Examples from the LingQ library
- και των αξιωματικών. 7 - πονάω πονώ κουρασμένος η ο
- μοιάζει κάπως σαν να πονάω... Θα μοιάζει λίγο σαν
- πιοτό τη δυνατότητα να πονάω και να λυπάμαι... Πίνω
- για να πονάω διπλά". Κι έγειρε το
- αδύναμη, άρρωστη φωνή. «Πονάς;» «Πονάω, παππού! Δεν έχω πια
- τον ρώτησε ο Λιτβίνοφ. «Πονάω, εξοχότατε! Θέλω να πνιγώ
- Μονάχα τη μάνα μου πονάω. Αχ, γιατί να με
- του. - Τάχατες δεν τον πονάω και εγώ; Είναι παιδί
- μην έφτανε που τον πονάω τόσο, με το πες
- Μιχάιλοβιτς, άλλαξα γνώμη. Το πονάω το καψερό. Όσο να
- αποβραδίς... θαρρείς, δε σε πονάω; Πολύ καλά θυμάμαι που

