Examples from the LingQ library
- αμέσως - ήταν πρώην Βρετανική αποικία - στέλνουν αμέσως ειδικές δυνάμεις
- τα οποία περιέβαλαν την αποικία, ήξερε πως ήταν ανίσχυρος
- Κονγκό... που ήταν βελγική αποικία. Η πρώτη πληροφορία... που
- ακτιβιστής). Η πρώην βρετανική αποικία πέρασε το 2019 την
- είναι ακόμη αξέχαστη στην αποικία σα Συμμορία του Μπάλλαρατ
- προέρχονται από τη Σελινούντα, αποικία των Μεγαρέων στη Σικελία
Related Phrases
- πρώην βρετανική αποικία
- σωφρονιστική αποικία
- αποικία ψυχοπαθών λέρου µε έδρα
- αποικία ψυχοπαθών λέρου µε
- αποικία ψυχοπαθών λέρου
- στην Αποικία Νο 3 από
- στην αποικία νο 3 από
- η αποικία
- αποικία στην θάσο
- το νησί γίνεται αποικία των ιώνων
