Examples from the LingQ library
Related Phrases
- να προβλεφθεί
- να προβλεφθεί στον κρατικό
- η ίδια η έκρηξη αποδείχθηκε δυόμισι φορές ισχυρότερη απ ό,τι είχε προβλεφθεί βάσει των μαθηματικών
- προβλεφθεί βάσει
- θα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί
- περιστατικά που θα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί
- ό τι έχει κιόλας προβλεφθεί
- προβλεφθεί απαγόρευση πτήσης για συγκεκριμένα αεροσκάφη
- γίνεται να προβλεφθεί
- θα πρέπει να προβλεφθεί πρόστιμο
