×

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του LingQ. Επισκέπτοντας τον ιστότοπο, συμφωνείς στην πολιτική για τα cookies.

Τολστόι, Λ. - Αφέντης και Δούλος (και άλλα), I. Αφέντης και… – Κείμενο για ανάγνωση

Τολστόι, Λ. - Αφέντης και Δούλος (και άλλα), I. Αφέντης και Δούλος

Προχωρημένοι 1 μάθημα Ελληνικά για εξάσκηση στην ανάγνωση

Άρχισε αυτό το μάθημα τώρα

I. Αφέντης και Δούλος

Αυτό́ συνέβηκεε στα 1870 την επομένηη του ΆιιΝικόλαλα του χειμωνιάτικουυ. Η ενορίαα γιόρταζεε κι ο προύχονταςς Βασίληη Αντρέιτςς Μπρεχουνόββ, έμποροςς δεύτερηςς τάξηςς, δε μπορούσεε να λείψειι. Έπρεπεε να πάειι στην εκκλησίαα γιατί́ ήτανεε επίτροποςς κι έπρεπεε σπίτιι του να δεχτεί́ και να περιποιηθεί́ τους συγγενείςς και τους φίλουςς που θα έρχοντανν. Όμωςς ότανν πια κι οι τελευταίοιι μουσαφιραίοιι, έφυγανν, ετοιμάστηκεε, χωρίςς να χασομερήσειι, να ξεκινήσειι και να πάειι ίσαμεε το γειτονικό́ κτήμαα, για ν' αγοράσειι κάποιοο δασάκιι που από́ καιρό́ το παζάρευεε με τον κτηματίαα.

Και βιαζότανν να πάειι, μην τυχόνν οι έμποροιι της πολιτείαςς τον προλάβαινανν κι έχανεε μια τόσοο συμφερτική́ αγορά́. Ο νεαρόςς χτηματίαςς γύρευεε για το δασάκιι δέκαα χιλιάδεςς, μα ο Βασίληη Αντρέιτςς του έδινεε μονάχαα εφτά́. Κι αυτέςς οι εφτά́ χιλιάδεςς δεν αντιπροσώπευανν παρά́ μόλιςς το έναα τρίτοο της πραγματικήςς αξίαςς του. Μπορεί́ κιόλαςς να επέμενεε ακόμαα και να κατέβαζεε πιο πολύ́ την τιμή́ που πρότεινεε στον κτηματίαα γιατί́ το δασάκιι βρισκότανν στα σύνοράά του κι από́ καιρό́ είχεε κλείσειι μια συμφωνίαα με τους εμπόρουςς της περιοχήςς και της επαρχίαςς, πού́ σύμφωναα μ' αυτήνν, δεν είχεε το δικαίωμαα έναςς από́ τους συμβαλλόμενουςς ν' ανεβάζειι τις τιμέςς στην περιοχή́ των άλλωνν.

Όμωςς την τελευταίαα στιγμή́ πληροφορήθηκεε πως μια ομάδαα δασέμποροιι από́ την πολιτείαα σκόπευανν να πάνεε να διαπραγματευτούνν το δασάκιι αυτό́ και για τούτοο αποφάσισεε να δει δίχωςς αναβολή́ τον κτηματίαα και να κλείσειι οριστική́ συμφωνίαα μαζί́ του. Για τούτουυ άμαα ξεμπέρδεψεε με τη γιορτή́ και με τους μουσαφιραίουςς, έβγαλεε εφτακόσιαα ρούβλιαα, σ' αυτά́ πρόσθεσεε και δυο χιλιάδεςς τριακόσιαα της εκκλησίαςς, ώστεε να γίνουνν τρεις χιλιάδεςς, κι αφού́ τα μέτρησεε και τα ξαναμέτρησεε προσεχτικά́, τα τακτοποίησεε στο πορτοφόλιι του και ετοιμάστηκεε να ξεκινήσειι.

Ο εργάτηςς Νικήταα, ο μόνοςς απ' όλουςς τους εργάτεςς του Βασίληη Αντρέιτςς που δεν ήτανεε μεθυσμένοςς εκείνηη την ημέραα έτρεξεε να ζέψειι. Ο Νικήταα δεν ήτανεε μεθυσμένοςς τώραα, γιατί́, όνταςς τρομερόςς μπεκρήςς, στις απόκριεςς είχεε αφήσειι αμανάτιι στο κρασοπουλειό́ και το σάκοο του και τα ποδήματάά του κι είχεε ορκιστεί́ να μην ξαναμεθύσειι και δυο μήνεςς τώραα δεν έπινεε στάλαα κι αντιστάθηκεε ηρωικά́ στον πειρασμό́ τις δυο μέρεςς της γιορτήςς, που έβλεπεε εκείνηη την αφθονίαα του κρασιού́ και δεν έβαλεε ούτεε μια γουλιά́ στο στόμαα του.

Ο Νικήταα ήτανεε έναςς πενηντάρηςς περίπουυ, μουζίκοςς, από́ έναα κοντινό́ χωριό́, ανοικοκύρευτοςς, όπωςς έλεγανν για δαύτονν, που τον πιότεροο καιρό́ της ζωήςς του, τον πέρασεε μακριά́ από́ το σπίτιι του, υπηρετώνταςς εδώ́ και εκεί́. Παντού́, στα μέρηη που δούλεψεε, τον εκτιμούσανν για την προκοπή́ του, για την καλή́ και γρήγορηη δουλείαα του και το κυριότεροο για τον αγαθό́ και καλοπροαίρετοο χαρακτήραα του. Όμωςς πουθενά́ δεν κατάφερνεε να παραμείνειι αρκετό́ διάστημαα γιατί́ μεθοκοπούσεε μια-δυο φορέςς το χρόνοο -συχνά́ και περισσότερεςς- και τότεε εκτόςς που άφηνεε όλεςς του τις οικονομίεςς και τον πιότεροο ρουχισμό του στο κρασοπουλειό́, γινότανν γκρινιάρηςς και καβγατζήςς. Ο Βασίληη Αντρέιτςς κι αυτόςς κάμποσεςς φορέςς τον είχεε διώξειι, μα ύστεραα τον ξανάπαιρνεε πάλιι, εκτιμώνταςς την τιμιότηταα του, την αγάπηη του για τα ζώαα και, το πιο σπουδαίοο, ότιι δεν είχεε απαιτήσειςς μεγάλεςς όσονν αφορά́ το μισθό́. Ο Βασίληη Αντρέιτςς δεν έδινεε στο Νικήταα τα ογδόνταα ρούβλιαα το χρόνοο που έπαιρνανν οι όμοιοιι του εργάτεςς, μα μονάχαα σαράνταα. Κι αυτά́ όχιι κανονικά́ με το μήναα, παρά́ λίγααλίγαγα σε καπίκιαα και πιο πολύ́ σε είδηη από́ το μαγαζί́ του που τα υπολόγιζεε όσοο πιο ακριβά́ μπορούσεε.

Η Μάρφαα, η γυναίκαα του Νικήταα, που στα νιάταα της ήτανεε όμορφηη και ζωηρή́ πολύ́, κρατούσεε το σπιτικό́ της με το αγόριι της και τα δύοο κορίτσιαα και δεν καλούσεε το Νικήταα να μείνειι μαζί́ τους πρώτααπρώτατα γιατί́ εδώ́ κι είκοσιι χρόνιαα συζούσεε με κάποιονν βαρελά́, από́ ξένοο χωριό́, που τον είχεε νοικάρηη, και δεύτεροο γιατί́, παρ' όλοο που ότανν ο Νικήταα ήτανεε ξεμέθυστοςς αυτή́ τον έκανεε όπωςς ήθελεε, τον έτρεμεε ωστόσοο σαν τη φωτιά́, ότανν ήτανεε μεθυσμένοςς. Κάποιαα φορά́ ο Νικήταα, που βρέθηκεε σπίτιι του μέθυσεε και για να ξεθυμάνειι, φαίνεταιι, και να τιμωρήσειι τη γυναίκαα του για όληη την υποταγή́ που της έδειχνεε ότανν δεν ήτανεε μεθυσμένοςς, έσπασεε την κλειδαριά́ του μπαούλουυ της, έβγαλεε όλαα τα πιο καλύτεραα της φορέματαα και με το τσεκούριι τα κατακομμάτιασεε κρατώνταςς τα πάνωω σ' έναα κούτσουροο. Το μισθό́ που κέρδιζεε ο Νικήταα, ο Βασίληη Αντρέιτςς τον έδινεε όλονν σε χρήμαα και σε είδηη στη γυναίκαα του και κείνοςς δεν είχεε ποτέ́ την παραμικρότερηη αντίρρησηη. Έτσιι και τώραα δυο μέρεςς πριν από́ τη γιορτή́ ήρθεε η Μάρφαα και εφοδιάστηκεε από́ το μαγαζί́ με άσπροο αλεύριι, τσάιι, ζάχαρηη και κρασί́.

Όλαα αυτά́ τα υπολόγισεε ο Βασίληη Αντρέιτςς για τρίαα ρούβλιαα και της έδωσεε και έναα χαρτονόμισμαα των πέντεε ρουβλιώνν. Δηλαδή́ ξεμπέρδεψεε όλοοόλολο με οχτώ́ ρουβλάκιαα, που θα έπρεπεε να έδινεε το λιγότεροο είκοσιι ρούβλιαα για δουλεμέναα μεροκάματαα του Νικήταα. Η Μάρφαα ωστόσοο υποκλίθηκεε βαθιά́ κι ευχαρίστησεε τ' αφεντικό́.

- Σάμπωςς κάναμεε συμφωνίεςς εμείςς με σέναα; - συνήθιζεε να λέειι ο Βασίληη Αντρέιτςς στο Νικήταα, σου χρειάζεταιι κάτιι να το πάρειςς. Το ξεπληρώνειςς με τη δουλειά́ σου. Εγώ́ δε είμαιι σαν κάτιι άλλουςς: περίμενεε, να λογαριαστούνν, ν' αφαιρέσουμεε τα προστίματαα. Ξηγημέναα και τιμημέναα. Μου δουλεύειςς καλά́, κι εγώ́ δε θα σ' αφήσωω.

Και λέγονταςς αυτά́ ο Βασίληη Αντρέιτςς ήτανεε ειλικρινά́ πεισμένοςς πως ευεργετούσεε το Νικήταα. Τόσοο πειστικά́ ήξερεε να μιλάειι και τόσοο όλοιι οι άνθρωποιι που εξαρτιόντανν από́ τα λεφτά́ του, αρχινώνταςς από́ τον Νικήταα, τον υποστήριζανν σ' αυτή́ του την πεποίθησηη, πως όχιι μόνοο δεν τους εξαπατούσεε, παρά́ πως τους ευεργετούσεε με το παραπάνωω.

- Το νιώθωω καλά́, Βασίληη Αντρέιτςς, φαντάζομαιι. Δουλεύωω με ούλαα μου τα δυνατά́ να σας ευχαριστήσωω, σαν να ήσαστεε πατέραςς μου. Το νιώθωω πολύ́ καλά́, αποκρινότανν ο Νικήταα, καταλαβαίνονταςς πολύ́ καλά́ πέραα για πέραα, πως τ' αφεντικό́ του τον κορόιδευεε και τον αδικούσεε, μα ξέρονταςς ταυτόχροναα πως θα ήτανν ολότελαα ανώφελοο να επιχειρήσειι να εξηγηθεί́ μαζί́ του, όσονν αφορά́ τις απολαβέςς του και για τούτοο έπρεπεε να μείνειι στη δούλεψηη του, όσοο δεν είχεε καμιά́ ελπίδαα να βρει κάποιαα δουλειά́ αλλού́ και να παίρνειι εκείναα που θα του έδινεε.

Ο Νικήταα άμαα πήρεε τη διαταγή́ του αφεντικού́ του να ζέψειι έτρεξεε σαν πάνταα πρόθυμαα και χαρούμεναα, με βήμαα ζωηρό́, στο υπόστεγοο, πήρεε τα χάμουραα που κρέμοντανν στο καρφί́ κι ύστεραα μπήκεε στο στάβλοο, που ήτανεε χωριστά́ δεμένοο το άλογοο, που πρόσταξεε ο Βασίληη Αντρέιτςς να το ζέψειι.

- Ε, τι έκανεε λέειι, μου στεναχωρέθηκεςς, μπουνταλά́; - έλεγεε ο Νικήταα απαντώνταςς στο φιλικό́ χλιμίντρισμαα που μ' αυτό́ τον υποδέχτηκεε το άλογοο. Έλαα, έλαα άσεε με πρώταα να σε ποτίσωω, συνέχισεε κουβεντιάζονταςς με το ζώοο σαν να μιλούσεε με πλάσμαα λογικό́ που να τον καταλαβαίνειι. Ο Μουχόρτηη, έτσιι το έλεγανν το άλογοο, ήτανν μέτριοςς στο ανάστημαα, σκουρόχρωμοςς, καλοθρεμμένοςς. Ο Νικήταα αφού́ τίναξεε τις σκόνεςς από́ τη ράχηη του, πέρασεε το καπίστριι στ' όμορφοο κεφάλιι του νέουυ ζώουυ και το τράβηξεε να το πάειι για πότισμαα.

Περνώνταςς προσεχτικά́ ανάμεσαα από́ τη σωριασμένηη κοπριά́ ο Μουχόρτηη παιγνίδισεε και προσποιήθηκεε πως ήθελεε με το πισινό́ του πόδιι να χτυπήσειι το Νικήταα, που έτρεξεε ξοπίσωω του κατά́ το πηγάδιι.

- Παιγνίδιαα μου θέλειςς, μασκαρά́, μουρμούριζεε ο Νικήταςς που ήξερεε καλά́ με πόσηη προσοχή́ ο Μουχόρτηη τίναζεε το πόδιι του μονάχαα ώσπουυ ν' αγγίξειι το λιγδωμένοο κοντογούνιι του έτσιι για χάδιι, δίχωςς να τον χτυπήσειι, κι έκανεε πολύ́ γούστοο αυτό́ το σκέρτσοο.

Σαν ήπιεε το κρύοο νερό́, τ' άλογοο πήρεε μια βαθιά́ ανάσαα κινώνταςς τα μουσκεμέναα γερά́ χείληη του απ' όπουυ έσταζανν μέσαα στη σκάφηη διάφανεςς νεροστάλεςς, κι απόμεινεε κάποιαα στιγμή́ ακίνητοο, σάμπωςς κάτιι να σκεφτότανν. Ύστεραα ξαφνικά́ απόλυσεε έναα δυνατό́ ρουθούνισμαα.

- Δε θες άλλοο; Δε χρειάζεταιι. Να το ξέρουμεε. Και να μην ξαναγυρέψειςς άλλοο, είπεε ο Νικήταα, μ' απόλυτηη σοβαρότηταα, εξηγώνταςς εμπεριστατωμέναα στο Μουχόρτηη τη συμπεριφορά́ του. Και ξαναγύρισεε τρέχονταςς στο στάβλοο σέρνονταςς από́ το καπίστριι το νεαρό́ άλογοο, που χοροπηδούσεε χαρούμεναα σ' όληη την αυλή́.

Από́ τους εργάτεςς δε φαινότανν κανέναςς. Μονάχαα κάποιοςς ξένοςς ο άντραςς της μαγείρισσαςς, που είχεε έρθειι από́ το χωριό́ του για τη γιορτή́, τριγύριζεε εκεί́ δα.

- Άντεε καλέ́ μου, του είπεε ο Νικήταα, πήγαινεε να ρωτήσειςς ποιο έλκηθροο θέλειι τ' αφεντικό́ να ζέψωω, το μικρό́ για το μεγάλοο.

Ο άνθρωποςς έτρεξεε στ' όμορφοο σπίτιι που ήτανεε χτισμένοο πάνωω σε ψηλά́ θεμέλιαα και είχεε γερή́ σιδερένιαα σκεπή́, και σε λίγοο ξαναγύρισεε με την πληροφορίαα να ζέψειι ο Νικήταα το μικρό́ έλκηθροο. Ο Νικήταα εκείνηη τη στιγμή́ είχεε βγει από́ το στάβλοο, εφοδιασμένοςς μ' όλαα τα απαραίτηταα για το ζέψιμοο και κρατώνταςς με το έναα χέριι το άλογοο από́ το καπίστριι, στεκότανν στο υπόστεγοο μπροστά́ στα δυο έλκηθραα.

- Ας είναιι το μικρό́, αφού́ έτσιι θέλουνεε, είπεε, μπάζονταςς το άλογοο ανάμεσαα στα δυο μακριά́ ξύλαα του έλκηθρουυ για να το ζέψειι, βοηθούμενοςς από́ τον άντραα της μαγείρισσαςς.

Ότανν όλαα πια ήτανεε έτοιμαα, ο Νικήταα έστειλεε τον άλλονν στην αποθήκηη να φέρειι άχυραα.

- Να έτσιι τώραα είναιι όμορφαα και καλά́, έλεγεε ο Νικήταα στρώνονταςς με τέχνηη τ' άχυροο μέσαα στο έλκηθροο. Δώσ' μου τώραα άλληη μια αγκαλιά́ να στρώσωω ακόμαα. Να, έτσιι δα, έτσιι δα και θα 'ναι αναπαυτικά́ να κάθεταιι κανέναςς, έλεγεε αδιάκοπαα, κάνονταςς ταυτόχροναα αυτά́ που έλεγεε και χώνονταςς σ' όλεςς τις μεριέςς πυκνό́ το άχυροο.

- Να είσαιι καλά́, χριστιανέ́ μου, στράφηκεε στο βοηθό́ του, ευχαριστώ́ πολύ́ που μου παραστάθηκεςς. Οι δυο μας βλέπειςς τα καταφέραμεε γρήγορααγρήγοραρα.

Ύστεραα κάθισεε στο κάθισμαα του αμαξά́ και ξεκίνησεε ικανοποιώνταςς την ανυπομονησίαα του Μουχόρτηη, που δεν έβλεπεε την ώραα να πάρειι δρόμοο.

Καθώςς όμωςς ξεκινούσεε το έλκηθροο για να βγει από́ την αυλόπορταα, ακούστηκεε κάποιαα φωνούλαα:

- Μπάρμπαα Νικήττ, μπάρμπαα Νικήττ! Ανέβασεε με, σε παρακαλώ́ να μου κάνειςς μια βόλταα.

- Ήτανεε το εφτάχρονοο αγοράκιι του Βασίληη Αντρέιτςς, που ξεπετάχτηκεε βιαστικά́ από́ το σπίτιι, κι έτρεχεε κουμπώνονταςς το κοντογούνιι του. Αδυνατούτσικοο και χλομό́, φορούσεε άσπραα, μάλλιναα ποδήματαα, ζεστό́ σκούφοο και μαύροο κοντογούνιι.

- Έλαα, πουλάκιι μου, είπεε ο Νικήταα και σταματώνταςς πήρεε στο έλκηθροο το παιδί́, που ακτινοβόλησεε από́ χαρά́.

Η ώραα ήτανεε κάπουυ τρεις. Έκανεε παγωνιά́, ίσαμεε με δέκαα βαθμούςς, ήτανεε συννεφιά́ και φυσούσεε αρκετά́. Ο μισόςς ουρανόςς ήτανεε σκεπασμένοςς μ' έναα χαμηλό́, μαύροο σύννεφοο. Μέσαα στην αυλή́ δεν ήτανεε αισθητή́ η κακοκαιρίαα. Όμωςς έξωω, στο δρόμοο ο αέραςς φυσούσεε πιο δυνατά́, από́ τη σκεπή́ της γειτονικήςς αποθήκηςς σηκωνότανν σύννεφοο το χιόνιι και στη γωνίαα, κοντά́ στο λουτρό́ στριφογύριζεε ανεμοστρόβιλοςς. Μόλιςς ο Νικήταα πέρασεε την αυλόπορταα και σταμάτησεε το έλκηθροο μπροστά́ στην είσοδοο του σπιτιού́, άνοιξεε η πόρταα και πρόβαλεε ο Βασίληη Αντρέιτςς.

Με το τσιγάροο στο στόμαα, καλά́ τυλιγμένοςς στις ζεστέςς γούνεςς του ζωσμένοςς σφιχτά́ στη μέσηη, με το ζεστό́ σκούφοο του και τα μάλλιναα ποδήματαα που ήτανεε από́ έξωω ντυμέναα με δέρμαα, προχώρησεε μερικά́ βήματαα στο χιονισμένοο πάτωμαα του εξώστηη, που σιγότριζεε κάτωω από́ τα πόδιαα του και κοντοστάθηκεε. Τράβηξεε δυο τελευταίεςς ρουφηξιέςς του τσιγάρουυ κι ύστεραα το πέταξεε χάμωω και το πάτησεε καλά́καλάά για να σβήσειι. Ύστεραα, ενώ́ ο καπνόςς έβγαινεε ακόμαα ανάμεσαα από́ τα μουστάκιαα του και, καμαρώνονταςς τ' όμορφοο άλογοο που στεκότανν ζεμένοο μπροστά́ στην πόρταα, ταχτοποίησεε προσεχτικά́ το γούνινοο γιακά́ του έτσιι που οι άκρεςς του να βρίσκονταιι γυρισμένεςς προς τα μέσαα και να μην υγραίνονταιι με την ανάσαα.

- Κοίταα κει τον κατεργαράκοο που πρόφτασεε κιόλαςς! - είπεε βλέπονταςς το παιδάκιι καλοκαθισμένοο μέσαα στο έλκηθροο. Ο Βασίληη Αντρέιτςς ήτανεε στα μεγάλαα του κέφιαα από́ το κρασάκιι που είχεε πιει με τους μουσαφιραίουςς του και για τούτοο πιότεροο από́ κάθεε άλληη φορά́ αισθανότανν τον ενθουσιασμό́ για το κάθεε τι που ήτανεε δικό́ του και για το κάθεε τι που έκανεε. Η θέαα του παιδιού́ του, που πάνταα νοερά́ τον ονόμαζεε «ο διάδοχόςς μου» του έδινεε μεγάληη χαρά́ και το κοίταζεε μισοκλείνονταςς τα μάτιαα και χαμογελώνταςς.

Τυλιγμένηη πάνωω από́ το κεφάλιι και τις πλάτεςς με το ζεστό́ σάλιι, έτσιι που μονάχαα τα μάτιαα της φαίνοντανν, η γυναίκαα του Βασίληη Αντρέιτςς στεκότανν πίσωθέ του στη μπασιά́ από́ μέσαα, για να τον ξεπροβοδίσειι. Ήτανεε μια γυναίκαα λιπόσαρκηη, χλομή́, που φαίνεταιι να υπέφερεε από́ την εγκυμοσύνηη της.

- Καλά́ θα έκανεςς να έπαιρνεςς μαζί́ σου το Νικήταα, είπεε, προβάλλονταςς δειλά́ παρά́ έξωω.

Ο Βασίληη Αντρέιτςς δεν της αποκρίθηκεε τίποταα και στα λόγιαα της, που φαίνεταιι να τον δυσαρέστησανν κατσούφιασεε φουρκισμένοςς κι έφτυσεε.

- Θα έχειςς τόσαα λεφτά́ μαζί́ σου, συνέχισεε η γυναίκαα του με την ίδιαα παραπονιάρικηη φωνή́, κι ο καιρόςς σαν πολύ́ φορτωμένοςς φαίνεταιι.

- Και για ποιο λόγοο τάχατεςς; Για, μήπωςς δε ξέρωω το δρόμοο κι έχωω ανάγκηη από́ κολαούζοο; - είπεε ο Βασίληη Αντρέιτςς. Με κείνοο το αφύσικοο τέντωμαα των χειλιώνν που έπαιρνεε ότανν μιλούσεε με τους διάφορουςς μεταπράτεςς και τους αγοραστέςς, προφέρονταςς ξεκάθαραα και συλλαβιστά́ την κάθεε λέξηη.

- Πάρεε τον, σε παρακαλώ́, για το Θεό́! - επέμενεε η γυναίκαα του, τυλίγονταςς όσοο πιο σφιχτά́ μπορούσεε το σάλιι της.

- Κοίταα κει που μου κολλήθηκεε σαν τη βδέλλαα... Και που θα τον βάλωω, μέσαα σ' αυτό́ το μικρό́ έλκηθροο;

- Είμαιι έτοιμοςς εγώ́, Βασίληη Αντρέιτςς, είπεε χαρούμεναα ο Νικήταα, φτάνειι να ταΐσουνν τ' άλογαα στην ώραα τους, σαν θα λείπωω, πρόσθεσεε γυρίζονταςς στην κυρά́ του.

- Έγνοιαα σου, Νικήταα θα πω του Σιεμιόνν να έχειι το νου του, τον καθησύχασεε εκείνηη.

- Το λοιπόνν, Βασίληη Αντρέιτςς, θα με πάρετεε μαζί́ σας; - ρώτησεε ο Νικήταα.

- Τι να γίνειι! Καθώςς φαίνεταιι, πρέπειι να την ακούσουμεε τη γριά́. Μονάχαα αν θα έρθειςς τρέχαα να ντυθείςς κάπωςς πιο ζεστά́, τον συμβούλεψεε ο Βασίληη Αντρέιτςς, χαμογελώνταςς και, ρίχνονταςς ειρωνικέςς ματιέςς στο κατακουρελιασμένοο κοντογούνιι του Νικήταα.

- Κόπιασεε δω, φώναξεε ο Νικήταα του άντραα της μαγείρισσαςς, που τριγύριζεε στην αυλή́, και κράταα το άλογοο ώσπουυ να γυρίσωω.

- Εγώ́! Εγώ́! - φώναξεε τ' αγοράκιι βγάνονταςς τα ξεπαγιασμέναα κατακόκκιναα χεράκιαα του από́ τις τσέπεςς κι αδράχνονταςς με δαύταα τα κρύαα χάμουραα.

- Μονάχαα μην αργοπορείςς με την τουαλέταα σου. Κάνεε γρήγοραα, φώναξεε του Νικήταα ο Βασίληη Αντρέιτςς.

- Σε μια στιγμή́ έφτασαα, είπεε καταχαρούμενοςς ο Νικήταα και τρέχονταςς με τα χιλιομπαλωμέναα μάλλιναα ποδήματαα του γύρισεε στην αυλή́ και μπήκεε στο σπιτάκιι των υπηρετώνν.

- Έλαα γεια σου, Αννούσκαα, δος μου το πανωφόριι μου απ' το πατάριι. Θα φύγωω με τ' αφεντικό́, είπεε, μπαίνονταςς στο σπίτιι και ξεκρεμώνταςς τη ζώνηη του από́ το καρφί́.

Η μαγείρισσαα που είχεε χορτάσειι τον απογευματινό́ της ύπνοο και τώραα ετοίμαζεε το σαμοβάριι για τον άντραα της υποδέχτηκεε κεφάτηη τον Νικήταα και, ξεσηκωμένηη από́ τη βιασύνηη εκείνουυ, κινήθηκεε κι αυτή́ με πολλή́ γρηγοράδαα, έφτασεε από́ το πατάριι που το είχεε απλωμένοο για να στεγνώσειι το πανωφόριι του που ήτανεε αρκετά́ παλιό́ και φθαρμένοο κι άρχισεε να το τινάζειι και να το ξεζαρώνειι.

- Κι έτσιι θα έχειςς απλοχωριά́, για να καλοπεράσειςς με τον δικό́ σου, της είπεε ο Νικήταα που πάνταα από́ μια καλοπροαίρετηη ευγένειαα έβρισκεε να πει κάποιονν καλό́ λόγοο άμαα βρισκότανεε με κάποιονν άλλονν.

Κι αφού́ πέρασεε γύρωω στη μέσηη του τη στενούτσικηη και φθαρμένηη ζώνηη, σφίχτηκεε μέσαα στο κοντογούνιι του μ' όληη του τη δύναμηη.

- Να έτσιι δα, είπεε στο τέλοςς, μιλώνταςς πια όχιι της μαγείρισσαςς μα της ζώνηςς του και χώνονταςς τις άκρεςς καλά́καλάά μέσαα, έτσιι δε θα μου ξεφύγειςς, κι αφού́ ανασήκωσεε μια δυο φορέςς και κατέβασεε τις πλάτεςς του για να δώσειι αέραα στις κινήσειςς των χεριώνν, πέρασεε από́ πάνωω το πανωφόριι του, το ταχτοποίησεε κι αυτό́ καλά́καλάά στις μασχάλεςς και στο λαιμό́, πήρεε από́ το ράφιι τα γάντιαα του και πρόσθεσεε: Τώραα είμαστεε έτοιμοιι.

- Καλά́ θα έκανεςς κάτιι να περνούσεςς στα πόδιαα σου, γιατί́ τα ποδήματαα σου δεν είναιι και τόσοο της προκοπήςς του είπεε η μαγείρισσαα.

Ο Νικήταα κοντοστάθηκεε σα για να ανανοηθεί́. - Ναι, θα έπρεπεε... μα δε βαριέσαιι.. Περνάωω κι έτσιι. Δε θα πάμεε μακριά́. Κι έτρεξεε στην είσοδοο.

- Δε θα κρυώσειςς, καημένεε Νικήταα, μ' αυτά́ μόνοο τα ρούχαα; - του είπεε η κυρίαα σαν τον είδεε να έρχεταιι κοντά́ στο έλκηθροο.

- Μπα... Δεν κρυώνωω καθόλουυ, αποκρίθηκεε κείνοςς, ταχτοποιώνταςς τ' άχυραα στο έλκηθροο έτσιι που να του ζεσταίνουνν τα πόδιαα του και κρύβονταςς το άχρηστοο για το καλό́ αλογάκιι μαστίγιοο ανάμεσαα τους.

Ο Βασίληη Αντρέιτςς καθότανν κιόλαςς στο έλκηθροο, γεμίζονταςς με τη ράχηη του, καθώςς ήτανεε σφιχτοτυλιγμένοςς στις δυο γούνεςς του, σχεδόνν ολόκληροο τ' αμάξιι. Πήρεε στα χέριαα του τα γκέμιαα και ξεκίνησεε αργά́αργάά, ενώ́ ο Νικήταα που έφτασεε κείνηη τη στιγμή́ βολεύτηκεε σε μια γωνίτσαα.

Learn languages from TV shows, movies, news, articles and more! Try LingQ for FREE