Examples from the LingQ library
- με κόλλυβα, τυλιγμένο με μια πετσέτα. Τα 'φτιαχναν με ρύζι
- νύφη κρατούσε, τυλιγμένη σε μια πετσέτα, μια μποτίλια βότκα. Ο
- έχει χαλί ή σε μια πετσέτα, ή αν έχουμε και
- ένα στρωματάκι γυμναστικής ή μια πετσέτα. Θα κοιτάξουμε και στο
- το κεφάλι τυλιγμένο σε μια πετσέτα βρεγμένη με νερό και
- Αλέξανδρος, που είχε δέσει μια πετσέτα στη μέση του και
- μαντήλι του και με μια πετσέτα που τού δωσε ο

