανάκτορο. Φύγε, αλλιώς θα 'χεις τέλος εδώ. Έχε γεια!». Και μετά γλίστρησε κάτω και πέθανε.
«Μίλησε με την αλήθεια του θανάτου», είπε η Άεριν. «Έμαθες αυτά που ήθελες. Τώρα φύγε γρήγορα! Αλλά πήγαινε πρώτα στη Μόργουεν και παρηγόρησέ την, γιατί αλλιώς δύσκολα θα σου συγχωρήσω όλη αυτή την καταστροφή που έφερες εδώ. Γιατί όσο κακή κι αν ήταν η ζωή μου, εσύ έφερες θάνατο με τη βία σου. Οι Ξένοι θα εκδικηθούν γι' αυτήν τη νύχτα όλους όσοι βρίσκονταν εδώ. Απερίσκεπτες είναι οι πράξεις σου, γιε του Χούριν, σαν να μην είσαι ακόμη παρά το παιδί που ήξερα».
«Και λιπόψυχη είναι η δική σου καρδιά, Άεριν, κόρη του Ίντορ, όπως ήταν τότε που σε ονόμαζα θεία και ακόμη και ένα άγριο σκυλί σε τρόμαζε», είπε ο Τούριν. «Είσαι φτιαγμένη για έναν πιο καλοσυνάτο κόσμο. Αλλά έλα! Θα σε πάω στη Μόργουεν».
«Το χιόνι σκεπάζει όλη τη χώρα και πιο πολύ το κεφάλι μου», του απάντησε. «Θα πέθαινα στις ερημιές μαζί σου όσο γρήγορα θα πεθάνω και με τους βάναυσους Ανατολίτες. Δεν μπορείς να διορθώσεις αυτό που έκανες. Φύγε! Αν μείνεις, θα τα κάνεις όλα χειρότερα και θα στερήσεις τη Μόργουεν από ένα γιο χωρίς κανένα σκοπό. Πήγαινε, σε ικετεύω!».
Τότε ο Τούριν υποκλίθηκε βαθιά μπροστά της και γύρισε κι έφυγε από τ' ανάκτορα του Μπρόντα. Όμως όσοι στασιαστές είχαν τη δύναμη τον ακολούθησαν. Το έσκασαν προς τα βουνά, γιατί μερικοί ανάμεσά τους ήξεραν καλά τους δρόμους στις ερημιές και ευλογούσαν το χιόνι που έπεφτε πίσω τους και σκέπαζε τα ίχνη τους. Έτσι, αν και γρήγορα άρχισε το ανθρωποκυνηγητό με πολλούς άντρες και σκυλιά και χλιμιντρίσματα αλόγων, ξέφυγαν νότια μέσα στους λόφους. Μετά κοιτάζοντας πίσω είδαν ένα κόκκινο φως μακριά στο μέρος που είχαν αφήσει.
«Έβαλαν φωτιά στο σπίτι», είπε ο Τούριν. «Για ποιο σκοπό το έκαναν αυτό;»
«Έβαλαν φωτιά; Όχι, άρχοντα. Δεν έβαλαν τη φωτιά οι Ανατολίτες, την έβαλε η Λαίδη Άεριν, φαντάζομαι», είπε ένας, Άσγκον το όνομά του. «Πολλοί άντρες των όπλων παρερμηνεύουν την υπομονή και την ηρεμία. Η Λαίδη έκανε πολύ καλό σε πολλούς από μας με μεγάλο κόστος. Δεν είναι λιπόψυχη, αλλά η υπομονή σπάει κι αυτή στο τέλος».
Μερικοί από τους πιο σκληραγωγημένους που μπορούσαν να αντέξουν τον χειμώνα, έμειναν με τον Τούριν και τον οδήγησαν από παράξενους δρόμους σ' ένα καταφύγιο στα βουνά, σε μια σπηλιά γνωστή σε παράνομους και περιπλανώμενους. Και ήταν κρυμμένα εκεί κάποια αποθέματα τροφίμων. Εκεί περίμεναν μέχρι που έπαψε το χιόνι και του έδωσαν τροφή και τον πήγαν σ' ένα πέρασμα που σπάνια το χρησιμοποιούσαν και οδηγούσε νότια στην Κοιλάδα του Σίριον, όπου δεν είχε φτάσει το χιόνι. Στο κατηφορικό μονοπάτι χώρισαν.
«Έχε γεια τώρα, Κύριε του Ντορ-λόμιν», είπε ο Άσγκον «Όμως μη μας ξεχάσεις. Θα είμαστε κυνηγημένοι τώρα. Και οι Λυκάνθρωποι θα γίνουν πιο σκληροί εξαιτίας του ερχομού σου. Γι' αυτό φύγε και μη γυρίσεις, εκτός αν έρθεις με μεγάλη δύναμη για να μας λυτρώσεις. Έχε γεια!»