Examples from the LingQ library
- παλιό. Και έχει μία συνάντηση στην δουλειά σήμερα. Η
- παλιό. Και έχω μία συνάντηση στην δουλειά σήμερα. Βάζω
- παλιό. Η αρετή έχει συνάντηση στην δουλειά σήμερα. Έχει
- προτού πάει σε μια συνάντηση. Μετά, έπρεπε να πάει
- θα πάω σε μια συνάντηση. Μετά, θα πηγαίνω σε
- να πάει σε μια συνάντηση αφού είχε καλέσει τους
- πάντοτε, "γιατί εκείνη η συνάντηση, τόσο σημαντική και τόσο
- τον παραμόνευε εκείνη η συνάντηση. Θα 'τανε εννέα η
- εκπληκτικό σ' εκείνη τη συνάντηση. "Σεις θα τ' αποφασίσετε
- Πάπας συμμετείχε σε διαθρησκευτική συνάντηση και προσευχή. Κατά την
- αφορμή την υψηλού συμβολισμού συνάντηση του Πάπα Φραγκίσκου και
Related Phrases
- γιατί δεν ήσουν στη συνάντηση χθες
- προτού πάει σε μια συνάντηση
- ενώ επίσης θα πάω σε μια συνάντηση
- για τη συνάντηση μας
- δεχθεί μία συνάντηση το συντομότερο δυνατόν
- συνάντηση βρίσκεται σε εξέλιξη
- για την συνάντηση των αρχηγών με τον ιβάν σαββίδη
- η συνάντηση
- και έχει μια συνάντηση στην δουλειά σήμερα
- Συνάντηση encounter
