Examples from the LingQ library
- Μου αρέσει πολύ να μαγειρεύω και να βλέπω παλιές
- μαθήματά σου όσο εγώ μαγειρεύω και μετά έλα να
- Γενικά μου αρέσει να μαγειρεύω απλά φαγητά με λίγα
- B) Μάθαινα πώς να μαγειρεύω. Μάθαινα μια καινούρια συνταγή
- πρέπει κάθε μέρα να μαγειρεύω να πλένω να καθαρίζω
- προσωπικά δεν ξέρω να μαγειρεύω, όταν ένας άνθρωπος μου
- το σούπερ μάρκετ, γιατί μαγειρεύω πολύ κλασικά ελληνικά φαγητά
- Μαγειρεύω τα φαγητά που μαγείρευε
- φακές σαν σούπα. Συνήθως μαγειρεύω όσπρια μία με δύο
- δε μου αρέσει να μαγειρεύω. Αν μια συνταγή χρειάζεται
- το ρήμα στον Ενεστώτα, μαγειρεύω, και αντιλαμβάνομαι ότι καλά
