Examples from the LingQ library
- χωρίζει σε δύο μέρη. Μειονέκτημα του νησιού είναι ότι
- 5 - το πλεονέκτημα το μειονέκτημα Αλλά υπάρχουν και μερικά
- του Πραξιτέλη, το μόνο μειονέκτημα; ► Ποια ήταν τα πλεονεκτήματα
- δεν είναι απλώς ένα μειονέκτημα, είναι τρομερή δυστυχία! Κάτι
- ανήφορον – με όλον το μειονέκτημα το οποίον είχεν ο
- να είναι πλεονέκτημα καταντάει μειονέκτημα εξαιτίας της καχυποψίας του
- Ελλάδα έχουν ένα σημαντικό μειονέκτημα. Ότι τα Ελληνικά έχουν
- να το βλέπουμε σαν μειονέκτημα, είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα
- θα τους έχουμε σε μειονέκτημα, ίσως να μας βλάψουν
Related Phrases
- Μειονέκτημα του νησιού είναι ότι η δημόσια συγκοινωνία είναι ελλιπής
- μειονέκτημα γίνεται πλεονέκτημα
- δεν κατέστη μειονέκτημα η μεγάλη πυκνότητα κατοίκησης
- είναι επαγγελματικό μειονέκτημα να είσαι λυκάνθρωπος
- το μόνο μειονέκτημα
- μειονέκτημα του νησιού είναι ότι η δημόσια συγκοινωνία
- Το μειονέκτημα έγκειται όμως ακριβώς σε αυτό
- ανέφερε ότι το σημερινό μειονέκτημα
- μειονέκτημα του νησιού
- δεν κατέστη μειονέκτημα

