Examples from the LingQ library
Related Phrases
- πρόσφατο λήθαργο του
- όμοια με λήθαργο
- σε πέντε λεπτά η τάξη είχε βυθιστεί στο συνήθη λήθαργο
- τρανταγματάκια γιά νά συνέλθουμε ἀπό τό γενικό λήθαργο
- από λήθαργο
- έβγαινε από λήθαργο
- αιωρούμενος ανάμεσα στον λήθαργο και το ξύπνημα
- βρήκε από το λήθαργο του
- ένα δυνατό χαστούκι τον είχε βγάλει από το λήθαργο
- βυθίστηκε σιγά σιγά σε λήθαργο

