Examples from the LingQ library
- και να το 'χε συνηθίσει πια, θα ντρεπότανε να
- και για αναποφασιστικότητα, είχε συνηθίσει, άθελα του σχεδόν, να
- ότι ό,τι είχε συνηθίσει σαν βιωτικό επίπεδο πραγματικά
- καταλαβαίναμε πόσο την έχουμε συνηθίσει. Και παρόλο που συχνά
- σε κάτι που είχε συνηθίσει και κάτι που ήθελε
- αυτής της δουλειάς. Έχω συνηθίσει το μέγεθος του μαγαζιού
- είναι κακό αυτό; - Έχω συνηθίσει τη ζωή μου. Πριν
- άνθρωποι της ερήμου έχουν συνηθίσει τα σημάδια. - Τότε θα
- το αγόρι είχε πια συνηθίσει τη Γλώσσα του Κόσμου
- είναι; -Ε το έχω συνηθίσει. -Μπαινο βγαίνεις στη σιωπή
- αλλά εντάξει το έχω συνηθίσει. -Ειρήνη θέλω να πούμε
