Examples from the LingQ library
- το ξέρουμε; Μήπως κοροϊδεύουμε συστηματικά ένα παιδί και νομίζουμε
- εθισμένος στον τζόγο, έπαιζα συστηματικά από τα 17 μου
- Όταν λέω συστηματικά εννοώ ότι το μόνο
- δεν το σκεφτόμαστε τόσο συστηματικά όπως οι άνθρωποι του
- Για να κάνουμε πιο συστηματικά αυτή την προσέγγιση δημιουργήσαμε
- πει ότι θα ασχοληθεί συστηματικά με την προστασία του
- γυναίκας συμπιέζεται και εξευτελίζεται συστηματικά και σε καθημερινή βάση
- Αχιλλέας Τζάρτζανος. Ο Τζάρτζανος, συστηματικά, όταν γράφει για την
- μερικές δουλειές, όχι όμως συστηματικά. Ο Σαζίκωφ προτιμούσε τις
Related Phrases
- δουλεύει συστηματικά για να μπορεί ο καθένας
- συστηματικά κάνω τον τελευταίο ενάμιση χρόνο γιόγκα
- γίνεται συστηματικά και έχει στόχο τον σωματικό ή ψυχικό
- γίνεται συστηματικά και έχει στόχο τον σωματικό ή ψυχικό πόνο των θυμάτων
- s γίνεται συστηματικά και έχει στόχο τον σωματικό ή ψυχικό πόνο των θυμάτων
- ενεργά και συστηματικά την κατάσταση
- τη σημασία τού να τα χρησιμοποιούν συστηματικά
- κακοποιούν συστηματικά
- συστηματικά και σε καθημερινή βάση
- αγκυρα έχει επενδύσει συστηματικά
