Examples from the LingQ library
- να φάει και ζωικής προέλευσης τροφές όπως αβγά, νεοσσούς
- έντομα, αλλά και φυτικής προέλευσης, δηλαδή είναι ένα παμφάγο
- κβας (Ζυθοειδές ποτό ρώσικης προέλευσης) και πλάγιασαν, άλλοι στο
- από την, άγνωστης ακόμα, προέλευσης καταστροφική πετρελαιοκηλίδα. Υπολογίζεται πως
- εκατομμύρια ήταν σιωπηλές εργασίες προέλευσης του Το ταξί marmotta
- country, δηλαδή στη χώρα προέλευσης και (στη χώρα) εισόδου
- ορχιδέες έχουν ονόματα ελληνικής προέλευσης», προσθέτει ο κ. Λύτρας
- άνθρωπου της πλέον ποταπής προέλευσης, όμως καθώς, βάση της
- 1% είχαν DNA ασιατικής προέλευσης και το 0,3
- είχαν DNA αφρικανικής προέλευσης. Έτσι, οι Έλληνες σε
- για το χρωμόσωμα πατρικής προέλευσης Y, η οποία αποφάνθηκε
Related Phrases
- προκαλεί ελλείψεις προσωπικού στις χώρες προέλευσης των οικονομικών μεταναστών
- ζωικής προέλευσης τροφές
- ζωικής προέλευσης
- οι τιμές του πετρελαίου διεθνούς προέλευσης τύπου brent αυξάνονται
- το μυστήριο της ανθρώπινης προέλευσης
- τοπικής προέλευσης
- αλλοδαπής προέλευσης
- αλλοδαπής προέλευσης φυσικών
- αλλοδαπής προέλευσης φυσικών προσώπων που μεταφέρουν
- εισοδήματα ημεδαπής προέλευσης
