03. Το μπάροου (2)
Ο Χάρι αντίκρισε για πρώτη φορά το σπίτι των Ουέσλι.
Η πρώτη εντύπωση που σου έδινε, ήταν ότι θα πρέπει κάποτε να ήταν ένα μεγάλο πέτρινο χοιροστάσιο, στο οποίο σιγά σιγά και με την πάροδο του χρόνου είχαν γίνει διάφορες προσθήκες, χωρίς σχέδιο όμως. Τώρα είχε κάμποσους ορόφους, αλλά ήταν τόσο κεκλιμένο, ώστε θαρρούσες πως στεκόταν όρθιο ως δια μαγείας (πράγμα που ισχύει το δίχως άλλο, θύμισε στον εαυτό του ο Χάρι). Πάνω στην κόκκινη στέγη ήταν φωλιασμένες τέσσερις πέντε καμινάδες. Κοντά στην είσοδο ήταν μπηγμένη στο έδαφος μια στραβή πινακίδα που έγραφε "Το Μπάροου".
Γύρω από την πόρτα ήταν αραδιασμένες ένα σωρό γαλότσες και μια σκουριασμένη χύτρα. Στην αυλή τριγύριζαν τσιμπολογώντας κάμποσα καλοθρεμμένα καφετιά κοτόπουλα.
"Δε λέει και πολλά πράγματα", είπε ο Ρον.
"Είναι εξαίσιο", είπε ο Χάρι πανευτυχής, συγκρίνοντάς το στο μυαλό του με το σπίτι της οδού Πριβέτ.
Βγήκαν από το αυτοκίνητο.
"Και τώρα θα πάμε πάνω όσο πιο αθόρυβα μπορούμε", είπε ο Φρεντ, "και θα περιμένουμε να μας φωνάξει η μαμά για πρωινό. Τότε εσύ, Ρον, θα κατέβεις τρέχοντας τη σκάλα και θα φωνάξεις: "Μαμά, μάντεψε ποιος ήρθε τη νύχτα!" Η μαμά θα χαρεί βλέποντας τον Χάρι και κανείς δε θα καταλάβει πως πήραμε το αυτοκίνητο".
"Εντάξει", είπε ο Ρον. "Έλα, Χάρι, το δωμάτιό μου είναι στη..."
Ξάφνου το πρόσωπο του Ρον πήρε ένα αρρωστημένο χαλκοπράσινο χρώμα και το βλέμμα του καρφώθηκε στο σπίτι. Οι άλλοι τρεις γύρισαν για να δουν.
Η κυρία Ουέσλι διέσχιζε φουριόζα την αυλή, σκορπίζοντας στο διάβα της τα πανικόβλητα κοτόπουλα. Μόλο που ήταν μια κοντή και παχουλή γυναίκα με καλοσυνάτο πρόσωπο, θύμιζε, παραδόξως, εξαγριωμένη τίγρη.
"Αμάν", έκανε ο Φρεντ.
"Ωχ", έκανε ο Τζορτζ.
Η κυρία Ουέσλι σταμάτησε μπροστά τους με τα χέρια στη μέση και τους κοίταξε έναν έναν. Φορούσε μια εμπριμέ ποδιά κι από την τσέπη της ξεπρόβαλλε το μαγικό ραβδί της.
"Λοιπόν;" είπε.
"Καλημέρα, μαμά", είπε ο Τζορτζ όσο πιο ξέγνοιαστα και κεφάτα μπορούσε.
"Το ξέρετε ότι τρελάθηκα από την ανησυχία;" ψιθύρισε με δολοφονικό ύφος η κυρία Ουέσλι.
"Συγγνώμη, μαμά, αλλά έπρεπε, βλέπεις..."
Κι οι τρεις γιοι της κυρίας Ουέσλι ήταν ψηλότεροι από εκείνη, αλλά στο ξέσπασμα της οργής της λούφαξαν.
"Τα κρεβάτια άδεια! ούτε ένα σημείωμα! Το αυτοκίνητο εξαφανισμένο... Θα μπορούσατε κάλλιστα να τρακάρετε... Κόντεψα να τρελαθώ από την αγωνία... Αλλά τι σας μέλλει; ... Μια ζωή μ' έχετε γραμμένη στα παλιά σας τα παπούτσια... Περιμένετε να έρθει ο πατέρας σας... Ποτέ δε μας δημιούργησαν τέτοια προβλήματα ο Μπίλι, ο Τσάρλι και ο Πέρσι..."
"Ο τέλειος Πέρσι", μουρμούρισε ο Φρεντ.
"Μακάρι να του έμοιαζες στο μικρό του δαχτυλάκι!" φώναξε η κυρία Ουέσλι σπρώχνοντας με το δάχτυλό της το στήθος του Φρεντ. "Μπορεί να σκοτωνόσαστε, μπορεί να σας έβλεπαν, μπορεί ο πατέρας σας να χάσει τη δουλειά του εξαιτίας σας..."
Κι ο εξάψαλμος συνεχίστηκε ακατάσχετος. Η κυρία Ουέσλι φώναζε μέχρι που βράχνιασε. Ύστερα στράφηκε στον Χάρι, ο οποίος οπισθοχώρησε.
"Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω, Χάρι χρυσό μου", είπε. "Έλα μέσα, να πάρεις πρωινό".
Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε στο σπίτι. Ο Χάρι λοξοκοίταξε νευρικά τον Ρον κι όταν εκείνος του έγνεψε ενθαρρυντικά, την ακολούθησε.
Η κουζίνα ήταν μικρή και στρυμωγμένη. Στη μέση υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι με τις καρέκλες του. Ο Χάρι κάθισε άκρη άκρη σε μία και άρχισε να κοιτάει ολόγυρα. Πρώτη φορά έμπαινε σε σπίτι μάγων.
Το ρολόι στον τοίχο απέναντί του είχε μόνο ένα δείκτη και καθόλου αριθμούς. Στη θέση τους υπήρχαν φράσεις όπως: "Ώρα για τσάι", "Ώρα να ταϊστούν τα κοτόπουλα" και "Άργησες". Στο πεζούλι του τζακιού ήταν στοιβαγμένα σε τρεις σειρές βιβλία με τίτλους όπως μάγεψε μόνο σου το τυρί σου, Η μαγική τέχνη στην αρτοποιία και Γευστικά γεύματα στο λεπτό - είναι μαγεία! Κι αν τον Χάρι δεν το ξεγελούσαν τα αφτιά του, το παλιό ραδιόφωνο δίπλα στο' νεροχύτη ανήγγελλε την εκπομπή "Η ώρα της μάγισσας, με τη δημοφιλή τραγουδίστρια μάγισσα Σελεστίνα Ουόρμπεκ".
Η κυρία Ουέσλι τριγύριζε στην κουζίνα ετοιμάζοντας πρωινό χωρίς ιδιαίτερη μεθοδικότητα στις κινήσεις της, ενώ ταυτόχρονα αγριοκοίταζε τους γιους της καθώς έριχνε τα λουκάνικα στο τηγάνι.
Κάθε τόσο μουρμούριζε φράσεις όπως: "Δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκεφτόσαστε", ή "ποτέ δεν το περίμενα".
"Δεν τα 'χω μαζί σου, καλό μου παιδί", βεβαίωσε τον Χάρι βάζοντας εννιά λουκάνικα στο πιάτο του. "Ο Άρθουρ κι εγώ ανησυχούσαμε για σένα. Μόλις χθες βράδυ λέγαμε ότι θα έρθουμε εμείς οι ίδιοι να σε πάρουμε αν δεν απαντήσεις ως την παρασκευή στα γράμματα του Ρον. Αλλά... (τώρα πρόσθεσε τρία τηγανητά αβγά στο πιάτο του), το να πετάξετε με ένα παράνομο αυτοκίνητο από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη... Τι θα γινόταν αν σας έβλεπε κανένας;"
Σημάδεψε αφηρημένα με το ραβδί της τα άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη, τα οποία άρχισαν να πλένονται μόνα τους, δημιουργώντας με το κουδούνισμά τους μια ευχάριστη, σιγανή υπόκρουση.
"Είχε συννεφιά, μαμά!" αναφώνησε ο Φρεντ.
"Δε μιλάμε όταν τρώμε!" Τον αποπήρε η κυρία Ουέσλι.
"Κόντευε να πεθάνει από την πείνα, μαμά!" είπε ο Τζορτζ.
"Το ίδιο ισχύει και για σένα!" είπε η κυρία Ουέσλι, κάπως μαλακωμένη.
Και άλειψε με βούτυρο μερικές φέτες ψωμί για τον Χάρι. Την κουβέντα τους διέκοψε ένα κοκκινομάλλικο κοριτσάκι με μακρύ νυχτικό, που μπήκε στην κουζίνα, έβγαλε μια μικρή κραυγή κι εξαφανίστηκε τρέχοντας.
"Η Τζίνι", ψιθύρισε ο Ρον στον Χάρι. "Η αδελφή μου. Μόνο για σένα μιλάει όλο το καλοκαίρι".
"Ναι, θέλει να της δώσεις αυτόγραφο, Χάρι", χαμογέλασε πονηρά ο Φρεντ, αλλά βλέποντας το ύφος της μητέρας του, έσκυψε πάλι στο πιάτο του κι έκλεισε το στόμα του.
Δεν ξαναμίλησαν μέχρι που άδειασαν και τα τέσσερα πιάτα, πράγμα που συνέβη εκπληκτικά γρήγορα.
"Τι κουρασμένος που είμαι", χασμουρήθηκε ο Φρεντ αφήνοντας το μαχαίρι και το πιρούνι του. "Λέω να πάω στο κρεβάτι και..."
"Δεν έχεις να πας πουθενά", είπε κοφτά η κυρία Ουέσλι. "Ποιος σου είπε να ξενυχτίσεις; Θα καθαρίσεις τον κήπο από τους αγριοκαλικάντζαρους. Μας έχουν πνίξει πάλι".
"Μα, μαμά..."
"Το ίδιο κι εσείς οι δυο", πρόσθεσε αγριοκοιτώντας τον Ρον και τον Τζορτζ. "Εσύ, αγόρι μου, πήγαινε να κοιμηθείς λιγάκι", πρόσθεσε απευθυνόμενη στον Χάρι. "Δεν τους είπες εσύ να πετάξουν με το αναθεματισμένο αυτοκίνητο".
Αλλά ο Χάρι, ο οποίος δε νύσταζε καθόλου, είπε βιαστικά. "Θα βοηθήσω τον Ρον. Δεν έχω δει ποτέ πώς καθαρίζεται ο κήπος από τους αγριοκαλικάντζαρους..."
"Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, αγόρι μου, αλλά είναι βαρετή δουλειά", είπε η κυρία Ουέσλι. "Για να δούμε τώρα τι λέει ο Λόκχαρτ για το θέμα".
Και διάλεξε ένα χοντρό βιβλίο από τη στοίβα στο πεζούλι του τζακιού.
Ο Τζορτζ βόγκηξε. "Μαμά, ξέρουμε πώς καθαρίζονται οι κήποι από τους αγριοκαλικάντζαρους".
Ο Χάρι κοίταξε το εξώφυλλο του βιβλίου που κρατούσε στα χέρια της η κυρία Ουέσλι. Ο τίτλος ήταν γραμμένος με περίτεχνα χρυσά γράμματα: Οδηγός του Γκιλντρόι Λόκχαρτ για τα κατοικίδια ζώα.
Μπροστά υπήρχε μια μεγάλη φωτογραφία ενός πολύ καλοφτιαγμένου μάγου, με πυκνά ξανθά μαλλιά και φωτεινά γαλάζια μάτια. Όπως όλες οι φωτογραφίες μάγων, ήταν ζωντανή. Ο μάγος, που ο Χάρι υπέθετε πως ήταν ο Γκιλντρόι Λόκχαρτ, τους έκλεινε πονηρά το μάτι. Η κυρία Ουέσλι του χάρισε ένα χαμόγελο.
"Αχ, είναι υπέροχος", είπε. "Ξέρει τα πάντα για τα κατοικίδια ζώα. Είναι καταπληκτικό βιβλίο..."
"Η μαμά τον κάνει κέφι", είπε ο Φρεντ κι η φωνή του ήταν τόσο ψιθυριστή, που μόλις ακούστηκε.
"Μη λες βλακείες, Φρεντ", είπε η κυρία Ουέσλι, αλλά τα μαγουλά της είχαν κοκκινίσει. "Εντάξει, αν νομίσετε ότι ξέρετε καλύτερα από τον Λόκχαρτ, πηγαίνετε στη δουλειά σας, αλλά αλίμονό σας αν βρω έστω κι έναν αγριοκαλικάντζαρο όταν θα έρθω να επιθεωρήσω τον κήπο".
Οι Ουέσλι βγήκαν έξω σέρνοντας τα πόδια τους, με μουρμουρητά και χασμουρητά. Ο Χάρι τους ακολούθησε. Ο κήπος ήταν μεγάλος και, στα μάτια του Χάρι, όπως θα έπρεπε να είναι κάθε κήπος. Στους Ντάρσλι δε θα άρεσε. Υπήρχαν πολλά αγριόχορτα και το γρασίδι χρειαζόταν κούρεμα, αλλά είχε ροζιασμένα δέντρα ολόγυρα στη μάντρα, παρτέρια γεμάτα φυτά που ο Χάρι έβλεπε πρώτη φορά και μια μεγάλη πράσινη στέρνα γεμάτη βατράχια.
"Ξέρεις, υπάρχουν καλικάντζαροι και στους κήπους των Μαγκλ", είπε ο Χάρι στον Ρον καθώς βάδιζαν στο γρασίδι.
"Ναι, έχω δει αυτά τα πράγματα που νομίζουν πως είναι καλικάντζαροι", είπε ο Ρον διπλωμένος στα δύο και με το κεφάλι χωμένο σε μια θαμνώδη παιώνια. "Σαν εκείνους τους μικρούς πήλινους αγιοβασίληδες με τα καλάμια ψαρέματος..."
Ακούστηκε ένα φουρφούρισμα, ο θάμνος αναταράχτηκε και ο Ρον ίσιωσε το κορμί. "Αυτός είναι καλικάντζαρος", είπε βλοσυρά.
"Άφησέ με! Άφησέ με!" τσίριξε ο αγριοκαλικάντζαρος.
Δεν έμοιαζε διόλου με άγιο Βασίλη. Ήταν μικροσκοπικός, με αργασμένο δέρμα και μεγάλο, γεμάτο ρόζους, καραφλό κεφάλι, το οποίο θύμιζε πολύ πατάτα. Ο Ρον τον σήκωσε ψηλά καθώς εκείνος κλοτσούσε με τα στραβά ποδαράκια του. Τον έπιασε από τους αστραγάλους και τον γύρισε ανάποδα.
"Δες πώς γίνεται", είπε στον Χάρι. Σήκωσε ψηλά τον αγριοκαλικάντζαρο και βάλθηκε να τον στριφογυρίσει σαν λάσο πάνω από το κεφάλι του. Βλέποντας το σοκαρισμένο ύφος του Χάρι, ο Ρον πρόσθεσε: "Δεν πονάνε. Απλώς πρέπει να ζαλιστούν για να μην ξαναβρούν το δρόμο για τις φωλιές τους".
Ελευθέρωσε τους αστραγάλους του αγριοκαλικάντζαρου, ο οποίος, ύστερα από πτήση έξι περίπου μέτρων στον αέρα, προσγειώθηκε με γδούπο στο χωράφι από την άλλη πλευρά του φράχτη.
"Σιγά την απόσταση", είπε ο Φρεντ. "Τι στοίχημα βάζεις ότι θα ρίξω τον δικό μου πίσω από το κομμένο δέντρο;"
Ο Χάρι δεν άργησε να μάθει πως δεν υπήρχε λόγος να λυπάται τους αγριοκαλικάντζαρους. Αποφάσισε να πετάξει τον πρώτο που έπιασε έξω από το φράχτη, αλλά ο αγριοκαλικάντζαρος ένιωσε το δισταγμό του και έμπηξε τα κοφτερά σαν ξυράφια δόντια του στο δάχτυλο του Χάρι, ο οποίος είδε κι έπαθε να το αποσπάσει. Αυτό τον θύμωσε πολύ, οπότε...
"Μπράβο, Χάρι! Η βολή σου ήταν πάνω από δεκαπέντε μέτρα..."
Σε λίγο ο αέρας γέμισε ιπτάμενους αγριοκαλικάντζαρους.
"Βλέπεις είναι και χαζοί", είπε ο Τζορτζ, τσακώνοντας μεμιάς πέντ' έξι από δαύτους. "Μόλις καταλάβουν ότι καθαρίζεται ο κήπος, πετάγονται έξω να δουν τι συμβαίνει, θα περίμενε κανείς να έχουν μάθει πια πως πρέπει να λουφάζουν τέτοιες ώρες".
Σύντομα οι αγριοκαλικάντζαροι άρχισαν να εγκαταλείπουν τον κήπο, βαδίζοντας σε ακανόνιστη γραμμή και με τους ώμους σκυφτούς.
"Θα ξαναγυρίσουν", είπε ο Ρον καθώς κοίταζαν τους αγριοκαλικάντζαρους να εξαφανίζονται πίσω από τους θάμνους που σχημάτιζαν το φράχτη στην απέναντι πλευρά του χωραφιού. "Τους αρέσει εδώ... Ο μπαμπάς είναι πολύ ελαστικός μαζί τους. Τους κάνει χάζι..." πάνω στην ώρα, βρόντησε η εξώπορτα.
"Γύρισε!" είπε ο Τζορτζ. "Ήρθε ο μπαμπάς!"
Διέσχισαν τρέχοντας τον κήπο και μπήκαν στο σπίτι. Ο κύριος Ουέσλι είχε ριχτεί σε μια καρέκλα της κουζίνας, με βγαλμένα τα γυαλιά του και τα μάτια κλειστά. Ήταν ένας λιπόσαρκος άντρας με καράφλα, αλλά τα λιγοστά μαλλιά που του είχαν απομείνει, ήταν κόκκινα σαν των παιδιών του. Φορούσε μακρύ πράσινο μανδύα, σκονισμένο και τσαλακωμένο από το ταξίδι.
"Τι νύχτα κι αυτή", γρύλισε απλώνοντας το χέρι στην τσαγιέρα ενώ όλοι κάθονταν γύρω του. "Εννέα επιδρομές. Εννέα! Κι ο γερομάντανγκους Φλέτσερ πήγε να μου κάνει μάγια πίσω από την πλάτη μου..."
Ο κύριος Ουέσλι ήπιε μια μεγάλη γουλιά τσάι κι αναστέναξε.
"Έπιασες τίποτα, μπαμπά;" ρώτησε ζωηρά ο Φρεντ.
"Τα μόνα που βρήκαμε, ήταν κάτι κλειδιά που συρρικνώνονται κι ένα κατσαρόλι που δαγκώνει", χασμουρήθηκε ο κύριος Ουέσλι. "Σε ένα άλλο τμήμα όμως έγινε το σώσε. Πήρανε τον Μορτλέικ για ανάκριση σχετικά με κάτι πολύ παράξενες νυφίτσες, αλλά αυτό, δόξα τω θεώ, είναι αρμοδιότητα της Επιτροπής πειραματικής μαγείας...."
"Και για ποιο λόγο να κάνεις τα κλειδιά να συρρικνώνονται;" είπε ο Τζορτζ.
"Για να σπάσεις πλάκα με τους Μαγκλ", αναστέναξε ο κύριος Ουέσλι. "Τους πουλάς ένα κλειδί που συρρικνώνεται μέχρι που εξαφανίζεται, για να μην το βρίσκουν όταν το χρειάζονται... Φυσικά είναι πολύ δύσκολο να τους καταδικάσεις διότι κανένας Μαγκλ δεν παραδέχεται ότι συρρικνώνονται τα κλειδιά του. Επιμένουν ότι τα έχασαν. Είναι ικανοί να φτάσουν στα άκρα προκειμένου να μην παραδεχτούν τη μαγεία, οι ευλογημένοι, κι ας είναι μπρος στη μύτη τους... Αλλά αν σας πω τι κάθονται και μαγεύουν οι δικοί μας, δε θα το πιστέψετε..."
"Αυτοκίνητα, για παράδειγμα;"
Ήταν η φωνή της κυρίας Ουέσλι, η οποία είχε μπει στην κουζίνα κρατώντας μια μακριά μασιά σαν ξίφος. Ο κύριος Ουέσλι ορθάνοιξε τα μάτια του και κοίταξε ένοχα τη γυναίκα του.
"Αυ... Αυτοκίνητα, Μόλι, χρυσή μου;"
"Ναι, Άρθουρ, αυτοκίνητα", είπε η κυρία Ουέσλι με μάτια που άστραφταν. "Φαντάσου ένα μάγο να αγοράζει ένα παλιό, σκουριασμένο αυτοκίνητο και να λέει στη γυναίκα του ότι θέλει απλώς να το διαλύσει για να δει πώς λειτουργεί, ενώ στην πραγματικότητα έχει σκοπό να το μαγέψει για να πετάει".