Examples from the LingQ library
- είδος ενθουσιασμού. Ίσως να 'χε και μυαλό και εξυπνάδα
- λυπόσαστε ή όχι; Ε; Χε! Χε! Χε! Θέλησε να
- έκσταση είπε, σάμπως να 'χε ακούσει μόνο αυτές τις
- δρόμους πέρασε. Και το 'χε συνηθίσει να περπατάει έτσι
- πάνω της. Ίσως να 'χε κι αυτός κορίτσια που
- να χρησιμοποιήσει μπαλντά, το 'χε αποφασισμένο από πολύ καιρό
- έφτυσε αηδιασμένος και τα 'χε βάλει με τον εαυτό
- επάνω της. Αρχικά - το 'χε σκεφτεί εξ άλλου και
- τ' αφεντικό δεν το 'χε προσέξει πως ήταν μεγαλωμένος
- και περπατησιά περήφανη. Του 'χε λαβώσει την καρδιά. Η
- σκολιανά. Η άλλη θα 'χε οπωσδήποτε πασουμάκια μεταξένια και
Related Phrases
- τα χε τα χρονάκια του
- θα χε
- ίσως να χε
- όσο και να το χε συνηθίσει πια
- να χε
- και να χε
- σου χε χαρίσει
- χε χαρίσει έναν
- σου χε
- που τα χε ιδεί
