Examples from the LingQ library
- κάνω τον σταυρό μου στην εκκλησία όταν πηγαίνω. Όπως θυμόσαστε
- από το να πάμε στην εκκλησία. [καμπάνα] Εσυγκεντρωθήκαμε και μας
- η προσπάθεια... βάζανε χρήματα στην εκκλησία... για τον σύνδεσμο ανάπλασης
- και τόσο άσχημοι. Μπαίνοντας στην εκκλησία έβλεπα παντού εικόνες Αγίων
- περίσταση. Δηλαδή, μια Κυριακή στην Εκκλησία. Γιατί η Εκκλησία τότε
- με λουλούδια μικρό φέρετρο στην εκκλησία. Ήταν το φέρετρο του
- μέσα στον περίβολο δίπλα στην εκκλησία· ήταν ακριβό. Πλήρωσε γι
- και ξάφνου γύρισε πίσω στην εκκλησία και ρίχτηκε τρέχοντας κατά
- μπήκε μέσα. — Θα πάμε στην εκκλησία, είπε. — Ναι; Το 'πε
- η θεία μάς παίρνει στην εκκλησία. Γρινιάρικα, από το κρεβάτι
- Είπα πως θα πάμε στην εκκλησία. Σα να μη φθάνει

