4. Ο κλειδοκράτορας (1)
Μπουμ! Το χτύπημα στην πόρτα ακούστηκε πάλι κι ο Ντάντλι πετάχτηκε τρομαγμένος. «Κανονιές πέφτουν;» ρώτησε.
Ένας θόρυβος ακούστηκε πίσω του κι ο θείος Βέρνον μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο. Στα χέρια του κρατούσε ένα δίκαννο. Τώρα όλοι ήξεραν τι ήταν το μακρύ και λεπτό πακέτο που είχε κουβαλήσει μαζί του.
«Ποιος είναι;» φώναξε. «Όποιος και να 'ναι, τον προειδοποιώ: είμαι οπλισμένος!»
Μια σύντομη σιωπή ακολούθησε. Μετά... ΚΡΑΑΑΚ!
Η πόρτα της καλύβας χτυπήθηκε με τόση δύναμη από έξω, που ξεκόλλησε απ' τον τοίχο κι έπεσε με τρομερό θόρυβο στο πάτωμα.
Ένας αληθινά γιγάντιος άντρας στεκόταν στο άνοιγμα. Το πρόσωπό του δε φαινόταν σχεδόν καθόλου πίσω από τα μακριά και μπερδεμένα του μαλλιά και γένια, αλλά τα μάτια του ξεχώριζαν, καθώς γυάλιζαν σαν βρεμένα κάρβουνα.
Ο γίγαντας μπήκε με δυσκολία στην καλύβα. Χρειάστηκε να σκύψει· το κεφάλι του σχεδόν άγγιζε την οροφή. Στη συνέχεια σήκωσε εύκολα την πόρτα και τη στερέωσε στη θέση της. Την έκλεισε κι ο θόρυβος της καταιγίδας κόπασε για λίγο. Κατόπιν γύρισε και τους κοίταξε όλους. «Μήπως υπάρχει λίγο ζεστό τσάι;» ρώτησε. «Δεν ήταν κι εύκολο ταξίδι...»
Μετά πλησίασε στον καναπέ, όπου καθόταν ο Ντάντλι παγωμένος από φόβο.
«Κάνε πιο πέρα, μπόγε!» είπε ο άγνωστος άντρας.
Ο Ντάντλι έβγαλε μια στριγκή κραυγή τρόμου κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω απ' τη μητέρα του, που ήταν κι αυτή κρυμμένη πίσω από το θείο Βέρνον.
«Α, να κι ο Χάρι!» είπε κατόπιν ο γίγαντας.
Ο Χάρι κοίταξε το σκεπασμένο από μαλλιά και γένια πρόσωπο κι είδε πως τα λαμπερά μαύρα μάτια χαμογελούσαν.
«Την τελευταία φορά που σε είδα, ήσουν μωρό», συνέχισε ο γίγαντας. «Μοιάζεις πολύ με τον μπαμπά σου, αλλά έχεις της μαμάς σου τα μάτια...»
Ο θείος Βέρνον καθάρισε με δυσκολία το λαιμό του.
«Απαιτώ να φύγετε αμέσως, κύριε!» είπε αυστηρά. «Μπήκατε εδώ παράνομα και...»
«Βγάλε καλύτερα το σκασμό, Ντάρσλι» αποκρίθηκε ο γίγαντας. Κατόπιν άπλωσε το ένα χέρι του, τράβηξε το δίκαννο απ' τα χέρια του θείου Βέρνον, το λύγισε στα δύο, σαν να ήταν φτιαγμένο από λάστιχο, και το πέταξε με περιφρόνηση σε μια άκρη του δωματίου.
Ένας πνιχτός ήχος βγήκε απ' το λαιμό του θείου Βέρνον, αλλά δε μίλησε.
«Λοιπόν, Χάρι», είπε ο γίγαντας, γυρίζοντας την πλάτη του στους Ντάρσλι, «χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου! Να ζήσεις και να τα εκατοστήσεις! Έχω εδώ κάτι για σένα... ζουλήχτηκε λίγο, αλλά η γεύση θα είναι εντάξει...»
Κι από μια εσωτερική τσέπη του μαύρου παλτού του έβγαλε ένα λίγο στραπατσαρισμένο χαρτονένιο κουτί. Το έδωσε στον Χάρι. Εκείνος το άνοιξε με χέρια που έτρεμαν. Ήταν ένα μεγάλο κέικ σοκολάτας· και πάνω του ήταν γραμμένες με πράσινη ζάχαρη οι λέξεις Χρόνια Πολλά, Χάρι.
Ο Χάρι κοίταξε το γίγαντα. Ήθελε να του πει ευχαριστώ, αλλά τα μόνα λόγια που βγήκαν απ' το στόμα του ήταν: «Ποιος είσαι;»
Ο γίγαντας γέλασε πλατιά.
«Ναι, ξέχασα να συστηθώ», αποκρίθηκε. «Με λένε Ρούμπεους Χάγκριντ. Είμαι κλειδοκράτορας και δασοφύλακας στη σχολή "Χόγκουαρτς"».
Κι απλώνοντας το τεράστιο χέρι του, έσφιξε ολόκληρο το μπράτσο του Χάρι.
«Τι θα γίνει, λοιπόν, μ' αυτό το τσάι;» ρώτησε κατόπιν. «Όχι, δηλαδή, πως δεν προτιμώ κάτι πιο δυνατό, αν σας βρίσκεται...»
Μετά το βλέμμα του έπεσε στο άδειο τζάκι κι ένας ήχος περιφρόνησης ξέφυγε από τα χείλη του. Έσκυψε μπροστά στο τζάκι, χωρίς οι άλλοι να μπορούν να δουν τι έκανε. Όταν τραβήχτηκε πίσω, μια δυνατή φωτιά έκαιγε στην πυροστιά. Οι φλόγες της φώτισαν το σκοτεινό δωμάτιο κι ο Χάρι ένιωσε τη ζέστη της να τον τυλίγει, σαν να είχε ξαφνικά βυθιστεί ολόκληρος στο ζεστό νερό μιας μπανιέρας.
Κατόπιν ο γίγαντας κάθισε στον καναπέ, που βούλιαξε ολόκληρος κάτω απ' το βάρος του ενώ έτριζε επικίνδυνα. Άρχισε να βγάζει από τις τσέπες του διάφορα αντικείμενα: μια χάλκινη κατσαρόλα, ένα πακέτο λουκάνικα, ένα μακρύ σιδερένιο πιρούνι, μια τσαγιέρα, μερικά παλιά εμαγιέ κύπελλα κι ένα μπουκάλι με κάποιο χρυσαφένιο ποτό, από όπου ήπιε μια γερή γουλιά, προτού αρχίσει να φτιάχνει τσάι. Σε λίγο άρχισε να ψήνει στη φωτιά τα λουκάνικα κι ολόκληρη η καλύβα γέμισε από τη λαχταριστή μυρωδιά τους. Όση ώρα ο γίγαντας δούλευε, κανείς δεν είχε μιλήσει, όταν όμως έβγαλε απ' τη φωτιά τα πρώτα τρία ροδοψημένα λουκάνικα, ο Ντάντλι άπλωσε αυθόρμητα το χέρι του. Αμέσως ο θείος Βέρνον είπε απότομα: «Μην πάρεις τίποτα απ' αυτόν, Ντάντλι!»
Ο γίγαντας γέλασε σαρκαστικά.
«Αυτό το βουβάλι, ο γιος σου, Ντάρσλι, δε χρειάζεται άλλο πάχος. Μην ανησυχείς, λοιπόν, δε θα του δώσω τίποτα!» Κατόπιν έδωσε τα λουκάνικα στον Χάρι, που πεινούσε τόσο πολύ, ώστε αισθάνθηκε αμέσως πως στη ζωή του δε θα είχε ξαναφάει ποτέ κάτι τόσο νόστιμο. Ενώ τα καταβρόχθιζε, όμως, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το γίγαντα. Στο τέλος, αφού εκείνος δεν έδειχνε καμιά διάθεση να δώσει εξηγήσεις, ο Χάρι του είπε: «Λυπάμαι, αλλά ακόμη δεν ξέρω ποιος είσαι».
Ο γίγαντας ήπιε μια γουλιά τσάι και σκούπισε το στόμα με την ανάποδη του χεριού του.
«Λέγε με Χάγκριντ» αποκρίθηκε. «Όλοι αυτό κάνουν. Κι όπως είπα πριν, είμαι κλειδοκράτορας και δασοφύλακας στο "Χόγκουαρτς"... Σίγουρα θα ξέρεις για το "Χόγκουαρτς"...»
«Εεεε... όχι», είπε ο Χάρι.
Ο Χάγκριντ έδειξε ταραγμένος.
«Λυπάμαι», είπε βιαστικά ο Χάρι.
«Λυπάσαι;» φώναξε ο Χάγκριντ, γυρίζοντας για να κοιτάξει απειλητικά τους Ντάρσλι, που ζάρωσαν φοβισμένοι στον τοίχο. «Αυτοί εκεί πρέπει να λυπούνται! Το 'ξερα πως δεν έπαιρνες τα γράμματά σου, αλλά δε φανταζόμουν πως δεν ήξερες τίποτα ούτε και για το "Χόγκουαρτς"! Μα τα γένια μου! Καλά, εσύ δεν αναρωτήθηκες ποτέ πού τα έμαθαν όλα αυτά οι γονείς σου;»
«Όλα ποια;» ρώτησε ο Χάρι.
«Δηλαδή ούτε αυτό το ξέρεις; Για μια στιγμή!» φώναξε ο γίγαντας, τόσο δυνατά, που τα βρόμικα τζάμια της καλύβας έτριξαν. Είχε πεταχτεί όρθιος κι ο θυμός τον έκανε τώρα να δείχνει ακόμη μεγαλύτερος — φαινόταν να γεμίζει το μικρό δωμάτιο. Οι Ντάρσλι είχαν τώρα αρχίσει να τρέμουν. Ο Χάγκριντ γύρισε προς το μέρος τους κι ο Ντάντλι έβαλε αμέσως τα κλάματα.
«Θέλετε να μου πείτε», τους φώναξε, «πως αυτό το αγόρι... αυτό εδώ το παιδί... δεν ξέρει τίποτα;»
Ο Χάρι έκανε τη σκέψη πως αυτό πια ήταν λίγο υπερβολικό. Στο κάτω κάτω της γραφής είχε πάει σχολείο κι οι βαθμοί του δεν ήταν καθόλου κακοί!
«Ξέρω αρκετά πράγματα», διαμαρτυρήθηκε. «Μαθηματικά... κι άλλα διάφορα...»
Ο Χάγκριντ, όμως, έκανε μια κίνηση περιφρόνησης με το χέρι. «Για το δικό μας κόσμο, εννοώ», είπε. «Για τον κόσμο σου, τον κόσμο μου. Τον κόσμο των γονιών σου!»
«Ποιον κόσμο;» ρώτησε ο Χάρι.
Ο Χάγκριντ έδειχνε τώρα σαν να ήταν έτοιμος να σκάσει. «Ντάρσλι!» ούρλιαξε.
Ο θείος Βέρνον, που ήταν κατάχλομος, άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν μπόρεσε να μιλήσει. Ο Χάγκριντ γύρισε πάλι στον Χάρι.
«Δεν μπορεί, θα πρέπει να ξέρεις για τη μαμά και τον μπαμπά σου», του είπε. «Αφού είναι διάσημοι... Διάσημοι, σου λέω!»
«Διάσημοι;» ρώτησε παραξενεμένος ο Χάρι. «Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου δεν ήταν διάσημοι...»
Ο Χάγκριντ τον κοίταξε μ' απορία, ενώ περνούσε τα δάχτυλα και των δύο χεριών του μέσα από τ' ακατάστατα μαλλιά του.
«Δηλαδή», ρώτησε κατόπιν, «δεν ξέρεις ούτε καν ποιος είσαι, Χάρι;»
Ο θείος Βέρνον βρήκε ξαφνικά τη φωνή του.
«Σταμάτα!» διέταξε το γίγαντα. «Ούτε μια λέξη παραπάνω! Σου απαγορεύω να πεις στο παιδί το παραμικρό!»
Ακόμα και πιο θαρραλέοι άντρες από το θείο Βέρνον θα είχαν τρομάξει από το βλέμμα που του έριξε ο γίγαντας.
Κι όταν ο Χάγκριντ μίλησε πάλι, η φωνή του έτρεμε από λύσσα. «Δεν του είπες τίποτα;» φώναξε. «Ούτε λέξη από το γράμμα που άφησε ο Ντάμπλντορ για το μικρό; Ήμουν εκεί, ξέρεις, εκείνο το βράδυ. Με τα μάτια μου είδα τον Ντάμπλντορ ν' αφήνει το γράμμα. Και του το κράτησες κρυφό όλα αυτά τα χρόνια;»
«Τι κράτησε κρυφό από μένα;» ρώτησε με λαχτάρα ο Χάρι.
«Όχι! Το απαγορεύω!» φώναξε πανικόβλητος ο θείος Βέρνον.
Πίσω του η θεία Πετούνια άφησε να της ξεφύγει μια κραυγή φρίκης.
«Άντε να πνιγείτε κι οι δυο σας!» είπε με περιφρόνηση ο Χάγκριντ. «Όσο για σένα, Χάρι... είσαι μάγος!»
Η σιωπή μέσα στην καλύβα ήταν τώρα απόλυτη. Το μόνο που ακουγόταν, ήταν ο θόρυβος του ανέμου και της θάλασσας.
«Είμαι... τι;» ρώτησε κατόπιν ο Χάρι.
«Μάγος, φυσικά», αποκρίθηκε ο Χάγκριντ και ξανακάθισε στον καναπέ, που βούλιαξε ακόμη περισσότερο απ' το βάρος του. «Και πολύ καλός μάγος, μάλιστα, αφού βέβαια εξασκηθείς πρώτα λίγο... Με γονείς σαν τους δικούς σου, τι άλλο θα μπορούσες να είσαι; Και νομίζω πως ήρθε τώρα η στιγμή να διαβάσεις το γράμμα σου».
Τρέμοντας, ο Χάρι άπλωσε το χέρι για να πάρει τον κιτρινωπό φάκελο, όπου τα γράμματα ήταν γραμμένα με πράσινο μελάνι: «Κύριον Χ. Πότερ, πάτωμα, καλύβα-στον-βράχο, στη θάλασσα». Τον άνοιξε, έβγαλε από μέσα το γράμμα κι άρχισε να διαβάζει.
ΣΧΟΛΗ «ΧΟΓΚΟΥΑΡΤΣ» ΓΙΑ ΜΑΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΞΟΡΚΙΑ Διευθυντής: Άλμπους Ντάμπλντορ (Αρχηγός του Τάγματος Μέρλιν και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Μάγων)
Αγαπητέ κύριε Πότερ,
Έχω την ευχαρίστηση να σας ανακοινώσω πως μια θέση με υποτροφία σας περιμένει στη Σχολή «Χόγκουαρτς» για Μαγείες και Ξόρκια. Σας εσωκλείω έναν κατάλογο με όλα τα βιβλία και σύνεργα που θα σας χρειαστούν.
Το σχολικό έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου. Η κουκουβάγια σας πρέπει να βρίσκεται εδώ το αργότερο ως της 31 Ιουλίου.
Πάντα στη διάθεσή σας Μινέρβα ΜακΓκόναγκαλ
Υποδιευθύντρια
--
Πολλές ερωτήσεις στριφογύριζαν τώρα στο μυαλό του Χάρι και δεν ήξερε ποια να κάνει πρώτη. Μετά από μερικές στιγμές μουρμούρισε: «Τι θα πει... πως περιμένουν την κουκουβάγια μου;»
«Μα τα γένια μου, το ξέχασα!» φώναξε ο Χάγκριντ, χτυπώντας με το χέρι το μέτωπό του. Κατόπιν, από κάποια άλλη τσέπη του παλτού του, έβγαλε μια κουκουβάγια —μια αληθινή, ζωντανή και λίγο αναμαλλιασμένη κουκουβάγια — , μια περγαμηνή σε ρολό και μια πένα με μακρύ φτερό. Μετά, δαγκώνοντας κάθε τόσο τα χείλη του, άρχισε να γράφει αργά, ενώ ο Χάρι διάβαζε ανάποδα τις λέξεις.
Αγαπητέ κύριε Ντάμπλντορ,
Έδωσα στον Χάρι το γράμμα του. Αύριο θα τον πάω για ψώνια. Ο καιρός είναι απαίσιος εδώ. Ελπίζω να είσαι καλά. Χάγκριντ
--
Κατόπιν ο Χάγκριντ τύλιξε πάλι την περγαμηνή σε ρολό, την έδωσε στην κουκουβάγια, που την έπιασε γερά με το ράμφος της. Στη συνέχεια πήγε στην πόρτα της καλύβας, την άνοιξε και άφησε το μεγάλο πουλί να πετάξει. Έπειτα ξανακάθισε στον καναπέ, λες και είχε κάνει κάτι τόσο απλό, όσο ένα τηλεφώνημα.
Ο Χάρι πρόσεξε πως το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο και το κλείσε βιαστικά.
«Τι έλεγα, λοιπόν;» ρώτησε ο Χάγκριντ.
Εκείνη τη στιγμή όμως ο θείος Βέρνον, πολύ θυμωμένος, έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς το μέρος του.
«Δε θα πάει», είπε.
Ο Χάγκριντ γέλασε περιφρονητικά. «Είμαι περίεργος να δω πώς ένας χαζός Μαγκλ σαν και σένα θα μπορέσει να τον εμποδίσει», αποκρίθηκε.
«Ένας χαζός τι;» ρώτησε με περιέργεια ο Χάρι.
«Μαγκλ», είπε ο Χάγκριντ. «Μαγκλ είναι το όνομα που δίνουμε σ' όλους όσοι δεν είναι μάγοι. Να, σαν κι αυτούς εδώ... Κι ήταν κακή τύχη για σένα που μεγάλωσες σε μια οικογένεια απ' τους χειρότερους Μαγκλ που είδα ποτέ!»
«Ορκιστήκαμε, όταν τον πήραμε στο σπίτι μας, πως θα σταματούσαμε όλες αυτές τις ανοησίες», είπε αυθόρμητα ο θείος Βέρνον. «Ορκιστήκαμε να τις ξεριζώσουμε από μέσα του! Άκου μάγος!»
«Δηλαδή το ξέρατε;» φώναξε ο Χάρι. «Το ξέρατε πως είμαι... μάγος;»
«Αν το ξέραμε;» στρίγκλισε ξαφνικά η θεία Πετούνια. «Και βέβαια το ξέραμε! Πώς μπορούσαμε να μην το ξέρουμε, αφού τέτοια ήταν κι αυτή η καταραμένη η αδελφή μου; Ναι, κι αυτή πήρε κάποτε ένα τέτοιο γράμμα κι εξαφανίστηκε σε αυτό το... το δήθεν σχολείο! Μετά γύριζε σπίτι μόνο για τις διακοπές, με τις τσέπες της γεμάτες αβγά βατράχου! Και διασκέδαζε μεταμορφώνοντας τα φλιτζάνια σε ποντικούς! Μόνο εγώ την έβλεπα όπως πραγματικά ήταν: μια ανώμαλη! Ο πατέρας κι η μητέρα μου όμως, όχι! Όλο η Λίλι αυτό κι η Λίλι εκείνο... Ήταν περήφανοι που είχαμε μια μάγισσα στην οικογένειά μας!»
Η θεία Πετούνια σταμάτησε για να πάρει μια βαθιά ανάσα και μετά συνέχισε να στριγκλίζει. Ήταν φανερό πως από χρόνια ήθελε να τα πει όλα αυτά.
«Μετά, στο σχολείο, γνωρίστηκε μ' εκείνον τον Πότερ, παντρεύτηκαν κι έκαναν το μικρό, εσένα, Χάρι! Α, εγώ το ήξερα απ' την πρώτη στιγμή πως κι εσύ θα ήσουν ίδιος: τόσο... ανώμαλος, σαν τη μάνα σου και τον πατέρα σου! Και κατόπιν η ανώμαλη η αδελφή μου κατάφερε να τιναχτεί στον αέρα, για να φορτωθούμε εμείς το μικρό!»
Ο Χάρι ήταν τώρα κατάχλομος. Μόλις ξαναβρήκε τη φωνή του, ρώτησε: «Τινάχτηκε στον αέρα; Μαζί με τον πατέρα μου; Μα εσύ μου είπες πως πέθαναν σ' αυτοκινητιστικό δυστύχημα...»
«Αυτοκινητιστικό δυστύχημα!» φώναξε ο Χάγκριντ και πετάχτηκε όρθιος τόσο απότομα, που οι Ντάρσλι ζάρωσαν πάλι στη γωνιά τους. «Πώς θα μπορούσε ένα αυτοκίνητο να σκοτώσει τη Λίλι και τον Τζέιμς Πότερ; Αυτό πια είναι προσβολή στη μνήμη τους! Και μεγάλο σκάνδαλο! Ο Χάρι Πότερ να μην ξέρει την ιστορία του, ενώ κάθε παιδί στον κόσμο μας ξέρει τ' όνομά του;»
«Μα γιατί;» ρώτησε ο Χάρι. «Γιατί ξέρουν τ' όνομά μου; Τι συνέβη;»
Ξαφνικά όλος ο θυμός έφυγε από το πρόσωπο του Χάγκριντ, δίνοντας τη θέση του στην ανησυχία.
«Δεν το περίμενα αυτό», είπε σιγά, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του. «Δεν είχα ιδέα, όταν ο Ντάμπλντορ μου είπε πως μπορεί να δυσκολευόμουν να σε βρω. Πόσα πολλά πράγματα δεν ήξερες, Χάρι... Δεν ξέρω αν εγώ είμαι το κατάλληλο πρόσωπο για να σ' τα πει, κάποιος όμως πρέπει οπωσδήποτε να το κάνει. Δεν μπορείς να πας στο "Χόγκουαρτς" χωρίς να ξέρεις!» Σταμάτησε για να ρίξει ένα απειλητικό βλέμμα στους Ντάρσλι και μετά συνέχισε: «Μου φαίνεται πως το καλύτερο είναι να σου πω όλα όσα ξέρω εγώ. Όχι, δηλαδή, πως μπορώ να σ' τα πω όλα... Είναι αληθινό μυστήριο, μερικές πλευρές...»