Examples from the LingQ library
- και γυρεύει να τους πείσει πως ο δρόμος είναι
- έως ότου η Ελένη πείσει τον πατέρα της. Αλλά
- που δοκίμασε να μας πείσει ο Μαγκρίτ το 1928
- στους δρόμους για να πείσει τους μικρομαγαζάτορες ότι μπορούν
- πόρτα για να με πείσει να μη χωρίσουμε. Η
- ίδιο. Άρα, σε έχει πείσει, είναι οι άμυνες πεσμένες
- σε έχει πείσει πως έτσι είναι, πως
- σας έδειξα, με έχουν πείσει ότι οι γήινοι σαφώς
- της Σπάρτης, προσπάθησε να πείσει τους Αθηναίους, να μην
- ζήτημα. Να προσπαθήσει να πείσει τον Κλεομένη να υποστηρίξει
- ηλίου. Έχοντας αποτύχει να πείσει τον Κλεομένη με τα
Related Phrases
- με πειθώ ο οποίος είχε πείσει
- εκείνος προσπαθούσε να τους πείσει
- γυρεύει να τους πείσει
- να πείσει τον συνομιλητή του
- είχε πείσει κάποτε
- πείσει τις τράπεζες
- πρωθυπουργός για να πείσει τους ευρωπαίους εταίρους να αναλάβουν
- θα πείσει
- θα πείσει εσάς ότι
- προσπαθώντας μάλλον να πείσει τον εαυτό του
