Examples from the LingQ library
- ή εδαφική περιοχή ανεξάρτητη, υπό κηδεμονία ή υπεξουσία, ή
- που βρίσκεται υπό οποιονδήποτε άλλον περιορισμό κυριαρχίας
- δεν επιτρέπεται να ζει υπό καθεστώς δουλείας, ολικής ή
- αναδιοργάνωση της μονάδας πραγματοποιήθηκε υπό τον Πελοπίδα, αποκτώντας μεγάλη
- εντατική εκπαίδευση και μονίμως υπό τα όπλα, με δημοσία
- τριακόσιοι επίλεκτοι άνδρες βρίσκονταν υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα
- 01/01 - Πρωτοχρονιά 2021: Υπό αυστηρούς περιορισμούς γιόρτασε η
- Ευρώπη [Πρωτοχρονιά 2021: Υπό αυστηρούς περιορισμούς γιόρτασε η
- τραγουδιστές μας ερμήνευσαν άριες υπό τη συνοδεία της ορχήστρας
- δουν την όπερα, μόνο υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σκεφτήκαμε
- η όπερα, αλλά συμμετέχουν υπό την καθοδήγηση ειδικευμένου προσωπικού

