Examples from the LingQ library
- με μια καρφωμένη φαρδιά σανίδα Στην πλώρη της μιας
- λαιμού του, ενώ σα σανίδα τεντωμέ- νος εξακολουθούσε να
- τη φελούκα του μια σανίδα και την έσπρωξε στη
- ενωμένες με την καρφωμένη σανίδα. - Πατριώτη! ξεφώνισε. Ε!… Πατριώτη
- ενέχυρο. Ήτανε, απλώς, μια σανίδα πλανισμένη, που είχε το
- πάνω σ' αυτή τη σανίδα μια λαμαρίνα, που τη
- επάνω εις αυτήν την σανίδα, εγλίστρησεν, η σανίς ενέδωκεν
- ωπισθοδρόμησε. Δεν είχεν άλλην σανίδα σωτηρίας. Ούτε αυτήν, την
- σπίτι και κάρφωσε μια σανίδα μπροστά στο μικρό άνοιγμα
- Είσαι πιο λεπτός από σανίδα και πιο ηλιοκαμένος από
- μας είναι η θέση σανίδα. Από αυτή τη θέση
Related Phrases
- ενώ σα σανίδα τεντωμέ νος εξακολουθούσε να χαιρετά
- σανίδα σωτηρίας
- ενωμένες με την καρφωμένη σανίδα
- χαλαρωμένη σανίδα
- διαγράψωμεν ἐπ αὐτὴν σανίδα κεδρίνην
- σανίδα τεντωμέ νος
- φελούκα του μια σανίδα
- σε μια σανίδα
- ανεβαίνει σε μια σανίδα που έχει ρίξει
- δυο φίλοι βρήκαν μια σανίδα και γίνανε θαλασσοπόροι μέσα σε μια μικρή λιμνούλα που τους χωρούσε με το ζόρι
