2. Το τζάμι που εξαφανίστηκε (2)
Μιαν άλλη φορά, πάλι, η θεία Πετούνια προσπάθησε να του φορέσει ένα απαίσιο παλιό πουλόβερ του Ντάντλι (καφέ με πορτοκαλί βούλες). Όσο όμως πάλευε να το περάσει από το κεφάλι του, τόσο το πουλόβερ έδειχνε να στενεύει, ώσπου στο τέλος μόνο ένα κουταβάκι θα μπορούσε να το φορέσει. Η θεία Πετούνια έβγαλε τότε το συμπέρασμα πως θα πρέπει να είχε «μπει» στο πλυντήριο. Έτσι, προς μεγάλη του ανακούφιση, ο Χάρι δεν είχε τιμωρηθεί εκείνη τη φορά.
Κάποια άλλη φορά ο Χάρι είχε μπλέξει πολύ άσχημα, επειδή είχε βρεθεί στη σκεπή του κτιρίου που στέγαζε τις σχολικές κουζίνες. Ο Ντάντλι κι η παρέα του τον είχαν πάρει στο κυνήγι, όπως συνήθως. Ξαφνικά, προς μεγάλη κατάπληξη και του ίδιου του Χάρι, είχε βρεθεί επάνω στη σκεπή. Οι Ντάρσλι είχαν πάρει ένα πολύ αυστηρό γράμμα απ' τη δασκάλα του Χάρι, που τους έγραφε πως ο ανιψιός τους σκαρφάλωνε στα σχολικά κτίρια. Το μόνο, όμως, που ο Χάρι είχε προσπαθήσει να κάνει (όπως είχε φωνάξει και στο θείο Βέρνον πίσω απ' την κλειδωμένη πόρτα της αποθήκης του), ήταν να πηδήσει πίσω απ' τους μεγάλους κάδους των σκουπιδιών και να κρυφτεί εκεί. Το πώς είχε βρεθεί στη σκεπή, ούτε κι ο ίδιος μπορούσε να το καταλάβει! Υπέθετε πως, ενώ πηδούσε, ο αέρας τον είχε παρασύρει και τον είχε ανεβάσει εκεί πάνω.
Σήμερα, όμως, ο Χάρι ήταν αποφασισμένος πως τίποτα δε θα πήγαινε στραβά. Δεν τον πείραζε, μάλιστα, ούτε η παρέα του Ντάντλι και του Πιρς, αφού θα περνούσε τη μέρα του κάπου αλλού εκτός απ' το σχολείο, την αποθήκη που ήταν το δωμάτιό του, ή το σπίτι της κυρίας Φιγκς που μύριζε λάχανο.
Ενώ οδηγούσε, ο θείος Βέρνον παραπονιόταν στη θεία Πετούνια. Του άρεσε να παραπονιέται για όλους και για όλα: τους υπαλλήλους στο γραφείο, τον Χάρι, το δημοτικό συμβούλιο της περιοχής, τον Χάρι, την τράπεζα, τον Χάρι κι άλλα πολλά. Σήμερα το πρωί, όμως, παραπονιόταν για τις μοτοσικλέτες.
«...τρέχουν σαν τρελοί, οι αλήτες!» είπε, καθώς μια μοτοσικλέτα τους προσπέρασε με ταχύτητα.
«Μια φορά είδα ένα όνειρο με μια μοτοσικλέτα», είπε αυθόρμητα ο Χάρι. «Την είδα να πετάει...»
Ο θείος Βέρνον παραλίγο να τρακάρει με το μπροστινό αυτοκίνητο. Έξαλλος από θυμό, γύρισε πίσω το κατακόκκινο πρόσωπό του, που έμοιαζε σαν πατζάρι με μουστάκι, και ούρλιαξε στον Χάρι: «Οι μοτοσικλέτες δεν πετάνε!»
Ο Ντάντλι κι ο Πιρς χασκογέλασαν.
«Το ξέρω αυτό», του αποκρίθηκε ο Χάρι. «Ένα όνειρο ήταν...»
Από μέσα του, όμως, ευχήθηκε να μην είχε μιλήσει. Γιατί, αν υπήρχε κάτι που οι Ντάρσλι μισούσαν περισσότερο κι από τις ερωτήσεις του, ήταν να μιλά για πράγματα έξω απ' τα συνηθισμένα, έστω κι αν επρόκειτο για κάποιο όνειρο ή για κάποιο φιλμ κινουμένων σχεδίων. Έδειχναν να πιστεύουν πως, αν ο Χάρι καταγινόταν με τέτοια πράγματα, κινδύνευε να του σφηνωθούν επικίνδυνες ιδέες στο μυαλό.
Εκείνο το Σάββατο ήταν ηλιόλουστο κι ο ζωολογικός κήπος ήταν γεμάτος οικογένειες. Οι Ντάρσλι αγόρασαν μεγάλα παγωτά σοκολάτα στον Ντάντλι και στον Πιρς και μετά, επειδή η χαμογελαστή κυρία που τα πουλούσε ρώτησε και τον Χάρι τι ήθελε, αγόρασαν και σ' αυτόν ένα φτηνό παγωτό ξυλάκι. Δεν ήταν κι άσχημο, σκέφθηκε ο Χάρι καθώς το έγλειφε, ενώ όλοι μαζί κοιτούσαν ένα γορίλα που έξυνε το κεφάλι του. Έμοιαζε καταπληκτικά στον Ντάντλι, μόνο που δεν ήταν ξανθός.
Ήταν το καλύτερο πρωινό που είχε περάσει ο Χάρι εδώ και χρόνια. Πρόσεχε όμως να περπατά λίγο μακριά απ' τους Ντάρσλι, ώστε ο Ντάντλι και ο Πιρς, που είχαν αρχίσει να βαριούνται λίγο τα ζώα, να μη θυμηθούν ξαφνικά την αγαπημένη τους απασχόληση κι αρχίσουν να τον ξυλοκοπούν. Το μεσημέρι έφαγαν όλοι στο εστιατόριο του ζωολογικού κήπου, όπου ο Ντάντλι έκανε φασαρία επειδή το παγωτό του δεν ήταν αρκετά μεγάλο. Τότε ο θείος Βέρνον του παρήγγειλε ένα δεύτερο κι άφησε τον Χάρι να τελειώσει το μισοφαγωμένο πρώτο.
Αργότερα ο Χάρι έκανε τη σκέψη πως, αφού όλα πήγαιναν τόσο καλά, έπρεπε να το περιμένει πως κάτι θα χαλούσε γρήγορα.
Μετά το μεσημεριανό φαγητό πήγαν όλοι μαζί στο κτίριο με τα φίδια και τ' άλλα ερπετά. Ήταν μισοσκότεινα και υγρά εκεί μέσα, με τις φωτισμένες βιτρίνες ολόγυρα στους τοίχους. Πίσω απ' το γυαλί, σε κάθε βιτρίνα, ένα σωρό φίδια και σαύρες γλιστρούσαν αθόρυβα επάνω σε μεγάλες πέτρες και κομμάτια ξύλο. Ο Ντάντλι και ο Πιρς ήθελαν να δουν μεγάλες, δηλητηριώδεις κόμπρες και τεράστιους πύθωνες. Ο Ντάντλι δεν άργησε να βρει το πιο μεγάλο φίδι απ' όλα: ήταν τόσο μακρύ και χοντρό, που θα μπορούσε να τυλιχτεί δύο φορές γύρω απ' το αμάξι του θείου Βέρνον και να το κάνει φυσαρμόνικα. Για την ώρα, όμως, δεν έδειχνε καμιά απειλητική διάθεση, αφού κοιμόταν βαθιά.
Ο Ντάντλι, με τη μύτη του κολλημένη επάνω στο τζάμι, κοιτούσε τις γυαλιστερές κουλούρες που σχημάτιζε το τεράστιο σώμα του φιδιού. «Κάν' το να κουνηθεί», γκρίνιαξε στον πατέρα του.
Ο θείος Βέρνον χτύπησε με τα δάχτυλά του το τζάμι, αλλά το φίδι δεν κουνήθηκε.
«Κάν' το πάλι!» επέμεινε ο Ντάντλι. Ο θείος Βέρνον ξαναχτύπησε το τζάμι, αλλά το φίδι συνέχισε να κοιμάται.
«Είναι βαρετό», γκρίνιαξε πάλι ο Ντάντλι κι απομακρύνθηκε με συρτά βήματα...
Με τη σειρά του, ο Χάρι στάθηκε μπροστά στο κοιμισμένο φίδι. Δε θα του φαινόταν καθόλου παράξενο αν το φίδι πέθαινε από πλήξη. Όλη μέρα, η μοναδική του συντροφιά ήταν χαζοί άνθρωποι που χτυπούσαν τα δάχτυλά τους στο τζάμι για να το κάνουν να κουνηθεί. Ήταν ακόμη χειρότερο απ' το να έχεις μια αποθήκη για κρεβατοκάμαρα, με μοναδικό επισκέπτη τη θεία Πετούνια, που χτυπούσε άγρια στην πόρτα για να σε ξυπνήσει. Τουλάχιστον ο Χάρι μπορούσε να πηγαίνει και στο υπόλοιπο σπίτι, τις φορές που δεν ήταν τιμωρημένος.
Ξαφνικά το φίδι άνοιξε τα ολοστρόγγυλα και γυαλιστερά μάτια του. Αργά, πολύ αργά, σήκωσε το κεφάλι του, ώσπου τα μάτια του έφτασαν στο ίδιο ύψος με τα μάτια του Χάρι. Και τότε του 'κλείσε το μάτι.
Ο Χάρι το κοίταξε κατάπληκτος. Μετά έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του, για να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τον παρακολουθούσε. Καθησυχασμένος, γύρισε πάλι στο φίδι και του 'κλείσε κι αυτός το μάτι.
Το φίδι έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος του θείου Βέρνον και του Ντάντλι και μετά σήκωσε τα μάτια του ψηλά, σαν να έλεγε: «Τέτοιοι βλάκες έρχονται συνέχεια εδώ...»
«Καταλαβαίνω», μουρμούρισε ο Χάρι, αν και δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως το φίδι μπορούσε να τον ακούσει. «Θα πρέπει να είναι πολύ εκνευριστικό».
Το φίδι κούνησε πολλές φορές το κεφάλι του.
«Από πού είσαι;» το ρώτησε κατόπιν ο Χάρι.
Με μια κίνηση της ουράς του, το φίδι έδειξε μια μικρή επιγραφή δίπλα στο τζάμι. Ο Χάρι τη διάβασε. «Βόας ο Συσφιγκτήρ, Βραζιλία».
«Ήταν ωραία εκεί;» ρώτησε κατόπιν το φίδι.
Ο βόας έδειξε με την ουρά του μιαν άλλη επιγραφή κι ο Χάρι διάβασε: «Αυτό το φίδι γεννήθηκε σε ζωολογικό κήπο».
«Α, κατάλαβα», είπε ο Χάρι. «Δηλαδή δεν έχεις πάει ποτέ στη Βραζιλία...»
Καθώς το φίδι κουνούσε πάλι το κεφάλι του, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, τόσο δυνατή, που ο Χάρι αναπήδησε τρομαγμένος.
«Ντάντλι! Βέρνον! Ελάτε να δείτε τι κάνει το φίδι! Δε θα το πιστέψετε!»
Ο Ντάντλι ξαναγύρισε προς το φίδι, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν να τον φέρουν τα χοντρά πόδια του.
«Φύγε απ' τη μέση εσύ!» είπε, σπρώχνοντας τον Χάρι με τόση δύναμη, που εκείνος έπεσε στο τσιμεντένιο δάπεδο.
Αυτό όμως που συνέβη κατόπιν, συνέβη τόσο γρήγορα, που κανείς δεν πρόλαβε να το δει. Ενώ τη μια στιγμή ο Ντάντλι και ο Πιρς είχαν σχεδόν κολλημένο το μούτρο τους στο τζάμι, την άλλη έκαναν κι οι δυο ένα πήδημα προς τα πίσω, ουρλιάζοντας τρομαγμένοι.
Ο Χάρι ανακάθισε, κοίταξε και φώναξε κι αυτός από τρόμο. Το τζάμι μπροστά απ' το κλουβί του τεράστιου βόα είχε εξαφανιστεί. Το φίδι ξεδιπλωνόταν τώρα γρήγορα κι είχε αρχίσει να γλιστρά επάνω στο δάπεδο της αίθουσας, ενώ οι άλλοι επισκέπτες γύρω ούρλιαζαν κι έτρεχαν προς τις εξόδους.
Καθώς το φίδι γλιστρούσε γρήγορα από δίπλα του, ο Χάρι ήταν σίγουρος πως άκουσε μια σιγανή και σφυριχτή φωνή να λέει: «Έρχομαι, Βραζιλία!... Ευχαριστώ, αμίγκο...»
Όσο για το φύλακα σ' αυτό το τμήμα του ζωολογικού κήπου, είχε πάθει σοκ.
«Μα... το τζάμι!» έλεγε και ξανάλεγε. «Πού πήγε το τζάμι;»
Αργότερα, ο ίδιος ο διευθυντής του ζωολογικού κήπου έφτιαξε τσάι για τη θεία Πετούνια, ενώ ζητούσε συνέχεια συγγνώμη απ' όλους γι' αυτό που είχε συμβεί. Ο Ντάντλι κι ο Πιρς έτρεμαν τόσο πολύ, που τραύλιζαν όταν προσπαθούσαν να μιλήσουν. Απ' όσο είχε προλάβει να δει ο Χάρι, το φίδι δεν είχε κάνει τίποτα περισσότερο απ' το ν' ανοιγοκλείσει κοροϊδευτικά τα σαγόνια του προς το μέρος τους, ώσπου όμως να βρεθούν πάλι όλοι μέσα στο αμάξι του θείου Βέρνον, ο Ντάντλι έλεγε πως το φίδι παραλίγο να δαγκώσει το πόδι του κι ο Πιρς ορκιζόταν πως είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει, σφίγγοντας τον με τις κουλούρες του. Το χειρότερο απ' όλα όμως, χειρότερο για τον Χάρι, εννοείται, έγινε όταν ο Πιρς, αφού ηρέμησε λίγο, είπε: «Ο Χάρι μιλούσε στο φίδι. Έτσι δεν είναι, Χάρι;»
Ο θείος Βέρνον περίμενε ώσπου ο Πιρς να φύγει απ' το σπίτι, προτού αρχίσει να μαλώνει τον ανιψιό του. Ήταν μάλιστα τόσο θυμωμένος, που δυσκολευόταν να μιλήσει· το μόνο που κατόρθωσε να πει ήταν: «Πήγαινε... αποθήκη... νηστικός!», προτού πέσει σχεδόν αναίσθητος σε μια πολυθρόνα. Η θεία Πετούνια αναγκάστηκε να του φέρει τρέχοντας ένα ποτήρι γεμάτο μπράντι.
Πολύ αργότερα ο Χάρι, ξαπλωμένος στο στενό ντιβάνι μέσα στην αποθήκη του, παρακαλούσε να είχε ένα ρολόι. Δεν ήξερε τι ώρα ήταν κι έτσι δεν μπορούσε να υπολογίσει αν οι Ντάρσλι είχαν αποκοιμηθεί. Έτσι δεν τολμούσε να γλιστρήσει στην κουζίνα, για να βρει κάτι να φάει.
Ο Χάρι είχε ζήσει με τους Ντάρσλι δέκα χρόνια, δέκα απαίσια χρόνια, όλη του τη ζωή μέχρι τώρα, από τότε που ήταν μωρό κι οι γονείς του είχαν σκοτωθεί σ' εκείνο το αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Δε θυμόταν αν ήταν κι εκείνος στο αυτοκίνητο όταν πέθαναν οι γονείς του. Καμιά φορά, όταν στριφογύριζε άυπνος στη μικρή αποθήκη, η μνήμη του του έφερνε ένα παράξενο όραμα: μια εκτυφλωτική αστραπή από πράσινο φως κι ένα δυνατό πόνο στο μέτωπό του. Αυτό, έλεγε με το μυαλό του, θα πρέπει να ήταν η σύγκρουση, αν και δεν μπορούσε να φανταστεί τι σχέση μπορεί να είχε το πράσινο φως. Όσο για τους γονείς του, δεν μπορούσε να τους θυμηθεί καθόλου. Ο θείος κι η θεία του δεν μιλούσαν ποτέ γι αυτούς και, φυσικά, του απαγόρευαν να κάνει ερωτήσεις.
Ούτε φωτογραφίες τους υπήρχαν πουθενά μέσα στο σπίτι... - Όταν ήταν πιο μικρός, ο Χάρι ονειρευόταν συχνά πως κάποιοι άγνωστοι συγγενείς εμφανίζονταν ξαφνικά και τον έπαιρναν μακριά, αλλά κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί βέβαια ποτέ. Οι Ντάρσλι, λοιπόν, θα πρέπει να ήταν οι μοναδικοί συγγενείς του. Κι όμως, καμιά φορά είχε την εντύπωση (ή μήπως ήταν μόνο ελπίδα;) πως άγνωστοι άνθρωποι στο δρόμο έδειχναν να τον ξέρουν. Και μάλιστα πολύ παράξενοι άνθρωποι! Ένας μικροκαμωμένος άντρας με βιολετί καπέλο τον είχε χαιρετήσει με υπόκλιση, κάποια φορά που είχε βγει για ψώνια με τη θεία Πετούνια και τον Ντάντλι. Αφού είχε πρώτα ρωτήσει θυμωμένη τον Χάρι αν ήξερε αυτόν τον τύπο, η θεία Πετούνια τους είχε τραβήξει βιαστικά απ' το μαγαζί, χωρίς ν' αγοράσει τίποτα. Άλλη μια φορά, πάλι, μια γριά γυναίκα ντυμένη όλη στα πράσινα, του είχε κουνήσει χαρούμενα το χέρι της σε κάποιο λεωφορείο. Κι ένας φαλακρός άντρας με μακρύ μοβ παλτό, του είχε σφίξει το χέρι στο δρόμο, μόλις πριν από μερικές μέρες. Μετά είχε απομακρυνθεί χωρίς λέξη. Το πιο περίεργο απ' όλα, όμως, ήταν ο παράξενος τρόπος που εξαφανίζονταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι όταν ο Χάρι προσπαθούσε να τους δει από πιο κοντά.
Στο σχολείο ο Χάρι δεν είχε κανένα φίλο. Όλα τα παιδιά ήξεραν πως ο Ντάντλι κι η παρέα του μισούσαν αυτόν τον παράξενο Χάρι, με τα φαρδιά παλιόρουχα και τα γυαλιά με το σελοτέιπ. Και κανείς δεν ήθελε να τα βάλει με τον Ντάντλι και την παρέα του.