Examples from the LingQ library
- αρχικαγκελάριος. - Δεν έχει;… Χμ… Δεν πειράζει, σου δίνω το δίπλωμα
- στρατηγό… πώς τον λεν; Δεν πειράζει τ' όνομα, φέρε ένα
- προσπάθειά του. Η αποτυχία δεν πειράζει, λοιπόν, το οποίο με
- ότι η οικονομική κρίση δεν πειράζει ή ότι αυτό το
- παίξανε για εμένα, τα «δεν πειράζει». Δεν πειράζει αν φοβάμαι
- να εξοικειωθώ μαζί του. Δεν πειράζει αν πέσω. Αν πέσω
- να ξανασηκώνομαι πιο γρήγορα. Δεν πειράζει αν κάνω λάθη. Από
- δώσει εγώ πρώτος λέω ''δεν πειράζει περάστε'' όπως πάει να
- χαρτί κρίμα είναι'' λέει ''δεν πειράζει άμα θέλετε λέει μπορούμε
- να μην το μουτζουρώσουμε, δεν πειράζει άλλη φορά'' εν πάση
- αλάτι όσο θα θέλατε δεν πειράζει ίσως έρθει κάποια στιγμή
