Examples from the LingQ library
- βάρκα του σε μια φουρτούνα. Αν έχασα το θησαυρό
- στα 1864, έκανε μεγάλη φουρτούνα με χιονιά. Στ' αγριεμένο
- ο γέρων μοναχός. – Μεγάλη φουρτούνα μ' ηύρε, γέροντά μου
- που ποδίζανε μεγάλα καΐκια, φουρτούνα κιαμέτι, ο μπαρμπα Μανώλης
- ξεφωνίζανε, φοβισμένες από τη φουρτούνα, ο μπαρμπα Μανώλης έλεγε
- Γαλοντζίτσας. ― Μεγάλο, μικρό… η φουρτούνα το σπρώχνει κατά δω
- τον εξέπεφτεν\\* ο άνεμος, φουρτούνα, κιαμέτ\\*. Εδοκίμασε να λοξοδρομήση
- και τον υιόν του, φουρτούνα, ξίδι! Εμαϊνάρισε πάλιν, κ
- απ᾿ τη ζεστασιά, πατέρα;… Φουρτούνα, κιαμέτ! ―Όπου είναι τώρα
