Examples from the LingQ library
- βάθος, ήτανε απλωμένο ένα σεντόνι τρύπιο, που χρησίμευε σαν
- το σκεπασμένο με ένα σεντόνι πρόσωπο. Σε ένα τέτοιο
- σεντόνι, λευκό, όταν ο ζωγράφος
- του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν
- ο Χάρι ανασήκωσε το σεντόνι του, βρήκε από κάτω
- Μυρτώ και κλότσησε το σεντόνι της. Ήτανε πολύ ώρα
- Χαλί Σίδερο Μαξιλάρι Πάπλωμα Σεντόνι Απλώστρα Σακούλα Μπουκάλι Καλοκαίρι
- βγήκαν από το νερό. Σεντόνι βέβαια δεν είχαν μαζί
- κείνη κι έσιαξε το σεντόνι του, ξανάμπηξε την κουνουπιέρα
- έδωσε μια κλοτσιά στο σεντόνι του και το έκανε
- χώθηκε κάτω από το σεντόνι του, η Αλεξάνδρα άρπαξε
Related Phrases
- άρχισε να απλώνει η νύχτα το πέπλο της σκεπάζοντας ένα μαύρο σεντόνι πάνω και γύρω από τον λόφο
- βλέπετε το σκεπασμένο με ένα σεντόνι πρόσωπο
- σεντόνι λευκό
- νεκρικό σεντόνι το μεταφέρουν
- μεγάλο ένα σεντόνι όπως λέμε γραμμένο σε γκρι
- όταν ο χάρι ανασήκωσε το σεντόνι του
- σεντόνι τρύπιο
- βάλε τη νύχτα για σεντόνι βάλε προσκέφαλο ένα αστέρι
- βάλε τη νύχτα για σεντόνι
- βάλαν σεντόνι για πανάκι
