Examples from the LingQ library
- αλλαγή του καθεστώτος... που συνέπεσε με την άνοδο της
- εκεί η επίσκεψή μου συνέπεσε με νηστεία λόγω Μεγαλοβδομάδας
- ως στρατηγός ή Αιτωλάρχης, συνέπεσε με τις δραματικές εξελίξεις
- από ενάμιση χρόνο εκδόθηκε, συνέπεσε με αυτό που αισθανόμουν
- της γέννησης του Μοντιλιάνι συνέπεσε με την πρώτη κατάσχεση
- πρώιμος την ανάπτυξιν, δεν συνέπεσε να μάθωμεν το όνομα
Related Phrases
- συνέπεσε με την οικονομική ανάπτυξη
- συνέπεσε με την πρώτη κατάσχεση που έγινε στους
- όταν συνέπεσε η φυλή
- πρωτείου συνέπεσε καὶ συμπορευόταν
- συνέπεσε με τις δραματικές
- συνέπεσε να πάθη
- συνέπεσε να πάθη και ο αμούλιος
- συνέπεσε με την εκτόξευση της ανάπτυξης
- σχεδόν συνέπεσε με την τρίτη και τελευταία υπερ σελήνη

